Βλέπω, βλέπομαι άρα υπάρχω; Ή υπάρχω για να βλέπομαι;*

Παναγιώτης Κατσαρός

Διαβάζοντας κανείς το θέμα αυτής της παρουσίασής δεν μπορεί παρά να σκεφτεί την σχέση του με το καρτεσιανό cogito. Αφορμή αποτέλεσε ο σχολιασμός του Λακάν στο 11ο Σεμινάριο2 αναφορικά με την νεαρή Μοίρα και το σημείο όπου λέει: «με έβλεπα να βλέπομαι», κάτι που ο Λακάν εξετάζει στη συνέχεια σε σχέση με το cogito, βάζοντας το ερώτημα του πώς αυτό μπορεί να συσχετίζεται με αυτό τον θεμελιακό τρόπο σκέψης με βάση τον οποίο το υποκείμενο αυτοσυλλαμβάνεται ως σκέψη.

Ποια είναι η σχέση του υποκειμένου με το βλέμμα, το βλέμμα στη σύγχρονη εποχή;

Ο Μερλώ Ποντύ μάς το τονίζει: «Είμαστε όντα που μας κοιτάζουν μέσα στο θέαμα του κόσμου. Εκείνο που μας κάνει συνείδηση μάς καθιστά ταυτόχρονα speculum mundi»3.

Ο Λακάν λέει ότι υπάρχει ικανοποίηση στο να είμαστε κάτω από αυτό το βλέμμα  χωρίς όμως να μας το δείχνουν. Το θέαμα του κόσμου εμφανίζεται λοιπόν ως  πανθορόν. Αυτό είναι η  φαντασίωση της πλατωνικής προοπτικής, ενός απόλυτου όντος το οποίο είναι πανθορόν. Πόσο κοντά είμαστε σ’ αυτό σήμερα;

Η αρχική μου σκέψη ήταν να μιλήσω για τη σχέση του σύγχρονου υποκειμένου με το βλέμμα και, πιο συγκεκριμένα, για τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Αυτή η προοπτική δημιουργήθηκε από το παρακάτω απόσπασμα από το 11ο Σεμινάριο του Λακάν: «Ξεκινώντας πρέπει να επιμείνω στο εξής: στο σκοπικό πεδίο το βλέμμα βρίσκεται απέξω, με κοιτάζουν, δηλαδή είμαι πίνακας. Αυτή ακριβώς είναι η λειτουργία που βρίσκεται στα μύχια της θεσμοθέτησης του υποκειμένου εντός του ορατού. Εκείνο που θεμελιωδώς με καθορίζει μέσα στο ορατό είναι το βλέμμα που υπάρχει απέξω. Μέσω του βλέμματος μπαίνω στο φως και από το βλέμμα δέχομαι την επίπτωσή του. Από όπου προκύπτει ότι το βλέμμα είναι το όργανο μέσα από το οποίο το φως ενσαρκώνεται και μέσα από το οποίο -αν μου επιτρέπετε να χρησιμοποιήσω μια λέξη, όπως το κάνω συνήθως, διασπώντας την– φωτο- γραφίζομαι.»4

Η τελευταία φράση ειδικά μου θύμισε την σχέση μου με την φωτογραφία. Όμως, τόσο αυτή την ανάμνηση όσο και η πρόταση από την σύζυγό μου να μιλήσω για το βλέμμα μέσα από ένα παλιό αγαπημένο μου χόμπι, ξεχάστηκε. Έτσι κι αλλιώς αυτό κάνω εδώ και πάρα πολλά χρόνια με αυτό το χόμπι, το έχω αφήσει. Το έχω αφήσει λόγω ενός συμβάντος αλλά και λόγω επεξεργασιών στην προσωπική μου ανάλυση.

Ήρθε, λοιπόν, μια απρόσμενη συζήτηση με την Πολίνα Αγαπάκη στο τέλος μιας παρουσίασης του «Σινεμά και Ψυχανάλυση», η οποία λειτούργησε ακριβώς όπως η φωτογραφία. Και αναφέρομαι όχι τόσο στην ψηφιακή φωτογραφία όσο στην έντυπη φωτογραφία, αυτήν την παλιά, όταν πηγαίναμε τα καρούλια με τα φιλμ στο φωτογραφικό εργαστήρι για εκτύπωση.

