Οικοτροφείο Εντροπία – Εντυπώσεις
- Dimitris Mitsopoulos
- October 29, 2025
Αγνή Παπαδέλη Ρωσσέτου
Το παρακάτω κείμενο είναι μια απόπειρα καταγραφής των επισκέψεών μας, ως ομάδα σύγχρονου χορού στο οικοτροφείο Εντροπία. Ως χορογράφος, στο πλαίσιο των προβών για ένα καινούριο έργο, ήθελα οι χορευτές να δώσουμε ένα εργαστήριο κίνησης σε ψυχωτικούς ασθενείς για να έρθουμε σε επαφή χορεύοντας, με αυτούς τους ανθρώπους που έχουν μια ιδιαίτερη σχέση με το σώμα τους, ή δεν έχουν σχέση με αυτό. Ήρθα σε επαφή με την κα Μόλαρη, η οποία μου πρότεινε να επισκεφτούμε το οικοτροφείο Εντροπία, όπου διαμένουν έντεκα άνδρες με βαρύ αυτισμό, ψύχωση και αναπτυξιακές δυσλειτουργίες.
Επισκέφτηκα το οικοτροφείο συνολικά εφτά φορές, κάποιες φορές μόνη μου και άλλες σε μικρές ομάδες με τους χορευτές.
Ο ενδελεχής σχεδιασμός της δομής του εργαστηρίου αποδείχθηκε ανώφελος, καθώς η οργάνωση των ενοίκων σε ομάδα είναι εξαιρετικά δύσκολη. Οι ένοικοι ακολουθούν τις οδηγίες των νοσηλευτών όσο αφορά τη ρουτίνα τους, δυσκολεύονται όμως να επικοινωνήσουν λεκτικά για άλλα ζητήματα, με αποτέλεσμα να μοιάζει αδύνατο να ακολουθήσουν οδηγίες για κάποια άσκηση.
Όλοι είναι πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους, έχουν τις θέσεις τους στο χώρο, αδιαφορούν -τουλάχιστον φαινομενικά- ο ένας για τον άλλον, ενώ δείχνουν να μην ενδιαφέρονται πολύ που μας βλέπουν.
Κάποιοι κάνουν βλεμματική επαφή, αντίθετα με άλλους, κάποιοι δεν μιλούν καθόλου, ενώ άλλοι χρησιμοποιούν έναν στερεοτυπικό λόγο. Σωματικά έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον: το σώμα τους συχνά δείχνει να έχει διαμορφωθεί σε εντυπωσιακό βαθμό από τις κινητικές τους συνήθειες ή και το αντίθετο. Δυο παραδείγματα: o O. έχει εξωπραγματικά μακρείς αχιλλείους τένοντες και κάθεται μόνιμα -ακόμη και πάνω στον καναπέ- σε βαθύ κάθισμα πατώντας στα πέλματά του. O Γ. διπλώνεται κυριολεκτικά στα δυο, καθώς ενώ στέκεται όρθιος με τεντωμένα τα γόνατά του, κάνει με τον κορμό του μια βαθιά κάμψη, χωρίς να βρίσκει κανένα εμπόδιο από τα ισχία του, και μένει εκεί για ώρα. Υπάρχει ένας τυφλός, ένας κωφός και ένας σε αναπηρικό αμαξίδιο – ο οποίος όμως μπορεί να περπατήσει με βοήθεια. Οι περισσότεροι είναι καθηλωμένοι στη θέση τους. Τέσσερεις είναι πιο δραστήριοι στο χώρο, μετακινούνται πέρα δώθε, κάνουν επαναλαμβανόμενες κινήσεις, μετακινούν αντικείμενα και έπιπλα, ή πηγαίνουν στην τουαλέτα χωρίς λόγο. Ξεχωρίζω τον Σ. για την κινησιολογία του, ο οποίος κάνει κινήσεις με εξαιρετική στροφικότητα, συνδυασμένες με ρυθμικά επαναλαμβανόμενες λέξεις- κυρίως ονόματα.
