ΖΑΚ-ΑΛΕΝ ΜΙΛΕΡ – SILET – 1ο Μάθημα – 23 Νοεμβρίου 1994 

Jacques-Alain Miller

Σας ευχαριστώ που είσαστε εδώ για να με ακούσετε. Σας ζητώ να με συγχωρήσετε για τη σημερινή αργοπορία που ξεπέρασε τη συνήθη μου ακαδημαϊκή καθυστέρηση και η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι ο άνθρωπος που σήμερα με συνόδευε έχασε το δρόμο. Σας ευχαριστώ λοιπόν που είστε εδώ καθώς αυτό το μάθημα ανακοινώθηκε αρκετά διακριτικά έτσι ώστε φλέρταρα με την ιδέα να μιλήσω μόνο σε ορισμένους. 

Αυτή τη φορά αισθάνθηκα το βάρος της επιλογής του τίτλου. Η επιλογή ενός τίτλου δεσμεύει. Και όταν πρόκειται για αυτό το μάθημα είναι κάτι που με δεσμεύει στα τυφλά ή τουλάχιστον καθώς πηγαίνω ψηλαφιστά γιατί αυτό το μάθημα είναι για μένα μια έρευνα και αυτό που ψάχνω δεν το ξέρω εκ των προτέρων.  

Πρόκειται για το παράδοξο που μας εκθέτει ο Μένων του Πλάτωνα. Δηλαδή, με μια λέξη, πώς μπορούμε να προσπαθούμε να γνωρίσουμε εκείνο για το οποίο δεν γνωρίζουμε τίποτα;

Είναι το σημείο απ’ όπου ξεκινάει ο Πλάτωνας για να εισαγάγει για πρώτη φορά την υπόθεση της ανάμνησης, σύμφωνα με την οποία γνώση ίσον ανάμνηση. Έτσι, θα μπορούσαμε να φανταστούμε ότι η ψυχανάλυση είναι μια άσκηση εξόχως πλατωνική. Μπορούμε να το φανταστούμε εάν δεν λάβουμε υπόψη ότι το υποκείμενο που υποτίθεται ότι ξέρει μέσω του οποίου δρα είναι μία παραγνώριση του ασυνειδήτου.

Η υπόθεση ότι γνώση ίσον ανάμνηση μας επιτρέπει να θέσουμε εν αμφιβόλω την ίδια την ιδέα της αναζήτησης εκείνου που δεν γνωρίζουμε. Δεν θα επρόκειτο παρά για υπενθύμιση, επιστροφή, παρά για μια άρση της παραγνώρισης. Έτσι πρέπει να εκλάβουμε τη διατύπωση: «δεν θα με έψαχνες εάν δεν με είχες ήδη βρει.» Την ίδια τη στιγμή που ο Άγιος Αυγουστίνος σε κατάσταση μεγάλης απογοήτευσης αναζητάει τον Θεό, ο Κύριος βρίσκεται ήδη δίπλα του. Και το απόλυτο του αγαπητού μας Χέγκελ είναι ήδη εκεί δίπλα μας, θέλει να βρίσκεται δίπλα μας, πριν καν αρχίσει να ξεδιπλώνεται, να αποκαλύπτεται η Οδύσσεια της Φαινομενολογίας του Πνεύματος.

Υπάρχει επίσης η λύση η οποία μου αρέσει περισσότερο και στην οποία προσέφυγε ο Επίκουρος προκειμένου να λύσει αυτό το παράδοξο. Κατασκεύασε τον νεολογισμό της πρόληψης, η οποία ασφαλώς είναι ανέκαθεν ήδη εκεί. Όμως όπως έγραψε ένας εξαίρετος σχολιαστής, είναι ήδη πάντα εκεί στη λειτουργία της γλώσσας και της σκέψης. 

Άρα, δίνοντας έναν τίτλο σε αυτό που δεν έχω ακόμα πει, προλαμβάνω. Προλαμβάνω με βάση αυτά που σας έχω πει. Και όταν μάλιστα λέω σας, δεν πρόκειται μόνο για εσάς. Είναι επίσης και όλοι εκείνοι στους οποίους απευθύνθηκα κατά το μεσοδιάστημα που κύλησε από τότε που άφησα αυτό το μέρος. Και μάλιστα αυτό που προλαμβάνω σχετικά με αυτό που έχω να σας πω φέτος ανακάλυψα ότι το καθορίζουν τρεις παρουσιάσεις που έκανα εν τω μεταξύ. Την πρώτη την έκανα στο Παρίσι και την αφιέρωσα στο κείμενο του Φρόυντ «Κατασκευές στην ανάλυση» [Konstruktionen in der Analyse, 1937]. Είχε προηγηθεί μια δοκιμή στο Μιλάνο όπου σχολίασα το «Περατή και μη περατή ανάλυση».  Η δεύτερη έγινε στο Μπουένος Άιρες, με την ευκαιρία του Συνεδρίου των Αργεντινών συναδέλφων μας, υπό τον τίτλο: «Εικόνες και βλέμμα». Η τρίτη ήταν στην Αθήνα με έναν τίτλο που θεώρησασπιρτόζικο: «το άγαλμα του Λακάν». Ήταν κατά τη γνώμη μου οξυδερκές το να χρησιμοποιήσω μια ελληνική λέξη για να απευθυνθώ στους Έλληνες. Μου έφυγε ο ενθουσιασμός ανακαλύπτοντας στην Αθήνα ότι στα νέα ελληνικά δεν έχει την ίδια σημασία. Σημαίνει απλώς άγαλμα. Είχα λοιπόν ανακοινώσει: «Το άγαλμα του Λακάν». Και κατά βάθος με εξέπληξε αρκετά που ξεκίνησα από αυτή τη σύγχυση. Σήμαινε ότι ύψωνα ένα άγαλμα στον Λακάν; Πιθανόν! Σήμαινε μήπως ότι ξανάβρισκα το άγαλμα του Λακάν; Όταν βλέπει κανείς βέβαια σε τι κατάσταση βρίσκονται τα αγάλματα εκεί…