Τότε, πέραν του χρόνου της επεξεργασίας για την εκτύπωση που χρειαζόταν, υπήρχε και ο χρόνος που είχε περάσει από τη στιγμή του «κλικ», που έδινε εντολή στο διάφραγμα να ανοίξει και που σε κλάσματα του δευτερολέπτου ακολουθούσε το στιγμιαίο άνοιγμα του φωτοφράκτη εκθέτοντας το φιλμ πάνω στο φως. Φιλμ…. εκείνη η διάτρητη, πάνω και κάτω, εύκαμπτη, φωτοευαίσθητη πλαστική ταινία, στρωμένη με αλογονούχες ενώσεις αργύρου που μέσω της φωτογραφικής μηχανής αποτύπωνε τις στιγμές που για μένα είχαν νόημα. Το χρονικό διάστημα που μεσολαβούσε από εκείνο το κλικ ως τη χειροπιαστή φωτογραφία, ήταν μεγάλο. Η φωτογραφία, λοιπόν, έρχονταν να θυμίσει, μετά από κάποιο καιρό, να ξαναδείξει την στιγμή κατά την οποία τραβήχτηκε. Να φανερώσει μια στιγμή του παρελθόντος την οποία πιθανόν είχα ζήσει. Και λέω «πιθανόν» γιατί δεν ήταν λίγες οι φορές που δεν θυμόμουν εκείνες τις στιγμές. Ένα από τα πράγματα που συνειδητοποίησα κάποια φορά ήταν ότι πολλές φορές δεν συμμετείχα στη στιγμή την οποία ήθελα να κρατήσω σφιχτά και για πάντα μαζί μου. Είχα την εικόνα, αλλά έλειπε το συναίσθημα της στιγμής εφόσον είχα την αγωνία να βρω την σωστή θέση, το σωστό φως, την κατάλληλη στιγμή.  Αντί, λοιπόν, να ήμουν αυτός που συμμετέχει στη στιγμή, που τη ζει χωρίς το άγχος να την κρατήσει για πάντα, είχα γίνει ο μάρτυρας της στιγμής. Μια στιγμή που κατέγραφα για εμένα αλλά εγώ ήταν σαν να έλλειπα.

Από την άλλη, σε αρκετές περιπτώσεις, όσο και αν προσπαθούσα να ελέγξω το αποτέλεσμα, δεν ήταν πάντα αυτό που ήθελα. Σε άλλες περιπτώσεις, το αποτέλεσμά της με αποζημίωνε περισσότερο από το αναμενόμενο, εφόσον το τυχαίο, η δύναμη της φυσικής, είχε πολλές φορές άλλη γνώμη από εμένα και από την τεχνική μου. Οπότε, η φωτογραφία ήταν το μέσο που δεν επέτρεπε τη λήθη, κοντολογίς την απώθηση. Η φωτογραφία είναι εκεί για να σου θυμίζει και να σε εκπλήσσει. Και αυτός ήταν ο σκοπός που εγώ φωτογράφιζα. Να θυμάμαι. Να δημιουργήσω μνήμες, να μην αφήσω να κάτι πεθάνει, να επαναλαμβάνω στο διηνεκές κάτι που έχει συμβεί μόνο μια φορά, μια στιγμή και δεν θα μπορέσει να υπάρξει ξανά. Να σώσω την στιγμή, να απαθανατίζω!

Οπότε γίνεται, ίσως, κατανοητό γιατί έφερα κοντά την φίλη μου την Πολίνα με την φωτογραφία. Ήρθε να μου θυμίσει ότι κάποτε εγώ φωτογράφιζα, να μου θυμίσει την πρόσφατη κουβέντα με την σύζυγό μου, ότι η φωτογραφία ήταν ένα από τα βασικά μου χόμπι. «Μα εσύ δεν ήσουν που φωτογράφιζες! Γιατί δε μας λες την εμπειρία σου;» ήταν η πρόταση της. «Την εμπειρία σου γύρω από το βλέμμα του φωτογράφου;»