Αυτό που κάναμε λοιπόν, είναι ότι εισήλθαμε στο χώρο τους με τον πιο απλό τρόπο, όσο πιο σιωπηλά και διακριτικά μπορούσαμε, χωρίς συγκεκριμένη προσδοκία ή στόχο. Η επιθυμία μας ήταν πρώτα να συνυπάρξουμε και να τους αφουγκραστούμε. Το πρώτο πράγμα ήταν να πλησιάσουμε τον καθένα και να καθίσουμε δίπλα του. Κάποιοι το δέχονταν χωρίς αντίδραση, κάποιοι συνειδητοποιούσαν την επαφή και την απέφευγαν, κάποιοι έδειχναν τη δυσαρέσκειά τους με κάποιο τρόπο (ο ένας από αυτούς χτυπούσε το κεφάλι του στο τοίχο ή το πάτωμα), ένας μας έδιωχνε σπρώχνοντάς μας με το χέρι του ή έφευγε ο ίδιος. Πρώτα λοιπόν, τους προσεγγίσαμε χωρικά, σταθήκαμε ή και κάτσαμε δίπλα τους, δοκιμάσαμε να τους ακουμπήσουμε με το πλάι του ώμου μας, τους προσκαλέσαμε να κάνουμε μια βόλτα στο χώρο πιασμένοι χέρι-χέρι. Εκεί είδαμε τις πρώτες αντιδράσεις, τα πρώτα μοτίβο του καθενός, στερεοτυπικές κινήσεις ή φράσεις.
Η επαφή και η επικοινωνία δεν ήταν σε καμία περίπτωση αυτονόητη.
Ο τρόπος προσέγγισης αποδείχθηκε ότι θα ήταν εντελώς μοναδικός για τον καθέναν και χτίστηκε σταδιακά κατά τη διάρκεια των συναντήσεων.
Αποτυχημένες απόπειρες συνέβησαν πολλές, με τους ενοίκους να μας δείχνουν με λιγότερο ή περισσότερο έντονο τρόπο τη δυσφορία τους γι’ αυτό που προτείνουμε. Το ζήτημα ήταν εμείς να ακούσουμε το λόγο τους, ο οποίος δεν ήταν πάντα εύκολα διακριτός. Αυτός ο λόγος, μπορεί να ήταν ένας ήχος πχ ένα μούγκρισμα, μια αλλαγή κατεύθυνσης, ένα νεύμα με το χέρι, απλή απροθυμία, ή κάτι έντονο όπως το χτύπημα του κεφαλιού στον τοίχο. Το να διακρίνουμε αυτό το «σημάδι» ως μια απάντηση στη δική μας δραστηριότητα, μέσω του οποίου ο άνθρωπος μας ζητάει ξεκάθαρα να σταματήσουμε, και να μην το εκλάβουμε ως «ένα μοτίβο της τρέλας του» είναι ήδη ένα μεγάλο βήμα για μας. Χρειάστηκε παρατηρητικότητα, ψυχραιμία και ευαισθησία.
Μη έχοντας καμία παρόμοια εμπειρία, καταλήγω στο εξής συμπέρασμα: Εύκολα θεωρούμε δεδομένη την παραδοξότητα της συμπεριφοράς αυτών των ανθρώπων και την δεχόμαστε ως ανεξάρτητη από το τι συμβαίνει γύρω τους. Περνώντας κάποιο χρόνο και δίνοντας την απαραίτητη προσοχή, συνειδητοποιεί κανείς πως παρά τις ιδιόμορφες συνήθειες των ανθρώπων αυτών, είναι εφικτό να διακρίνουμε τις αντιδράσεις τους στα διάφορα συμβάντα, τις απαντήσεις τους στις «προτάσεις» μας, μικρές μετατοπίσεις, δείγματα ικανοποίησης ή δυσαρέσκειας. Θα παραθέσω παρακάτω τρεις περιπτώσεις που ξεχωρίζω από αυτές τις συναντήσεις, οι οποίες πρόκεινται για μικρά βήματα που έγιναν προς το χτίσιμο μιας σχέσης.
Ο Χ. είναι πολύ διακριτικός και ήσυχος, δεν μιλάει αλλά κάνει βλεμματική επαφή και την αποζητάει ιδιαίτερα. Του αρέσει να ασχολείται με αντικείμενα με τα χέρια του. Η επικοινωνία με τον Χ. ξεκίνησε με το άγγιγμα στα χέρια και εξελίχθηκε σε έναν «απτικό διάλογο» για πολλή ώρα, εξερευνώντας τις δυνατότητες των χεριών να αγγίζουν, να πιέζουν, να χαϊδεύουν. Αυτή η επαφή με τα χέρια έγινε πρόσκληση για περπάτημα στο χώρο, κι έτσι ο Χ. άρχισε να κάνει πολλές φορές βόλτα στην αίθουσα χωρίς δισταγμό, πάντα με κάποιον από εμάς να τον κρατάει από το χέρι. Ο Χ. στην πορεία άρχισε να μας λέει μερικές λέξεις και να δείχνει ιδιαίτερα πρόθυμος να επικοινωνήσει μαζί μας με τους τρόπους που είχαμε ανακαλύψει.