Τέλος πάντων, αντιλήφθηκα ότι τελικά αυτές τις τρεις φορές που πήρα το λόγο, στην πραγματικότητα, περιστράφηκα χωρίς στ’ αλήθεια να το ξέρω γύρω από το ίδιο σημείο. Κάθε φορά δεν έκανα άλλο από το να το αγγίζω ακροθιγώς, περνούσα στρέφοντας λιγάκι το κεφάλι, ρίχνοντας κλεφτές ματιές, αλλά δεν το κοίταζα  καταπρόσωπο. Αντιλήφθηκα επίσης ότι εκεί με οδηγούσε ο δρόμος μου πέρσι. Κλασικά, τι είναι ένας τίτλος; Μια ελλειπτική παρουσίαση, μια σύνοψη του περιεχομένου και αυτό ακριβώς είναι που το καθιστά δύσκολο να προκύψει αφού αφορά εκείνο που δεν υπάρχει προς το παρόν. Ενδεχομένως, επίσης, είναι η διατύπωση της μορφής του.  Ο Μισέλ Ντε Μοντέν (Montaigne) λέει: Δοκίμια. Υποδεικνύει έτσι τη νέα μορφή που δίνει στο λόγο του. Ο Λακάν λέει ψυχρά: Γραπτά. Ποια μορφή έχει αυτό που επεξεργάζομαι εγώ εδώ και ποιον τίτλο θα μπορούσα να του δώσω; Σκέφτηκα αρχικά κάτι σαν «Μονόλογοι σε ζιγκ-ζαγκ». Λέει ακριβώς αυτό που πάει να πει. Λέει ότι μιλάω ολομόναχος, με την υποστήριξη της παρουσίας σας. Επίσης, λέει ότι δεν κινούμαι σε ευθεία γραμμή. Το ζιγκ-ζαγκ περιγράφει αρκετά καλά αυτόν ακριβώς τον τρόπο που βαδίζω. Σκοντάφτω, σταματάω. Η κάθε μία από αυτές τις εβδομαδιαίες παραδόσεις τείνει να ολοκληρώνει τον κύκλο της, ενώ ταυτόχρονα αναζητάει το μελλοντικό της συμπλήρωμα. 

« Μονόλογοι σε ζιγκ-ζαγκ » δεν είναι ο τίτλος που κράτησα καθώς τελικά θα ταίριαζε καλύτερα ως τίτλος για το σύνολο αυτού εδώ του μαθήματος που λέγεται «ο Λακανικός Προσανατολισμός», τίτλος πιο σοβαρός από το «Μονόλογοι σε ζιγκ-ζαγκ ». Το τιτλοφόρησα «ο Λακανικός Προσανατολισμός» προκειμένου να ονοματίσω την πυξίδα που επέλεξα για όσα διατυπώνω εδώ.  Όμως αυτή την πυξίδα την θέτω σε λειτουργία εν είδει αντι-δόγματος, τουλάχιστον αυτό προσπαθώ, και ως εκ τούτου προκύπτουν ορισμένα ζιγκ-ζαγκ. 

Οπότε εντέλει, ο τίτλος μου δεν θα είναι ούτε η ελλειπτικότητα του περιεχομένου ούτε η διατύπωση της μορφής, αλλά απλώς ένα σημαίνον. Είναι εξάλλου διασκεδαστικό που η λέξη σημαίνον αποδίδεται στο Bloch και Wartburg και ίσως ακόμη και στο Littré σαν «κάτι που είναι σήμερα παρωχημένο». Έχει έκτοτε ξανανιώσει! Ο τίτλος μου λοιπόν φέτος είναι απλώς ένα σημαίνον πάνω στο οποίο θα στηριχτώ, δηλαδή μια αφετηρία, ένα νήμα, μία ράμπα. Τη φετινή λοιπόν χρονιά ο τίτλος μου θα είναι : «Silet». Είναι λατινικά. Για να δώσω ένα ακριβές γραμματικό και λεξιλογικό στίγμα, πρόκειται για το γ’ πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής του ρήματος silere, το οποίο μπορούμε να μεταφράσουμε «σωπαίνω». Όμως σωπαίνω θα ήταν πιο πολύ το tacere, ενώ το silere θα σήμαινε καλύτερα «παραμένω σιωπηλός», σαν ενεργητικό ρήμα. Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να το αποδώσουμε σαν ανακλαστικό ρήμα όπως όταν λέμε σωπαίνω. Όταν λέμε σωπαίνω υπάρχει πάντα  η ιδέα ενός «αναγκάζω τον εαυτό μου να σωπάσει» ή « σας αναγκάζουν να σωπάσετε», ενώ εδώ πρόκειται μάλλον για κάτι ενεργητικό δηλαδή «παραμένω σιωπηλός». Και αν το δίνω στα λατινικά είναι γιατί στα λατινικά έτσι είναι πλήρες, δεν χρειάζεται να προσθέσετε ένα όνομα ή μια αντωνυμία που θα υποδείκνυε το υποκείμενο του ρήματος. Έτσι ώστε αν σκεφτόμαστε στα γαλλικά, όπως η πλειοψηφία όσων είστε εδώ παρόντες,υπάρχει πάντα ένα διφορούμενο: είναι αυτός ή αυτή; Ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο το βάζω στα λατινικά.

Ποιος παραμένει σιωπηλός στην ψυχανάλυση; Ο αναλυτής. Μπορούμε εν προκειμένω να του απευθύνουμε τη μομφή : «Δεν λέτε τίποτα!». Μάλιστα πρόκειται για το θέμα της Διημερίδας μελέτης [της Σχολής του Φροϋδικού Αιτίου] που θα διεξαχθεί σε ένα χρόνο προκειμένου να επικεντρωθούμε στο ζήτημα της ψυχαναλυτικής ερμηνείας: «Δεν λέτε τίποτα». Είναι ο αναλυτής που παραμένει σιωπηλός αλλά είναι επίσης και η ενόρμηση που είναι σιωπηλή. Στο τέλος του άρθρου του «Το Εγώ και το Αυτό», ο Φρόυντ αναφέρει, μέσα σε ένα «ημίφως» όπως μας λέει ο Λακάν, τη σιωπή που κάνει  τις ενορμήσεις θανάτου να βασιλεύουν μέσα στο Αυτό. Η σιωπή είναι μία επιφανής σχέση του υποκειμένου και βρίσκεται, θα έλεγα, εκεί που διασταυρώνονται οι δρόμοι του αναλυτή και της ενόρμησης. Θα μπορούσα να το εισάγω υπό τη μορφή ενός γρίφου: «Τι το κοινό ανάμεσα στον αναλυτή και την ενόρμηση;» Απάντηση: «Η σιωπή». 