Μου θύμισε την χαρά και την συγκίνηση αλλά και την ικανοποίηση που έπαιρνα όταν προσάρμοζα τη φωτογραφική μηχανή στο μάτι μου μέσα απ’ αυτή τη μικρή τρυπούλα, που σαν μέσα από μια άλλη κλειδαρότρυπα απολάμβανα να βλέπω τον κόσμο «με άλλο μάτι». Ο κόσμος περιοριζόταν σε αυτό που εγώ επέλεγα, πλαισιώνονταν διαφορετικά, έπαιρνε άλλη προοπτική. Παρατηρούσα αλλιώς τις εκφράσεις των ανθρώπων και προσπαθούσα να πιάσω, να συλλάβω αυτό που δεν φαινόταν με γυμνό μάτι. Το μάτι, λοιπόν, είχε αναχθεί σε όργανο απόλαυσης. Ήταν ένα λιβιδινικοποιημένο όργανο πέρα απ’ την ενστικτική του γνώση που έχει να κάνει με τον προσανατολισμό στο χώρο.  Απολάμβανα απ’ αυτό. 

Έβλεπα, άρα υπήρχα; Πιθανόν να ήταν μία εκδοχή της ύπαρξης. Θα μπορούσα να πω ότι ήταν ένας από τους τρόπους που με οργάνωνε ως υποκείμενο.

Ας σκεφτούμε αυτό που ο Λακάν λέει αναφορικά με το αντιληπτό και το υποκείμενο της αντίληψης, το perceptum και το percipiens. Το αντιληπτό το εκλαμβάνει ως μια δομή σημαίνοντος, είναι δομημένο σαν μια γλώσσα και το υποκείμενο της αντίληψης είναι συνάρτησή του, δηλαδή, είναι επιτέλεσμά του. Το υποκείμενο δομείται, καθορίζεται από το αντιληπτό.

Όμως, εκείνο που οργανώνει μέσα στο ορατό δεν ήταν, μάλλον, μόνο το γεγονός ότι εγώ έβλεπα και έπαιρνα ικανοποίηση μέσα από αυτό. Ήταν επίσης το γεγονός όπως το δηλώνει ρητά ο Λακάν: «Εκείνο που με καθορίζει εντός του ορατού είναι το βλέμμα που υπάρχει απ’ έξω.»

Στη συνέχεια, αυτό που είχα παράξει, τη φωτογραφία δηλαδή, την κρατούσα για πάντα μαζί μου, σαν η μνήμη μου να μην έφτανε. Ή μάλλον,  καλύτερα, σαν η ικανοποίηση από το βλέμμα να μην είχε κορεσμό. Ήθελα ξανά και ξανά να τις βλέπω, στα άλμπουμ, στις μεγεθύνσεις κάποιων απ’ αυτές,  βάζοντάς τες στον τοίχο ή βλέποντάς τες στο πανί κάποια βράδια μέσω της συσκευής σλάιντ. Ένα οπτικό πλεόνασμα απόλαυσης;

Ο Μιλέρ στο κείμενό του με θέμα «Η κυρίαρχη εικόνα» λέει: «Η ενόρμηση ως αποτέλεσμα τίθεται υπό την κυριαρχία της εικόνας. Η εικόνα είναι επομένως κυρίαρχη με την έννοια ότι φαίνεται να κυριαρχεί στην απόλαυση.»5

Θα μπορούσα να πω ότι τόσο το βλέμμα όσο και η φωτογραφία, η εικόνα, λειτουργούσε ως συμπυκνωτής της απόλαυσής μου. Το βλέμμα δεν ήταν ένα αχαλίνωτο βλέμμα, ήταν ένα βλέμμα περιορισμένο μέσα από την οπή του προσοφθάλμιου της φωτογραφικής μηχανής.

Μέσα από τη φωτογραφία, μέσα από το βλέμμα, έκανα το προς φωτογράφιση αντικείμενο να υπάρχει, να μην πεθάνει. Θα μπορούσα να πω, εδώ, ότι μ’ αυτή την απόλαυση μέσα από το οπτικό, μέσα από το κοίταγμα και την ανάγκη μου να υπάρχει για πάντα, ερχόμουν σ’ επαφή και διαμεσολάβηση με τον ευνουχισμό με τον οποίο πάλευα με νύχια και με δόντια μέσα από αυτό το «να μην πεθάνει», «να είναι για πάντα εδώ» και να μπορώ να απολαμβάνω από την εικόνα του.