Ο Μ. ήταν επίσης μια περίπτωση ξεχωριστή. Ο Μ. κάνει βλεμματική επαφή, μιλάει στερεοτυπικά, δεν του αρέσει να τον αγγίζουν και είναι αρκετά δραστήριος στο χώρο. Περπατάει με γρήγορο ρυθμό, αλλάζει αποφασιστικά και με μεγάλη ακρίβεια κατευθύνσεις στο χώρο και κάνει απότομες στροφές στις διάφορες πορείες του. Η ακρίβεια στις κινήσεις του στο χώρο και οι ελιγμοί του ανάμεσα στους υπόλοιπους παρά την καθόλου αργή ταχύτητα του περπατήματός του είναι ζηλευτή και από χορευτές. Ο Μ. στη αρχή ήταν αρκετά κλειστός και σιωπηλός, και ελάχιστα δεκτικός στις απόπειρες να τον πλησιάσουμε ή να τον αγγίξουμε. Με τον Μ. η επικοινωνία ξεκίνησε με τη βοήθεια του παιχνιδιού. Αρχίσαμε να παίζουμε μπάλα, πετώντας ο ένας στον άλλον ένα τυλιγμένο μαντήλι. Η ακρίβειά με την οποία έπιανε και πέταγε το μαντήλι, καθώς και ο σταθερός ρυθμός ήταν εντυπωσιακά. Σε κάποια φάση έλεγε «δεν θέλω άλλο» και τότε σταματούσαμε. Με τον καιρό άρχισε να γίνεται πιο ανοιχτός στην επαφή και την επικοινωνία. Με τον Μ. συχνά κάναμε, πάλι με την ιδέα του παιχνιδιού, μια σειρά μετακινήσεων στο χώρο και αλλαγών θέσεων στον καναπέ. Αυτή η «χορογραφία» προέκυπτε από τη δική μας είσοδο στον κόσμο του, από εμάς δηλαδή που μιμούμενοι τον τρόπο κίνησής του στο χώρο, ταυτόχρονα με εκείνον, αναπτύσσαμε μια χωρική- ρυθμική σχέση μαζί του. Ο Μ. συναινούσε σ’ αυτοί το παιχνίδι, συνεχίζοντας τις διαδρομές του και παρακολουθώντας μας πάντα με το βλέμμα του. Ο Μ. σιγά σιγά άρχισε να είναι πιο άνετος και πιο θαρρετός και να χρησιμοποιεί την ομιλία με μεγαλύτερη ευκολία.
Ο Ο. είναι μια από τις πολύ ιδιαίτερες περιπτώσεις του οικοτροφείου, με εντυπωσιακά ξεχωριστό σωματότυπο, πολύ συγκεκριμένη στάση -κάθεται μόνιμα σε βαθύ κάθισμα πάνω σε έναν ξύλινο καναπέ (αναφέρθηκα πιο πάνω σ’ αυτόν). Δεν μιλάει καθόλου και όταν ενοχλείται από κάτι (θόρυβος, ένταση στο χώρο, κάποιος που στέκεται κοντά του, κτλ) χτυπάει επαναλαμβανόμενα και δυνατά το κεφάλι του στον τοίχο ή το πάτωμα. Σταματάει με την παρότρυνση των νοσηλευτών. Μετά από κάποιες προσπάθειες να τον προσεγγίσουμε χωρίς αποτέλεσμα, μια μέρα κάθισα για πολλή ώρα δίπλα του στον καναπέ, σε κάποια απόσταση από εκείνον ώστε να μην ακουμπιόμαστε, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο με εκείνον. Παρατήρησα ότι έκανε έναν ήχο με τη φωνή του ρυθμικά, σαν ένα μουρμουρητό και άρχισα να τον μιμούμαι πολύ σιγά κρατώντας το κεφάλι μου κρυμμένο ανάμεσα στα γόνατα όπως εκείνος. Μετά από ώρα κατάλαβα πως άρχισε να γυρνάει το κεφάλι του για να με κοιτάξει, σα να είχε περιέργεια να δει από πού έρχεται ο ήχος. Θέλοντας να του δείξω ότι δεν θα τον κοιτάξω- καθώς υποψιαζόμουν ότι δεν του άρεσε καθόλου να τον κοιτάω- κράτησα το κεφάλι μου κρυμμένο. Όταν πέρασε αρκετή ώρα άρχισα να εμφανίζω το κεφάλι μου, χωρίς ποτέ να στρέφω το βλέμμα μου προς τα εκείνον. Όταν έβλεπα με την περιφερειακή μου όραση ότι ξεκινούσε να στρέφει το βλέμμα του για να με κοιτάξει, έκρυβα πάλι το πρόσωπό μου στα