Ε, λοιπόν, περί αυτού ακριβώς πρόκειται! Θα ήθελα να μιλήσω για τη σιωπή! Είναι σίγουρα εξαιρετικά δύσκολο να μιλήσει κανείς για τη σιωπή, να μιλήσει όντας, θα έλεγα, στο ύψος της σιωπής, στο ύψος της δύναμης που υπάρχει στη σιωπή, που υπάρχει στο «δεν λέω τίποτε», στο να μην βγαίνει κιχ, στα σφραγισμένα χείλη. 

Μιλούσα για τις Διημερίδες Μελέτης. Υπάρχει και μία που είναι προγραμματισμένη να διεξαχθεί σε ένα χρόνο με τίτλο : «Οι δυνατότητες (εξουσίες) της ομιλίας» και για την οποία οι υπεύθυνοι έφτιαξαν μια αφίσα που, θα πρέπει να πω, ότι είναι εξαιρετική. Για να απεικονίσουν τις εξουσίες της ομιλίας αναπαριστούν ένα κλειστό στόμα. Δεν θα μπορούσε να αποδοθεί καλύτερα. Βεβαίως, μπορείτε να πάρετε τη σιωπή του Άλλου ως συναίνεση, σύμφωνα με τη λαϊκή σοφία που λέει ότι η σιωπή δίνει συγκατάθεση. Όμως αυτή η συγκατάθεση είναι η δική σας ερμηνεία της σιωπής με δική σας ευθύνη. Ενδεχομένως αυτό που μπορεί να αναγκάσει τον αναλυτή να ανοίξει το στόμα του είναι για να πει : «Δεν συμφωνώ». Ορίστε μια πολύτιμη παρέμβαση του αναλυτή, το ενδεχόμενο «Δεν συμφωνώ» του.

Εντέλει θα ήθελα κυρίως να μιλήσω για τη σιωπή. Είναι αυτό που κάνει ο αναλυτής. Όταν μιλάει, μιλάει – ή θα έπρεπε να μιλάει – με αφετηρία τη σιωπή. Θα έπρεπε μάλιστα να διατηρεί τη σιωπή παρά το γεγονός ότι μιλάει. Είναι ίσως το μυστικό της ερμηνείας. Πώς   δηλαδή να διατηρείται η θέση εκείνου που δεν λέγεται ή που δεν μπορεί να ειπωθεί. Με άλλα λόγια, πώς να συγχρονίσει ο αναλυτής το λόγο του, λιγότερο με αυτά που λέει ο Άλλος, εκείνος που είναι εκεί για να μιλήσει, αλλά μάλλον με αυτό που αποσιωπάται. Διότι το υποκείμενο του ρήματος silet, θα μπορούσε επίσης να είναι η ομιλία. Η ομιλία διατηρεί τη σιωπή και μάλιστα, θα μπορούσαμε να πούμε, αποτυγχάνει μπροστά στην απόλαυση.

Το αντιλαμβανόμαστε ήδη όταν ο Φρόυντ μας προτείνει το παράδειγμά του της φαντασίωσης «Χτυπούν ένα παιδί», όπου σημειώνει  εξαρχής πως είναι ό,τι πιο δύσκολο να ειπωθεί, η ομολογία που ίσως αποσπάται με τη μέγιστη οδύνη. Το αντιλαμβανόμαστε όμως επίσης κατά την αποδεικτική διαδικασία που ακολουθεί, όταν λέει ότι ο άξονας της φαντασίωσης είναι «αυτό το οποίο δεν θυμόμαστε», αυτό για το οποίο δεν υπάρχει ανάμνηση, το οποίο χρειάζεται να ανακατασκευάσουμε και το οποίο απαντά σε μια λογική αναγκαιότητα, σε ένα άρα. Ας το πούμε όμως με την υλικότητά του: πρόκειται για κάτι που δεν μπορούμε να πούμε. Στην καρδιά της φαντασίωσης υπάρχει η σιωπή.

Αυτό αποκαλύπτεται με συγκινητικό τρόπο όταν έρχεται ένα υποκείμενο που ανακαλύπτει ότι είναι λεία μιας ενόρμησης και όπου το ελάχιστο που θα μπορούσαμε να πούμε είναι ότι δεν αναγνωρίζει εκεί τον εαυτό του. Το υποκείμενο θα πρέπει να παραδεχτεί ότι είναι επιδειξίας και πως, ό,τι κι αν κάνει, δεν μπορεί να αποφύγει να βρίσκεται στην υπηρεσία μιας ενόρμησης που αποστρέφεται. Και ενώ είναι ένα υποκείμενο που έχει ευφράδεια, για να περιγράψουμε αυτό που του συμβαίνει, πρέπει να μιλήσουμε για κάτι σαν έκθλιψη (fading) της ομιλίας. Λοιπόν: Silet. Και είναι ήδη εκπληκτικό ότι βρήκε παρ’ όλα αυτά  το δρόμο της ανάλυσης για να προσπαθήσει να νικήσει αυτή τη σιωπή.

Είπα ότι θα ήθελα να μιλήσω για τη σιωπή, αλλά όχι μόνο. Ας πούμε καλύτερα ότι θα μιλήσω για τις συνάφειες της σιωπής με την απόλαυση. Αυτές οι συνάφειες είναι μεμιάς ορατές καθώς η ντροπή και η ενοχή συνδέονται κατά κόρον με την απόλαυση στο νευρωτικό υποκείμενο και δηλητηριάζουν την πηγή. Όμως υπάρχει μια βαθύτερη συνάφεια μεταξύ σιωπής και απόλαυσης,  μια αποτυχία, που είναι νομίζω πιο ουσιαστική, της ομιλίας μπροστά στην  απόλαυση. Για παράδειγμα, ο Λακάν λέει για τη γυναίκα: Silet, κρατάει τη σιωπή της σχετικά με την απόλαυσή της, την απόλαυση πέραν.

Και τελικά αν θέλω να μιλήσω για τη σιωπή και τις συνάφειές της με την απόλαυση, το κάνω επίσης με αφετηρία μια διαπίστωση, θα έλεγα ακόμη μία κλινική διαπίστωση. Το πόσο μου κοστίζει το να μιλήσω. Κατά βάθος, σε αυτό το μάθημα, πέρασα από τη δημόσια θέση εκείνου που επάγγελμά του είναι η διδασκαλία – πάει ήδη παραπάνω από μια δεκαετία – στη θέση του επαγγελματία ψυχαναλυτή. Πραγματοποιώντας το, ανακάλυψα κάτι που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «απολαμβάνω από τη σιωπή», απολαμβάνω από τη σιωπή όταν πλέον δεν μου μιλούν στην ανάλυση  -ασφαλώς δεν είναι το πιο σημαντικό. Είναι ακριβώς αυτή η ύπουλη απόλαυση αυτό το «δεν μιλάω» που συνιστάται σε έναν ψυχαναλυτή. 