Αυτό που μου ξύπνησαν τα λακανικά αναγνώσματα ήταν η μνήμη του πώς έβλεπα μέσα από το φακό τα πράγματα και τη σχέση μου με τον κόσμο: αυτό που σημείωνα προηγουμένως, ότι δηλαδή τα έβλεπα με άλλη προοπτική· το πώς τα πράγματα, τα αντικείμενα, δηλαδή, ο κόσμος μού προκαλούσε το βλέμμα. Ο Λακάν λέει: «Παίρνω εδώ την δομή στο επίπεδο του υποκειμένου, αλλά αυτή αντανακλά κάτι που βρίσκεται ήδη μέσα στην φυσική σχέση που το μάτι εγγράφει ως προς το φως. Δεν είμαι απλώς αυτό το σημειακό ον που επισημαίνεται στο γεωμετρικό σημείο απ’ όπου συλλαμβάνεται η προοπτική. Βέβαια στο βάθος του ματιού μου ζωγραφίζεται ο πίνακας. Ο πίνακας σίγουρα είναι μέσα στο μάτι μου. Όμως, εγώ είμαι μέσα στον πίνακα»6.

Υπήρχε λοιπόν αυτή η συνδιαλλαγή με το αντικείμενο. Όταν έστηνα την μηχανή και κοιτούσα μέσα από το προσοφθάλμιο, δεν αποτελούσα μόνο αυτό το μάτι που προσλαμβάνει την προοπτική αλλά, όπως λέει ο Λακάν, γινόμουν και εγώ πίνακας.  Με απλά λόγια, το αντικείμενο ήταν εκεί και έπαιρνε σάρκα και οστά, με κοιτούσε και το κοιτούσα, υπήρχε μια ανταλλαγή βλεμμάτων, αν μπορώ να το πω έτσι, μια γρήγορη συνομιλία.

Το σημείο από το οποίο με βλέπουν τα αντικείμενα, με βλέπει ο κόσμος, ήταν και είναι έξω από το πεδίο της αναπαράστασής μου για τον κόσμο. Δεν ήταν κάτι που συνειδητά μπορούσα να το συλλογιστώ ούτε και με αφορούσε. 

Η προϋπόθεση για να μπορέσω να συλλογιστώ το θέαμα του κόσμου, να το θαυμάσω, να το φωτογραφίσω, ήταν και είναι να μην βλέπω τον εαυτό μου να βλέπω και να βλέπεται. Να μπορεί το βλέμμα να κινείται.

Κάθε φορά που προσάρμοζα την φωτογραφική μηχανή στο μάτι μου ήταν σαν να σιγεί ο κόσμος από την βοή, από την πολλή πληροφορία που έπαιρνα απ’ τα ερεθίσματα και συγκεντρωνόμουν στη σκηνή με την οποία ήμουν πια σε άμεση σχέση. Εγώ και το αντικείμενο, εγώ και η σκηνή του κόσμου που μου τραβούσε το βλέμμα. Και ήταν μια σχέση ναι, μεν, για λίγα δευτερόλεπτα, αλλά μια σχέση αδιάρρηκτη. Δανείζομαι από τον Μπαρτ την περιγραφή: «ένα είδος ομφάλιου λώρου συνδέει το σώμα μου με το προς φωτογράφιση αντικείμενο και το βλέμμα μου.»7

Ίσως ακόμη και αυτή η σχέση με την φωτογραφική μηχανή, η οποία με βοηθούσε σε αυτό τον περιορισμό της ματιάς μου, το καδράρισμα, το πλαίσιο, αυτή η μικρή σχισμή από την οποία κοιτούσα, να έχει να κάνει με αυτή την ισοδυναμία με το αντικείμενο (α) όπως λέει ο Μιλέρ στην «Κυρίαρχη εικόνα»: «το βλέμμα είναι ακριβώς η ενσάρκωση του αντικειμένου (α). Είναι μια υλική ενσάρκωση γιατί η σχέση με το φως του είναι απαραίτητη.»8

Και αυτό ήταν που κινητοποιούσε την επιθυμία μου.