γόνατά μου. Στην ουσία έκανα σαν να μην θέλω ούτε εγώ να με κοιτάξει εκείνος. Αυτό κράτησε για ακόμη πολλή ώρα. Σε κάποια στιγμή μετά από πολύ ώρα ο Ο. έτεινε το χέρι του με τεντωμένο το δείκτη του προς εμένα και με ακούμπησε στο μπράτσο. Ήταν μια αναπάντεχη πρωτοβουλία εκ μέρους του. Θεωρώ πως ήταν μια απίθανη εξέλιξη, καθώς μας είχε δείξει μέχρι τότε πως η επαφή, ιδίως η σωματική, ήταν μέχρι τότε πέραν της φαντασίας για τον Ο. Το συμβάν έληξε με έναν κινηματογραφικό τρόπο, καθώς χτύπησε το κουδούνι και ήρθε η τραπεζοκόμος για να φέρει το δεκατιανό τους. Όταν εκείνη άρχισε να μοιράζει τα σνακ, ο Ο. άρχισε να κλαίει σπαρακτικά, με δάκρια να κυλούν στο πρόσωπο. Αφού σταμάτησε να κλαίει, βυθίστηκε πάλι στη μοναχική του κατάσταση. Δυστυχώς, δεν κατάφερα να πετύχω κάποια παρόμοια επαφή ξανά μαζί του. Ήταν πάντως κάτι εξαιρετικά σημαντικό για μένα που μέχρι τότε δεν μπορούσα να φανταστώ.
Η εμπειρία στο οικοτροφείο Εντροπία ήταν εξαιρετικά σημαντική για πολλούς λόγους. Η δυσκολία που αντιμετωπίζει κανείς να επικοινωνήσει με αυτούς τους ανθρώπους με το λόγο, συχνά γίνεται η αιτία να αποκοπούν από το σύνολο και να απομονωθούν, πράγμα το οποίο δυσχεραίνει την κατάστασή τους ακόμη περισσότερο. Σαν χορευτές εξασκήσαμε μαζί τους το βασικό πράγμα στο οποίο έχουμε εκπαιδευτεί, την επικοινωνία μέσω της σωματικής επικοινωνίας (με ή χωρίς επαφή). Πρόκειται για κάτι που στην καθημερινή ζωή και στο κοινωνικό πλαίσιο δεν συνηθίζεται αν δεν υπάρχει μια στοιχειώδης σχέση, κάποιο συναίσθημα ή κάποια σχετική δικαιοδοσία. Με κάποια απλή χειρονομία, πχ ένα πιάσιμο με το χέρι, μια βόλτα, ή μιμούμενοι τον τρόπο που κινούνται άνοιξε μια δίοδος επικοινωνίας χρήσιμη γι’ αυτούς και ίσως ανακουφιστική.
Η σπουδαιότητα του εγχειρήματος ήταν εξίσου μεγάλη και για μας, καθώς κάτι τόσο θεμελιώδες και πυρηνικό του πεδίου μας, όσο οξύμωρο και να ακούγεται, δύσκολα το συνειδητοποιούμε.
Τέλος, θα ήθελα να αναφέρω και ένα ακόμα συμπέρασμα. Η βασική προϋπόθεση για τη δουλειά με αυτούς τους ανθρώπους είναι ο χρόνος. Απαιτείται πολύς χρόνος μέχρι να υπάρξει η παραμικρή αίσθηση εμπιστοσύνης ή μετακίνησης. Με το αποτέλεσμα να μην είναι ούτε κραυγαλέο, ούτε εντυπωσιακό. Με το δεδομένο ότι στην εποχή μας οι έννοιες του «αποτελέσματος» και του «προϊόντος» είναι οι κύριοι γνώμονες για την εργασία, η δουλειά με αυτούς τους ανθρώπους είχε κάτι πραγματικά πέραν του τρόπου με τον οποίο έχουμε μάθει να δουλεύουμε και να συνεχίζουμε την έρευνά μας. Αποτέλεσε για μένα και σίγουρα για κάποιους ακόμη της ομάδας, μια μοναδική εμπειρία αναμέτρησης με την προσωπική μας επιθυμία για μελέτη και εξέλιξη στο αντικείμενό μας.
Η ομάδα χορού αποτελούταν από τους/τις: Μαρίνα Τσαπέκου, Βιτόρια Κωτσάλου, Ινώ Ρήγα, Αντώνη Βαή, Αγνή Παπαδέλη Ρωσσέτου
Οι επισκέψεις μας στο οικοτροφείο Εντροπία λειτούργησαν σαν παράλληλη δράση της παράστασης χορού «Τρεις αριστεροί αντίχειρες», η οποία επιχορηγήθηκε από το ΥΠΠΟ για την περίοδο 2023-24.