Να μιλάει με φειδώ ή τουλάχιστον εκεί που επιβάλλεται. Αναμφίβολα μερικές φορές ενδείκνυται να μιλήσει για τα καλά, αλλά τελικά αυτή η θέση ακουμπάει πάντα πάνω σε ένα silet. Αυτή η θέση εμποτίζεται από απόλαυση. Αυτό, εξάλλου, καθιστά ασφαλώς τη διδασκαλία και την ομιλία μπροστά σε ακροατήριο ακόμη πιο απαραίτητες. 

Οπότε, υπάρχει αυτή η απόλαυση του να μην μιλάω. Θα μπορούσα μάλιστα να δώσω για τίτλο: « Ο Ζακ-Αλέν silet » και να παραμείνω στην απόλαυση να μην μιλάω. Ή ακόμη θα μπορούσα να πω: sileo, δηλαδή σιωπώ και απλώς θα παρέμενα εδώ βουβός. Δεν μπορώ να αποφύγω τη σκέψη ότι ο Λακάν βάδισε προς τη σιωπή, προς τη δημόσια σιωπή και δεν θα φαινόταν παρατραβηγμένο να πω ο Λακάν silet, ο Λακάν σιωπά. Αυτό το μάθημα, οι διδασκαλίες που παραδίδονται στο ίδιο πλαίσιο, πραγματοποιούνται σίγουρα για να καλύψουν αυτή τη σιωπή. Η φλυαρία μας είναι για να καλύπτει αυτή τη σιωπή και να την καθιστά ακόμη πιο παρούσα. Είναι μια σιωπή, αυτή η σιωπή, προς ερμηνεία. Άραγε είναι σιωπή συναίνεσης ή αποδοκιμασίας;

Αυτές τις συνάφειες της απόλαυσης με τη σιωπή, μπορώ να τις φέρω κοντύτερα τη μια με την άλλη μέσα από αυτό το μικρό συναίσθημα  που πριν από λίγο σας κατέθεσα. Δίχως αμφιβολία, αυτό συμβαίνει επειδή η ομιλία, όπως λέμε ακολουθώντας τον Λακάν, είναι μια δοκιμασία του υπό έλλειψη όντος. Είναι πράγματι για το υποκείμενο η δοκιμασία ενός διχασμού. Η ομιλία είναι μια μηχανή που παράγει απώλεια. Λέμε περισσότερα απ’ όσα θέλουμε, λέμε λιγότερα, λέμε άλλα, λέμε άστοχα, λέμε το αντίθετο. Είναι μια μηχανή που ο Λακάν αποκαλούσε «οι παρελάσεις του σημαίνοντος» και που τελικά από μόνη της επιβάλλει την έλλειψη και τον εκτροχιασμό και πάντοτε έναν κάποιο λάθος υπολογισμό. Ενώ, για την ακρίβεια, η απόλαυση δεν είναι βέβαιο ότι είναι της τάξεως της έλλειψης και μάλιστα η βαθύτερη πλευρά της δεν αφήνει χώρο στην έλλειψη. 

Εδώ είναι που αξίζει να υπενθυμίσουμε τη διαφορά μεταξύ ευχαρίστησης και απόλαυσης. Η ευχαρίστηση έχει ένα αντίθετο που αποκαλούμε οδύνη ή πόνο. Είναι ένα δίπολο, ένα σημαίνον δίπολο. Κατά τον 18ο αιώνα, και πριν από τον Φρόυντ, υπό την επήρεια της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού, υπήρξε η σκέψη παρέμβασης στον άνθρωπο μέσα από αυτό το δίπολο ευχαρίστησης και οδύνης. Να συνδεθεί δηλαδή  το καλό με την ευχαρίστηση και το κακό με την οδύνη και έτσι σοφά να  ενθαρρύνουμε τον άνθρωπο να προχωρήσει στη σωστή κατεύθυνση. Αυτό προϋποθέτει έναν ολοκληρωτικό έλεγχο του (κοινωνικού) περιβάλλοντος. Έλεγχος δηλαδή του περιβάλλοντος έτσι ώστε ο άνθρωπος κάθε φορά που πράττει το κακό να το πληρώνει με μια σωστά υπολογισμένη δόση πόνου ώστε να ξαναμπεί στον ίσιο δρόμο. Σχετικά με αυτό, θα πρέπει να πούμε, αναπτύχθηκαν όλοι οι σαδισμοί της φιλανθρωπίας.

Αυτή η απλή ιδέα που αντιπαραθέτει ευχαρίστηση και οδύνη και θεωρείται ότι απαντάει στην άμεση εμπειρία, συνοδεύεται από την αρχαία θεώρηση ότι ο άνθρωπος αναζητάει την ευχαρίστηση του. Μπορούμε ασφαλώς να βελτιώσουμε την εν λόγω θεώρηση λέγοντας ότι ζητάει το όφελός του, ότι ψάχνει ενδεχομένως ικανοποιήσεις που σχετίζονται με την αγάπη του εαυτού του. Ο Λα Ροσφουκώ ( La Rochefoucauld) με αυτό το πρίσμα είδε εν σειρά το σύνολο της ανθρώπινης συμπεριφοράς για να την απομυθοποιήσει στον αναγνώστη και να του δείξει ότι  περνώντας μέσα από μαιάνδρους, η πυξίδα παραμένει στην πραγματικότητα η ίδια, καθηλωμένη στον βορρά της αγάπης του εαυτού. Πηγαίνοντας λίγο παραπέρα, μπορούμε και να παρουσιάσουμε σαν μοναδικό σκοπό του ανθρώπου αυτό που του είναι ωφέλιμο, πράγμα που ενδεχομένως προϋποθέτει έναν συμπληρωματικό υπολογισμό σε σχέση με την ευχαρίστηση. Δηλαδή να ληφθεί υπόψη ότι μια άμεση ευχαρίστηση μπορεί να επιφέρειανεπιθύμητα μειονεκτήματα και συνεπώς, για να ένα μεγαλύτερο πλεονέκτημα, θα πρέπει να ξέρει κανείς να υπομείνει μία προσωρινή ταλαιπωρία. Έτσι το ωφέλιμο καθίσταται η πυξίδα του ανθρώπου. 