Έβλεπα από πριν πώς μπορεί να είναι αυτό το αντικείμενο μέσα στην βοή των υπόλοιπων αντικειμένων, ξεχωριστό και μοναδικό, ώστε να αναδείξει την ομορφιά του, την μοναδικότητά του, τις γωνίες του, το χρώμα του, τον χαρακτήρα του, την ιστορία του και, εν τέλει, κάτι που μπορεί εγώ να πρόβαλα πάνω σε αυτό ή να επιθυμούσα από αυτό. Ο κόσμος με κοιτούσε λοιπόν, τον παρατηρούσα και με παρατηρούσε. Με παρατηρούσαν τα αντικείμενά του, έμψυχα ή άψυχα και εγώ αυτά. Το βλέμμα ήθελα να το κρατήσω για πάντα. Όπως το λέει ο Λακάν στο 11ο σεμινάριο: «στο βάθος του ματιού μου ζωγραφίζονταν ο πίνακας, (από το αντικείμενο προς φωτογράφιση, θα πω εγώ) , ο πίνακας ήταν μέσα στο μάτι μου, αλλά και εγώ γινόμουν πίνακας».

Παρατηρούσα διαρκώς, έχοντας μαζί μου την μηχανή μου ή όχι. Θυμάμαι να περπατώ και να λέω , «αυτό θα ήταν μια ωραία φωτογραφία».  

«Αυτό που είναι φως με κοιτάει, και χάρη σε αυτό το φως στο βάθος του ματιού μου, κάτι ζωγραφίζεται»9 δηλαδή, για εμένα, κάτι φωτογραφίζεται. 

Αυτός ήταν ο σκοπός, να περπατώ σε ένα συνηθισμένο μέρος και να ανακαλύπτω, να μου τραβάει το βλέμμα δηλαδή, κάτι το ξεχωριστό, που δεν θα ήταν εύκολα ιδωμένο  αλλά, ακόμη καλύτερα, να βρω κάτι το συνηθισμένο που θα μπορούσε να γίνει ξεχωριστό, που θα μπορούσα να το αναδείξω. Υπήρχε μια τροπικότητα του βλέμματος, διαφορετική πια. Το βλέμμα μου κινούνταν μέσα από μια ορισμένη κάθοδο: μια κάθοδο επιθυμίας αλλά και απόλαυσης. Ήμουν όπως θα έλεγε ο Λακάν τηλε-κατευθυνόμενος!

«Μέσα σε αυτό που παρουσιάζεται σε μένα σαν χώρος του φωτός, αυτό που είναι βλέμμα, αποτελεί πάντα κάποιο παιχνίδι φωτός και αδιαφάνειας. Είναι πάντα αυτό το στραφτάλισμα που βρισκόταν εδώ πριν από λίγο στο κέντρο της μικρής μου ιστορίας, [βλ. η ιστορία με το σαρδελοκούτι του Λακάν στο ίδιο σεμινάριο], είναι πάντα αυτό που με αιχμαλωτίζει, σε κάθε σημείο, επειδή είμαι οθόνη, επειδή κάνω το φως να εμφανίζεται σαν λαμπύρισμα, που την ξεπερνά. Με λίγα λόγια, το σημείο του βλέμματος έχει πάντα να κάνει με την αμφισημία του πολύτιμου λίθου.»10

Η εικόνα που έβλεπα μέσα από την φωτογραφική μου μηχανή ήταν σύμφωνα με το σχήμα του Λακάν11, η οθόνη, δηλαδή το σημείο όπου τέμνονταν το βλέμμα μου με το αντικείμενο και η λάμψη του αντικειμένου εκείνου που συγκέντρωνε τις ακτίνες του φωτός και από το οποίο, ως βλέμμα, με κοιτούσε. Σκέφτομαι ότι όσο δελεαστικός και αν ήταν ο λόγος της εμπλοκής  μου με αυτό το χόμπι, ένας βασικός λόγος ήταν να μετριάσω, να δαμάσω το βλέμμα, να το εξωραΐσω, να το φέρω στα μέτρα μου. Ίσως ήταν μια απάντηση σε αυτή την αιχμαλωσία του βλέμματος, του βλέμματος ως αντικειμένου (α). Με άλλα λόγια ένα κομμάτι του πραγματικού με τη άφατη παρουσία του εφόσον πάντα κάτι από το σκοπικό δεν ανεβαίνει ποτέ στην επιφάνεια του ορατού.  Δεν ήταν σε τελική ανάλυση παρά μια μετουσίωση. 

