Μια περίπτωση “σχολικής φοβίας”
- Dimitris Mitsopoulos
- October 29, 2025
Στέλλα Στελετάρη
Κλινική Συνομιλία του Αθηναϊκού Παραρτήματος Κλινικών Σπουδών (σήμερα Ακαδημία Κλινικών Σπουδών της Αθήνας) με τον ψυχαναλυτή Πατρίκ Μονριμπό1 | Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2011
Η Μαρία επισκέφτηκε το ιδιωτικό κέντρο στο οποίο εργάζομαι, το Νοέμβριο του 2009 σε ηλικία 16 ετών. Είχε ήδη διακόψει το σχολείο δύο χρόνια νωρίτερα, το Νοέμβρη του 2007, στην Γ ’Γυμνασίου και ήρθε με αίτημα των γονιών της για την αντιμετώπιση της σχολικής φοβίας.
Τότε είχε κινητοποιηθεί όλη η οικογένεια. Δηλαδή, στις αρχές του 2008 είχε ξεκινήσει ατομική ψυχοθεραπεία η αδερφή και η μητέρα της, ενώ παράλληλα έκαναν συνεδρίες συμβουλευτικής οι γονείς της για το πρόβλημα της Μαρίας. Η Μαρία αντέδρασε πολύ έντονα με το σχολείο, κλείστηκε στο σπίτι και αρνήθηκε να δει κάποιον ειδικό. Τον Σεπτέμβρη του 2008, είχαν πραγματοποιηθεί περίπου 4 συναντήσεις εντός κι εκτός σπιτιού με ψυχολόγο του κέντρου. Το Γενάρη του 2009, την επισκέφθηκε στο σπίτι παιδοψυχίατρος, από το τμήμα εφήβων (Αγλαΐα Κυριακού), τον οποίο η Μαρία δέχτηκε κουκουλωμένη κάτω από το πάπλωμα. Ο γιατρός διέγνωσε κατάθλιψη, σχολική φοβία και χορήγησε φαρμακευτική αγωγή (Ladose). Τον Ιούνιο του 2009 η Μαρία έδωσε επιτυχείς εξετάσεις για το απολυτήριο του γυμνασίου. Επ’ ουδενί όμως δεν ήθελε να πάει σχολείο ξανά. Δέχτηκε να ξεκινήσει θεραπεία διότι ο ψυχίατρος το έθεσε ως όρο για να της δώσει το δεύτερο απαλλακτικό χαρτί για το σχολείο.
Ξεκινώντας τις συνεδρίες ενημερώθηκα από τη συνάδελφο, με την οποία έκανε θεραπεία η μητέρα ότι εκείνη έπασχε από αγοραφοβία επί 20 χρόνια. Υπέφερε επίσης από κατάθλιψη και έπαιρνε Ladose. Οι γονείς δεν είχαν καλή σχέση, η μητέρα θεωρούσε ότι ο σύζυγος την παντρεύτηκε για να εξασφαλιστεί οικονομικά, ενώ ανέφερε σεξουαλική κακοποίηση από τη δική της μητέρα. Επίσης, ζήλευε την Μαρία γιατί θεωρούσε ότι είχε καλύτερη σχέση η έφηβη με τον πατέρα της απ’ ό,τι η ίδια με το σύζυγό της. Η μεγαλύτερη αδερφή της σπούδασε ψυχολογία και τον τελευταίο χρόνο έλειπε για μεταπτυχιακές σπουδές στην Ολλανδία.