Αυτό το δίπολο αμφισβητήθηκε πριν από τον Φρόυντ, ανεξάρτητα από εκείνον, με την έννοια ότι θα μπορούσαμε να βρούμε ευχαρίστηση στην οδύνη, ακόμη και χαρά στο έγκλημα. Αυτό φυσικά καθιστά ετοιμόρροπη την εν λόγω κατασκευή. Αυτό που ο Φρόυντ έβαλε στη θέση του, είναι ότι κάτω από αυτό που διακρίνεται σαν εμπειρία ευχαρίστησης ή οδύνης, υφίσταται αναλλοίωτο κάτι που ικανοποιείται και που δεν ξέρουμε. Σε αυτό ο Λακάν έδωσε το γαλλικό όνομα jouissance (απόλαυση). Μπορούμε βεβαίως να πούμε, ότι η ευχαρίστηση είναι επίσης απόλαυση αλλά το ζήτημα είναι ότι η απόλαυση μπορεί να είναι εξίσου βιωμένη ευχαρίστηση ή βιωμένη οδύνη. 

Ο Λακάν σταδιακά εξειδίκευσε τον όρο της απόλαυσης προκειμένου να χαρακτηρίσει τη λεγόμενη ασυνείδητη ικανοποίηση, για την οποία δεν γνωρίζουμε. Με τέτοιον τρόπο που, σε αυτό το επίπεδο, δεν υπάρχει έλλειψη. Ασφαλώς, μπορούμε να αντλήσουμε από τον Φρόυντ ότι ο λειτουργία αυτού που αποκαλεί  «ψυχικό όργανο», οδηγεί οπωσδήποτε σε αίσθημα ανικανοποίητου. Την ίδια στιγμή όμως, βρίσκουμε επίσης σε αυτόν, την παρατήρηση ή την απόδειξη ότι υπάρχει πάντα απόλαυση. Σε αυτό το επίπεδο – επίπεδο που σίγουρα χρειάζεται συγκεκριμενοποίηση – υπάρχει κάποιο είδος πληρότητας. Από όποια διαδρομή  κι αν περνάει, το αποτέλεσμα είναι η απόλαυση. Και το υποκείμενο τυγχάνει να μην αναγνωρίζει εαυτόν εκεί, να μπερδεύεται. Αυτό μετέφρασε ο Λακάν μιλώντας για την ακέφαλη ενόρμηση, ή και ακόμα γράφοντας στη θέση τού αυτό απολαμβάνει ένα αυτοαπολαμβάνεται. Ή ακόμα περνώντας από το «Σκέφτομαι άρα είμαι» στο «Σκέφτομαι άρα αυτοαπολαμβάνεται».

Είναι μια επισήμανση που βρίσκουμε εκφρασμένη σε στοιχειώδη μορφή στο 11ο Σεμινάριο, σελίδα 151, στην αρχή του κεφαλαίου που τιτλοφορείται «Αποσυναρμολόγηση της ενόρμησης»  και που εντοπίζει ακριβώς αυτό το παράδοξο της απόλαυσης που υπάρχει πάντοτε. «Οι ασθενείς», λέει ο Λακάν,«δεν ικανοποιούνται, όπως λέγεται, από αυτό που είναι. Και όμως εμείς ξέρουμε πως όλα όσα είναι οι ίδιοι, όλα όσα ζουν, ακόμη και τα συμπτώματά τους, σχετίζονται με την ικανοποίηση.» Το παράδοξο είναι κατά βάθος ότι «όντας μέσα σε αυτή την τόσο λίγο ικανοποιητική κατάσταση, εκείνοι ικανοποιούνται». Και προσθέτει: «όλο το ζήτημα είναι ακριβώς σε τι συνίσταται αυτό που ικανοποιείται εκεί».[1]

Ιδού μια προοπτική για το υποκείμενο που φαίνεται απάνθρωπη εφόσον – ακόμη και αν δεν είναι η μόνη που μπορούμε να ακολουθήσουμε – οδηγεί στο να μπουν εντός παρενθέσεως το παράπονο, η εκπεφρασμένη, η δηλούμενη οδύνη ώστε να αναζητήσουμε σε τι τελικά βολεύεται το υποκείμενο που διαμαρτύρεται.

Πώς πετυχαίνει αυτό που ο Λακάν αποκαλεί «το ίδιον είδος ικανοποίησης»; Υπάρχει πράγματι εδώ μια μικρή ένδειξη. «Το ίδιον είδος ικανοποίησης» σημαίνει ότι υπάρχει εν προκειμένω ένας άγνωστος x.  Αυτή η ικανοποίηση δεν ξέρουμε ποια είναι. Ωστόσο εκείνο που έχουμε μπροστά μας σε ανάλυση είναι ένα σύστημα που επιτυγχάνει το δικό του είδος ικανοποίησης. Είναι η οπτική που ο Λακάν συνόψισε στην «Τηλεόραση» με μια φράση που έχω ήδη αναφέρει πολλές φορές: «Το υποκείμενο είναι πάντα ευτυχισμένο».

Αυτό θα δικαίωνε σε τελική ανάλυση τη μοναδική συνεδρία την οποία οραματιζόταν ένας Αμερικανός συνάδελφος. Τη φανταζόταν μάλιστα μεγάλης διάρκειας. Διαπιστώνοντας  ότι στις πρώτες μάλλον συνεδρίες υπήρχε αφθονία πληροφοριακού, θα λέγαμε, υλικού και καθώς, για λόγους κάλυψης από την Κοινωνική Ασφάλιση είχαμε ήδη οδηγηθεί σε βραχείες θεραπείες δώδεκα συνεδριών, θεωρούσε ότι θα μπορούσαμε οριακά να τις μειώσουμε σε μία μοναδική, μία συνεδρία, κάπως μεγαλύτερης διάρκειας, που θα κρατούσε μία ημέρα. Φυσικά, υπό το πρίσμα αυτού που αναφέρω εδώ, θα μπορούσε να συνίσταται στο να πείσει κανείς το υποκείμενο, αφού θα είχε παρουσιάσει όλα του τα βάσανα, με μια δυνατή χειραψία, όχι απλώς ότι όλα θα διευθετηθούν, αλλά ότι όλα έχουν ήδη διευθετηθεί. 