Ένα από τα πράγματα που κέντριζε το ενδιαφέρον μου ήταν το μετά, όταν θα έχω το αντικείμενο – φωτογραφία στο χέρι μου. Φανταζόμουν τη στιγμή να την βλέπω ξανά αλλά και να την  δείχνω στον Άλλο. Εδώ θα κάνω μια παρένθεση σε σχέση με αυτό το δείχνω: η φωτογραφία είναι από μόνη της, αν μπορώ να το πω έτσι, μια δεικτική τέχνη, αναγκάζει το βλέμμα, το δεσμεύει και, μάλιστα, δείχνει με το δάχτυλο του τύπου: «δες εδώ, και αυτό, και το άλλο, και πάει λέγοντας. Δεν ήθελα να την έχω μόνο για μένα. Ήθελα να δέχομαι το βλέμμα του Άλλου, την κριτική ή την αποδοχή του  για τον τρόπο θέασης του κόσμου μου. Για τα χρώματα, για τη στιγμή, για τη σύλληψη, για την τεχνική.

Η φωτογραφία είχε, όντως, αυτή την αμφισημία του πολύτιμου λίθου. Μπορεί να ήταν φω-μπιζού, αλλά μπορεί να ήταν διαμάντι. Φανταζόμουν το βλέμμα του Άλλου. Φανταζόμουν, όπως λέει ο Λακάν στο 11ο Σεμινάριο12, τον Άλλο να καταθέτει το βλέμμα, όπως καταθέτει κανείς τα όπλα (αναφερόμενος στον ζωγραφικό πίνακα), να δίνω, μέσω της φωτογραφίας, τόσο σε μένα όσο και στον άλλον τροφή για το μάτι, να δίνω κάτι όχι μόνο στο βλέμμα άλλα και στο μάτι, κάτι που εμπεριέχει εγκατάλειψη, κατάθεση του βλέμματος. 

Επιστρέφω σε αυτή την ρήση του Λακάν: «γινόμουν πίνακας». Και αυτό, μερικές φορές, ακόμα και τη στιγμή που φωτογράφιζα. Ένιωθα να βλέπομαι να φωτογραφίζω (για του λόγου το αληθές, δεν είναι λίγες οι φωτογραφίες που έχω να φωτογραφίζω. Ήταν μια εικόνα που άρεσε στο κορίτσι μου να  βλέπομαι και να δείχνω στη συνέχεια το αποτέλεσμα: «Στο σκοπικό επίπεδο, δε βρισκόμαστε πια στο επίπεδο του αιτήματος αλλά της επιθυμίας, της επιθυμίας προς τον Άλλο13

Αυτή η επιθυμία μου για τον Άλλο, είναι ένα είδος επιθυμίας προς τον Άλλο, του τύπου, ένα δίνω για να δει, ένα δίνω για να βλέπει, προκαλώντας ή μάλλον καταπραΰνοντας αυτή την όρεξη για να δει… για να δω…  για να βλέπω, και να παίρνω αυτό που μου προκαλούσε.  Τι ήταν αυτό; Το ζωντάνεμα (με την διπλή σημασία του όρου), το ζωντάνεμα μέσω  ενός συναισθήματος που αφορούσε όμως κάτι το άπιαστο, κάτι που δεν υπάρχει πια, με την ψευδαίσθηση όμως ότι το ζωντανεύω.

Για μένα η φωτογραφία είχε μια τρισυπόστατη λειτουργία: από την μια, η αποτύπωση της στιγμής που είχε σημασία και νόημα για μένα υπαρξιακό, σε σχέση με την στιγμή που ζούσα και ήθελα να την αποτυπώσω αλλά και την εικαστική πλευρά σε σχέση με όσα περιέγραψα παραπάνω, με την φόρμα, το χρώμα, το φως αυτό καθαυτό, το παιχνίδι με αυτό και την καταγραφή του. Χωρίς απαραίτητα άλλο νόημα. Πέρα από συμβολικές επεξεργασίες. Μια αποτύπωση του πράγματος χωρίς υποκειμενική παραγωγή, χωρίς να θέλω να αναπαραστήσω κάτι άλλο ή να υποδηλώνει ένα κρυφό νόημα παρά να αποτυπώσω μια εικόνα ως εικόνα που σαφώς είχε για μένα μια λιβιδινική ικανοποίηση. Σε αυτή την περίπτωση η φωτογραφία πιστοποιεί περισσότερο ένα πραγματικό από ό,τι μια υποκειμενική αναπαράσταση. Και τρίτον, η επιθυμία μου για τον Άλλο όπως ανέφερα πριν.