Όμως φυσικά, τα πράγματα δεν εξελίσσονται έτσι. Και αναλαμβάνουμε να ανακατευτούμε λιγάκι. Το παράδοξο είναι ότι και σε αυτό το επίπεδο, για ακόμη μια φορά, ουδεμία έλλειψη. Σε αυτή την προοπτική, για να το θέσω έτσι, δεν είναι η ρητορική της έλλειψης που λειτουργεί. Σε αυτή την προοπτική, έχουμε μόνο πληρότητα. Ωστόσο, αυτό που ο Λακάν  μας καλεί να σκεφτούμε είναι ότι εάν ανακατευόμαστε σε αυτή την υπόθεση και καταπιανόμαστε με αυτό το σύστημα που λειτουργεί, που αυτοσυντηρείται, το κάνουμε γιατί η κατάσταση ικανοποίησης πρέπει να διορθωθεί, να διορθωθεί στο επίπεδο της ενόρμησης. Αυτό είναι τεράστιο ζήτημα. Το ζήτημα είναι λοιπόν πώς η ομιλία, η δοκιμασία του υπό έλλειψη όντος που συνιστά η ομιλία, θα μπορούσε να επιτύχει αυτήν ακριβώς τη διόρθωση της μόνιμης κατάστασης ικανοποίησης. Αυτό είναι το θέμα. Αυτό είναι το σημείο που αναφέρω, υπογραμμίζοντας το μάλιστα με την ευκαιρία, το οποίο επανέρχεται και για το οποίο λέω τελικά στον εαυτό μου ότι δεν το κοίταξα ποτέ κατάματα: Πώς μπορεί η ομιλία να διορθώσει τη μόνιμη κατάσταση ικανοποίησης αυτού του συστήματος όπου όλα διευθετούνται;

Συνεπώς, υπό τον τίτλο ‘Silet’, θα ήθελα να προχωρήσω  σε μια ορισμένη μελέτη εκείνου για το οποίο χρησιμοποιώ πληθυντικό, μια μελέτη των τρόπων της απόλαυσης. Είναι αυτό που εμπλέκεται ήδη σε αυτό το ίδιον είδος ικανοποίησης. Από τη στιγμή που υιοθετούμε αυτή την προοπτική όπου δεν υπάρχει έλλειψη και εφόσον τίθεται εντούτοις το ζήτημα μιας τροποποίησης, μιας αλλαγής – και ας κρατήσουμε αυτή τη δυνατή λέξη -, μιας διόρθωσης, τότε αναγκαστικά, οδηγούμαστε σε μια πολλαπλότητα.

Πράγματι, εάν δεν υφίσταται έλλειψη σε αυτό το επίπεδο, θα πρέπει τουλάχιστον να μπορούμε να πούμε ότι περνάμε από έναν τρόπο απόλαυσης σε έναν άλλο. Το αποτέλεσμα αυτής της μετάβασης θα παραμένει πάντοτε ένα θετικό υπόλοιπο, που όμως θα επιτυγχάνεται κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο. Θα πρέπει η εν λόγω διαφορά να βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αποσπάται αυτό το σταθερό αποτέλεσμα και εκεί άρα οφείλουμε να εισάγουμε αυτές τις διαφορές των τρόπων απόλαυσης. 

Aντί αυτού του αυστηρού Silet, θα μπορούσα να είχα πει «Τρόποι απόλαυσης». Όμως τότε δεν ξέρω ποιο θα ήταν το κοινό μου. Προτίμησα λοιπόν το silet. Κατά βάθος διατηρεί την έννοια του μοναδικού σκοπού, ότι δηλαδή αυτό εργάζεται για την απόλαυση, ότι είναι ένα όλα για την απόλαυση με τη διαφορά να εισάγεται μόνο στο επίπεδο των μέσων. Όσο περισσότερο τονίζουμε τη θετικότητα και τη μοναδικότητα του τελικού σκοπού της λειτουργίας του ψυχικού οργάνου, άλλο τόσο θα πρέπει να διαχωρίζουμε προσεκτικά τις διάφορες τροπικότητες της απόλαυσης.

Φέρνω εδώ φυσικά το γεγονός ότι ο Λακάν, ακολουθώντας το νήμα αυτής της προβληματικής, θεώρησε το ίδιο το σύμπτωμα έναν τρόπο απόλαυσης. Είναι κάτι που εμπεριέχεται ήδη σε αυτή τη διαφορά. Το σύμπτωμα που πονάει, για το οποίο παραπονούμαστε, είναι, στην πραγματικότητα, μια απόλαυση ή για την ακρίβεια λέει ο Λακάν, ένας τρόπος απόλαυσης, ένας τρόπος απόλαυσης μέσω του πόνου.  Η διατύπωση αυτή, η οποία βρίσκεται ακριβώς στην αιχμή της διδασκαλίας του, αντιλαμβανόμαστε ότι, όπως συμβαίνει συχνά στον Λακάν, αποτελεί επίσης για μια μεταγραφή που αναδεικνύει εκείνο που είναι το πλέον θεμελιώδες από την αναλυτική σκοπιά. Το σύμπτωμα ως τρόπος απόλαυσης, ιδού μια διευκρίνιση που έρχεται εδώ, η πρώτη κατά τη μελέτη μας των τρόπων απόλαυσης. Απόλαυση του ασυνειδήτου! Θα το εξετάσουμε περαιτέρω.

Άραγε μόνο το σύμπτωμα είναι τρόπος απόλαυσης του ασυνειδήτου; Άραγε μπορούμε να απολαμβάνουμε από το ασυνείδητο μόνο υπό τη μορφή του συμπτώματος; Η απάντηση είναι όχι. Για την ακρίβεια, η αναλυτική διαδικασία έχει ως στόχο να αλλάξει τον τρόπο απόλαυσης του ασυνειδήτου, αλλά μπορούμε να φτάσουμε να πούμε -όπως το είπα ακροθιγώς πέρσι χωρίς να επιμείνω γιατί είναι κάτι που τραντάζει λιγάκι τα θεμέλια- ότι θα μπορούσε ακόμη και η ίδια η αναλυτική διαδικασία να είναι ένας άλλος τρόπος απόλαυσης του ασυνειδήτου. Και το καλύτερο που θα μπορούσαμε να υποθέσουμε είναι ότι θα έπρεπε να περάσουμε από αυτόν τον τρόπο απόλαυσης, να περάσουμε δηλαδή ακριβώς από τον αναλυτικό τρόπο απόλαυσης του ασυνειδήτου ώστε να αλλάξουμε, να διορθώσουμε τον τρόπο που απολαμβάνουμε από το ασυνείδητο. Ταυτόχρονα όμως, περνώντας από αυτόν τον τρόπο απόλαυσης θα μπορούσε να συμβεί να μείνουμε εκεί κολλημένοι, προσδεδεμένοι στον αναλυτικό τρόπο απόλαυσης του ασυνειδήτου. 

Ιδού, εντέλει, το σημείο της αφετηρίας μου. Η αλήθεια, έτσι όπως  της έδωσε πνοή ο Λακάν στην περίφημη προσωποποιία, λέει: « Εγώ, η αλήθεια, μιλάω ». Όμως δεν είναι το ίδιο που λέει τελικά η απόλαυση. Η απόλαυση δεν λέει ότι μιλάει. Θα μπορούσε να είναι το Πράγμα. Ο Λακάν θα μπορούσε να είχε φανταστεί έτσι την προσωποποιία του Πράγματος, του das Ding. Τουναντίον όμως! Η απόλαυση δεν λέει εγώ μιλάω. Ούτε λέει εγώ δεν μιλάω. Επειδή εάν ήταν έτσι, θα την πιάναμε να αντιφάσκει. Όχι! Η απόλαυση: silet.  Η αλήθεια -το έχουμε ήδη αντιληφθεί- είναι πολύ αμφίβολο αν θα μπορούσε τελικά να πει την αλήθεια για την απόλαυση. Δεν είναι χωρίς λόγο που ο Λακάν έθεσε τον όρο του κατ’ επίφασιν (semblant) για να μπορεί να πει ότι η αλήθεια μόνο κατ’ επίφασιν μπορεί να μιλήσει για την απόλαυση.

Ανακοίνωσα στην αρχή ότι εντοπίζω την αφετηρία μου, δηλαδή για την ακρίβεια το σημείο που με δυσκολεύει και του οποίου ανέβαλα την μεθοδική εξέταση, στις τρεις παρουσιάσεις που έπρεπε να κάνω στο μεσοδιάστημα. Θα ήθελα αυτή τη φορά να συλλέξω την ουσία αυτού που με απασχόλησε σε αυτές. Οι τρεις τους  προσέγγιζαν το φετινό μου θέμα.

Σχετικά με τις Κατασκευές στην ψυχανάλυση του Φρόυντ, κείμενο  για το οποίο επινόησα μια διατύπωση που αποκάλεσα τύπου Αϊνστάιν –είναι σίγουρα κατ’ επίφασιν τύπου Αϊνστάιν- την εισήγαγα σύμφωνα με μια πληροφορία –πληροφορία στην οποία θα επανέλθω- για τις δυνατότητες (τις εξουσίες), για την ισχύ της ομιλίας. Τελικά, αυτές τις δυνατότητες της ομιλίας, τις οδήγησα πολύ γρήγορα προς την κατεύθυνση της σιωπής. Αυτή ήταν λοιπόν η πρώτη οδός. Ενδιαφέρθηκα για τις «δυνατότητες της ομιλίας» και το πρότεινα ως τίτλο για αυτό το Συνέδριο πάνω στην ερμηνεία. Προκειμένου να μην πω ερμηνεία, έπειτα από συζήτηση με άλλους συναδέλφους, σκέφτηκα αυτή τη διατύπωση, «Οι δυνατότητες της ομιλίας». Νομίζω ότι η εν λόγω διατύπωση συνοψίζει επαρκώς αυτό που ενέπνευσε την αφετηρία του Λακάν στην Εισήγησή του με τίτλο «Λειτουργία και πεδίο της ομιλίας και της γλώσσας στην ψυχανάλυση». Από αυτό το σημείο ξεκίνησε ο Λακάν, από μια πραγματική εξύμνηση των δυνατοτήτων της ομιλίας.  

Το τρίτο μέρος αυτού του εμβληματικού κειμένου αφορά παρεμπιπτόντως την τεχνική, είναι αφιερωμένο στην τεχνική της θεραπείας. Προοριζόταν να αναδείξει το πώς να κάνουμε χρήση της ομιλίας στην αναλυτική εμπειρία προκειμένου να αντλήσουμε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Είναι λοιπόν ένα κομμάτι που αφορά με τρόπο αλληλέγγυο τη διάσταση της τεχνικής της ερμηνείας και τη λειτουργία του χρόνου, στον βαθμό που η χρονική στίξη, το «Αρκεί! Ελάτε την επόμενη φορά!», είναι η ίδια η κόψη ερμηνείας με την έννοια του Λακάν. 

Η διατύπωση «οι δυνατότητες της ομιλίας» έχει ήδη χρησιμοποιηθεί από κάποιον ονόματι Ρενέ Ντωμάλ (René Daumal), που είναι απολύτως εντοπίσιμος κατά τη χαρτογράφηση της γαλλικής ποίησης, καθώς ήταν ένας από τους εμψυχωτές ενός παρασουρεαλιστικού κινήματος, το οποίο ήταν φιλικά προσκείμενο στον Αντρέ Μπρετόν και το οποίο ονομαζόταν Το μεγάλο παιχνίδι (Le Grand jeu)[2]. Αυτός ο Ρενέ Ντωμάλ, στον οποίον παρεμπιπτόντως ο Μπρετόν αναφέρεται σε ένα από τα Μανιφέστα του, αφιέρωσε μια ακριβή μελέτη πάνω στην ρητορική της Ινδίας. Την πραγματοποίησε πριν τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο υπό τον τίτλο: Οι δυνατότητες της ομιλίας. Η θέση που εξέθεσα  εν τάχει είναι ότι αυτό το άρθρο του Ρενέ Ντωμάλ πάνω στις δυνατότητες, τις εξουσίες της ομιλίας είναι στην πραγματικότητα μια πηγή έμπνευσης για τον Λακάν χωρίς να την αναφέρει, στο τρίτο μέρος του « Λειτουργία και πεδίο της ομιλίας και της γλώσσας στην ψυχανάλυση». Αυτό το άρθρο του Ντωμάλ είναι του 1938 και ξαναδημοσιεύτηκε σε πιο περιεκτική μορφή το 1940 σε έναν άλλο, με τίτλο: «Για μια εισαγωγή στην ινδική ποιητική τέχνη» (Pour accéder à l’art poétique hindou). 