Προϊόντος του χρόνου και της ανάλυσης μου, διαπίστωσα ότι αυτό το ταυτολογικό της φωτογραφίας και, όπως γράφει ο Ρ.  Μπαρτ, το γεγονός ότι «η φωτογραφία κουβαλά πάντα μαζί της το ανάφορό της, καθώς και τα δύο έχουν προσβληθεί από την ίδια ερωτική ή νεκρική ακινησία»14 σε συνδυασμό με την πολλές φορές αποξένωσή μου από την στιγμή, ειδικά μετά την έλευση των παιδιών μου, ήταν κάτι που με απομάκρυνε σιγά -σιγά από αυτό το χόμπι. Ήθελα περισσότερο να ζω την στιγμή, να αφήσω τη μνήμη ήσυχη και την απώθηση να κάνει την δουλειά της όπως εκείνη ξέρει.

Από την άλλη, αυτό που μου έρχεται στο νου είναι ότι ο κόσμος χρησιμοποιεί πολλές φορές λάθος τη λέξη απαθανατίζω για την φωτογραφία,  ίσως γιατί δεν είναι πολύ εύηχη. Θα το έχετε ακούσει  πολλές φορές αντ’ αυτού την λέξη αποθανατίζω  και ίσως να μην έχει άδικο ο κόσμος. Εφόσον αυτό που απεικονίζεται, η στιγμή κυρίως, δεν υπάρχει και δεν θα μπορέσει να υπάρξει ξανά με αυτούς τους όρους που φωτογραφήθηκε. Όσο και αν η πρόθεση είναι να κρατηθεί η στιγμή στο διηνεκές (κάτι που εν μέρει ισχύει) το ίδιο το ανάφορο της φωτογραφίας δεν υπάρχει πια ενώ η ίδια η φωτογραφία είναι ένα νεκρό αντικείμενο αλλά και η ίδια η πράξη την φωτογραφίας μοιάζει να αποθανατίζει.

Ο Μπαρτ  θα μιλήσει για το είδωλο της φωτογραφίας που το αποκαλεί spectrum . Η λέξη διατηρεί, όπως μας πληροφορεί, μια σχέση με το θέαμα (spectacle) που προϋποθέτει τούτο το κάπως τρομερό πράγμα που υπάρχει σε κάθε φωτογραφία, την επιστροφή του νεκρού.15

Απ’ την άλλη, ακόμα και η κίνηση αυτή της ίδιας της φωτογραφίας είναι να απονεκρώνει τη στιγμή, όπως λέμε να παγώνει την στιγμή μέσω αυτής της υπερυψηλής ταχύτητας του φωτοφράχτη. Ο Λακάν συνδέει το βλέμμα με το πάγωμα της κίνησης. Ακολούθως, έτσι και εγώ συνδέω το βλέμμα του φωτογράφου, την πράξη του μέσω του κλικ στο πάγωμα της κίνησης.  Συλλαμβάνοντας το φως, κάνοντάς το αισθητό, γράφοντάς το, αντικειμενοποιώντας το, κάνοντάς το ομοίωμα του ζωντανού ένα είδωλο. Και εδώ είναι το παράδοξο ότι ζωντανεύει εμένα, τον θεατή, όταν την βλέπει. Όπως ακριβώς όταν βλέπει κανείς ένα άγαλμα, ένα πίνακα. Δημιουργεί συναισθήματα μάλλον ανάμεικτα για όλο το τεχνικό και το εικαστικό μέρος αλλά και  γι’ αυτό που δεν υπάρχει πια, μια νοσταλγία για αυτό που έχει περάσει, γι’ αυτό που έχει χαθεί οριστικά και για πάντα. Να το πάλι το «για πάντα»!