Αυτός ο Ρενέ Ντωμάλ ήταν ήδη ένας λακανικός πριν από το γράμμα, αν μου επιτρέπετε, εφόσον επιχείρησε την κατασκευή ενός μαθηματικού τύπου της ισχύος της ομιλίας. Η θεωρητική του βάση δεν ήταν ο Σωσσύρ (Saussure), αλλά η ινδική ρητορική. Αυτή η ρητορική καθιστά τη λέξη σύνδεση φωνημάτων και νοήματος. 

Θα μπορούσαμε κατ’ επέκταση να γράψουμε την εξίσωση: λ= φ+ν 

Το νόημα, σε αυτή τη ρητορική, είναι ακριβώς αυτό που βαφτίζεται δυνατότητα. Διακρίνουμε τρεις τύπους. Πρώτον, το κυριολεκτικό νόημα, αυτό που βρίσκουμε στο λεξικό. Δεύτερον, το νόημα ως απεικονιστικό ή μεταφορικό (sens figuré) και το οποίο επίσης βρίσκεται στο λεξικό. Όμως αυτό που έχει τη μεγαλύτερη αξία είναι το τρίτο, αυτό που ο Ντωμάλ αποκαλεί νόημα υπονοούμενο/υπαινισσόμενο (sens suggéré). Αυτό είναι που μετράει πιο πολύ, στον βαθμό που δεν μπορούμε να το κωδικοποιήσουμε. Είναι το νόημα το οποίο εξαρτάται από την περίσταση, τον τόπο και τη στιγμή. Εξαρτάται δηλαδή από το πλαίσιο.

Είναι αυτή η τρίτη δυνατότητα της ομιλίας η οποία, για να ακριβολογούμε, σε σχέση με τα άλλα κωδικοποιημένα νοήματα, εκείνα που βρίσκουμε στο λεξικό, είναι ένα υπερ-νόημα. Επαναδιατυπώνω εδώ τα πράγματα με τον δικό μας τρόπο, μόνο που η τόσο λακανική έκφραση υπέρ-νόημα βρίσκεται ήδη στον Ρενέ Ντωμάλ. Νομίζω ότι άφησε έναν απόηχο στον Λακάν. Εκεί είναι που ο Ντωμάλ προτείνει τον μαθηματικό τύπο του υπέρ-νοήματος. Αναζητώντας τη γραφή αυτού που θα συνιστούσε την αξία του μεταφορικού νοήματος σε σχέση με το κυριολεκτικό, θέτει ότι το μεταφορικό νόημα είναι το κυριολεκτικό νόημα συν ένα x που είναι ακριβώς το υπέρ-νόημα:

μ= κ + x

Αυτό το υπέρ-νόημα, ο Ντωμάλ το ξαναβρίσκει στα σανσκριτικά με τη μορφή της λέξης ντχβάνι(dhvani), το οποίο αποδίδει ως αντήχηση του λόγου. Φαίνεται ότι αυτό είναι που τράβηξε την προσοχή του Λακάν.  Δείτε στις σελίδες 294, 295 και 317 των Γραπτών, αυτή τη λέξη ντχβάνι  που μεταφράζεται ως αντήχηση.[3]

Θα ήθελα να βρω το χρόνο να μελετήσω τη θεωρία της αντήχησης του λόγου στην ινδική ρητορική. Το υλικό είναι άφθονο. Εντοπίζονται εκεί 5355 διαφορετικές αντηχήσεις της ομιλίας και για να τις δούμε μία-μία, θα έπρεπε πραγματικά να το κάνουμε γρήγορα. Αλλά αυτές οι 5355 αντηχήσεις, ή εκδοχές υπέρ-νοήματος, είναι αυτό που συνιστά την ουσία αυτού που ο Λακάν στο κείμενο του αποκάλεσε «ποιητική του φροϋδικού έργου». Με τον ίδιο τρόπο που είχαμε πάρει πέρσι σαν οδηγητήριο νήμα μια λογική εμπνευσμένη από τον Φρόυντ, φέτος θα μας οδηγήσει μάλλον η φροϋδική ποιητική. 

Ωραία, θα σταματήσω εδώ για σήμερα και σας δίνω ραντεβού για την ερχόμενη Τετάρτη. 

Μετάφραση: Παναγιώτης Κοσμόπουλος

Επιμέλεια: Νασία Λινάρδου    

[1] Lacan Jacques, Le Séminaire, Livre XI, Les quatre concepts fondamentaux de la psychanalyse, texte établi par J.-A. Miller, Seuil, 1973, σ.151.

[2] Le Grand jeu, όνομα της Revue littéraire και κατ’ επέκταση της ομάδας γύρω από την έκδοσή της από το 1927 μέχρι το 1932.

[3]  « Η θεωρία του ντχβάνι δεσπόζει στη σκέψη των Ινδών ποιητών. Γι αυτούς, το ντχβάνι (=ήχος) περιγράφει την αντήχηση του νοήματος και των συναισθημάτων που προέρχονται από το αρχικό νόημα των λέξεων που συνθέτουν το ποίημα. Ο Αμπχιναβαγκούμπτα, ο οποίος έζησε προς το τέλος του 10ου αιώνα και είναι ο σημαντικότερος φιλόσοφος του σιβαϊσμού του Κασμίρ, υποστηρίζει τη θεωρία του ντχβάνι λέγοντας ότι ένα καλλιτέχνημα υπαινίσσεται μάλλον παρά εκφράζει ρητά την αισθητική συγκίνηση». «Σημειώσεις των μεταφραστών», σημ. 80, στο Λειτουργία και πεδίο της ομιλίας και της γλώσσας στην ψυχανάλυση, Μετάφραση Νασία Λινάρδου-Μπλανσέ, Ρεζινάλντ Μπλανσέ, εκδόσεις Εκκρεμές, σελ. 217. Βλέπε επίσης: «Ο υπαινιγμός του ντχβάνι», Νασία Λινάρδου-Μπλανσέ, στο Η Ψυχανάλυση, τεύχος 4, έκδοση υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Σχολής ψυχανάλυσης, Το Λακανικό Γράμμα, Αθήνα, 1999. 

Το ψηφιακό περιοδικό της ΑΚΣΠΑ
ΤΕΥΧΟΣ 1

ΤΕΥΧΟΣ 1

ΤΕΥΧΟΣ 2

ΤΕΥΧΟΣ 2

ΤΕΥΧΟΣ 3

ΤΕΥΧΟΣ 3

ΤΕΥΧΟΣ 4

ΤΕΥΧΟΣ 4

ΤΕΥΧΟΣ 5

ΤΕΥΧΟΣ 5