 Η φωτογραφία, λοιπόν, δεσμεύει το βλέμμα, το κατευθύνει, προκαλεί συναισθήματα, μας κάνει να κοιτάζουμε εκ φύσεως το παρελθόν με νοσταλγία και μια διάθεση να ξαναζήσουμε τη στιγμή. Αντίσταση στη φθορά ή λατρεία σε αυτό που δεν υπάρχει πια; Σε αυτό που έχει χαθεί;  Στο  νεκρό βλέμμα;

Όμως, δεν παραιτήθηκα πλήρως από αυτή την ικανοποίηση του βλέμματος. Πώς θα μπορούσα άλλωστε! Πήγα λίγο πιο δίπλα, στη βιντεοσκόπηση της κινούμενης εικόνας (μιας ακόμα ψευδαίσθησης ζωντάνιας), την επεξεργασία και την δημιουργία μικρών κλιπ αναμνήσεων σπαταλώντας λιγότερο χρόνο μιας και άλλα πράγματα μπήκαν στην ζωή μου.

Ένα από αυτά ήταν το διάβασμα. Μπόρεσα λοιπόν μέσα από την ανάλυση, να χρησιμοποιώ το βλέμμα για να διαβάζω, πρώτα απ’ όλα τους τρόπους απόλαυσης μου. Ένας από αυτούς τους τρόπους απόλαυσης  είναι τα λακανικά κείμενα!

Ο Μιλέρ γράφει πως «στην πραγματικότητα, σε μια ψυχανάλυση, το υποκείμενο πάντοτε προσκαλείται να αποσπάσει τον εαυτό του από την αναπόδραστη τροπικότητα του ορατού και να παραιτηθεί από την εικόνα υπέρ του σημαίνοντος»16.

Νομίζω ότι κάτι τέτοιο έχει λάβει χώρα και για μένα!

 



*[1] Παρουσίαση στους εγγεγραμμένους σπουδαστές της ΑΚΣΠΑ στις 10 Απριλίου 2024.
[2] Λακάν, Ζ. Το σεμινάριο, Βιβλίο ΧΙ, Οι τέσσερις θεμελιακές έννοιες της ψυχανάλυσης, Αθήνα, Κέδρος, 1979 (μτφρ. Α. Σκαρπαλέζου), σ. 108.
[3] Λακάν Ζ., στο ίδιο, σ. 102.
[4] Λακάν Ζ., στο ίδιο, σ. 140. Η μετάφραση τροποποιημένη στα ελληνικά: Lacan J., Le Séminaire, Livre XI, « Les quatre concepts fondamentaux de la psychanalyse », texte établi par Jacques-Alain Miller, σ. 98.
[5] J.A Miller , “The sovereign image , The Lacanian Review, Hurly Burly, Journal of the NLS and the World Association of Psychoanalysis, issue 5.
[6] Λακάν Ζ., στο ίδιο, σελ. 127. Η μετάφραση τροποποιημένη στα ελληνικά: Lacan J., Le Séminaire, Livre XI, ό.π. σ. 89.
[7] Ρ. Μπαρτ, «Ο φωτεινός θάλαμος. Σημειώσεις για τη Φωτογραφία» εκδ. Κέδρος 1983, 2020, σ. 113.
[8] J.-A. Miller, “The sovereign image, The Lacanian Review, Hurly Burly, Journal of the NLS and the World Association of Psychoanalysis, issue 5.
[9] Λακάν Ζ., στο ίδιο, σελ. 127.
[10] Στο ίδιο. Η μετάφραση τροποποιημένη στα ελληνικά: Lacan J., Le Séminaire, Livre XI, σσ. 89-90.
[11] Στο ίδιο, σελ. 140.
[12] Στο ίδιο, σελ. 133
[13] Στο ίδιο, σελ. 151
[14] Ρ. Μπαρτ, «Ο φωτεινός θάλαμος. Σημειώσεις για τη Φωτογραφία» εκδ. Κέδρος 1983, 2020, σ. 14.
[15] Ρ.Μπαρτ, ό. π. σ. 20.
[16] J.-A. Miller, «The sovereign image», The Lacanian Review, Hurly Burly, Journal of the NLS and the World Association of Psychoanalysis, issue 5, σ. 42.

Το ψηφιακό περιοδικό της ΑΚΣΠΑ
ΤΕΥΧΟΣ 1

ΤΕΥΧΟΣ 1

ΤΕΥΧΟΣ 2

ΤΕΥΧΟΣ 2

ΤΕΥΧΟΣ 3

ΤΕΥΧΟΣ 3

ΤΕΥΧΟΣ 4

ΤΕΥΧΟΣ 4

ΤΕΥΧΟΣ 5

ΤΕΥΧΟΣ 5