Στις συναντήσεις μας η Μαρία ανέφερε παιδικά χρόνια χωρίς φίλους. Στο δημοτικό πήγαινε σχολείο κι στη συνέχεια επέστρεφε στο σπίτι. Όταν ζητούσε να την πάνε βόλτα, κανείς δεν της έδινε σημασία. Τότε, εκείνη, για αντίδραση σταματούσε το διάβασμα. Είχε δυσκολία να κοιμηθεί. Πιπιλούσε το δάχτυλό της μέχρι τις μεγάλες τάξεις του Δημοτικού, γεγονός που της είχε αφήσει για καιρό σημάδι. Από τη στιγμή που διέκοψε το σχολείο παρέμεινε κλεισμένη στο σπίτι, έκανε ελάχιστες εξόδους και άρχισε να γράφει ένα μυθιστόρημα φαντασίας. Φιλοδοξούσε να γράψει πολλούς τόμους και να γίνει best seller, εμπνεόμενη από το Harry Potter και το Twilight. Διάβαζε πολλά παρόμοιου περιεχομένου βιβλία στα αγγλικά και φανταζόταν ότι είναι η ίδια ένα ξωτικό γεμάτη ομορφιά και χάρη. Τον Γενάρη του 2010 κι ενώ έβγαινε βόλτες σταθερά, με φίλες της από το γυμνάσιο μία ή δύο φορές την εβδομάδα, η μητέρα της διαγνώστηκε με προχωρημένο μεταστατικό καρκίνο του εντέρου.
Την άνοιξη η μητέρα της πέθανε στην Κύπρο κι όταν επέστρεψε η υπόλοιπη οικογένεια, η Μαρία ήρθε να με δει. Φαινόταν λυπημένη αλλά ψύχραιμη. Σύντομα άρχισε διάβασμα για τις εξετάσεις της Α’ Λυκείου, όπως το είχε υποσχεθεί στη μητέρα της λίγο πριν πεθάνει, καθώς και για το πτυχίο των αγγλικών. Πέτυχε σε όλα παρά το άγχος της. Το καλοκαίρι, μετά τα αποτελέσματα, μου ανακοίνωσε την απόφασή της να γραφτεί στο επαγγελματικό Λύκειο, με στόχο αργότερα σπουδές στη φωτογραφία. Έκανε χαρούμενη σχέδια για τις καλοκαιρινές διακοπές, για βόλτες με τις φίλες της κι ανυπομονούσε για τη νέα σχολική χρονιά.
Πράγματι τον Σεπτέμβριο του 2010 ξεκίνησε το σχολείο. Λίγο αργότερα, για δύο συνεδρίες φάνηκε ιδιαίτερα ταραγμένη. Θεωρούσε ότι δεν τα κατάφερνε καλά σε ένα μάθημα κι ο καθηγητής την διόρθωνε, όπως όμως και όλη την τάξη. Τότε την ρώτησα, τι είχε συμβεί στο γυμνάσιο και σταμάτησε το σχολείο. Μου είπε ότι και τότε είχε πάλι πιεστεί από κάποιους καθηγητές και δεν το άντεχε. Ήθελε όπως λέει «να με αφήσουν ήσυχη αν κάποιες φορές δεν ήθελα να διαβάσω» (ήταν άριστη μαθήτρια).
Η απομόνωσή της ήταν ο τρόπος της να αντιμετωπίσει τη διωκτική διάσταση του Άλλου-του καθηγητή. Η υπόθεση εργασίας είναι ότι, στο γυμνάσιο, κατέρρευσε το ιδεώδες της άριστης μαθήτριας που την κρατούσε έως τότε. Έγινε ο παρτενέρ σύμπτωμα της μητέρας, ταυτιζόμενη με το σύμπτωμα της. Υπήρξε έντονο το κατοπτρικό στοιχείο, δηλαδή και οι δύο ήταν κλεισμένες στο σπίτι, τους είχε χορηγηθεί το ίδιο φάρμακο και είχαν παρόμοια αλλεργία. Η Μαρία έγινε το αντικείμενο της μητέρας, βρήκε μια προσωρινή λύση, μια θέση στο κενό.
Το βλέμμα του Άλλου κατέστη διωκτικό και για μεγάλο διάστημα δεν έβλεπε κανέναν. Στη συνάντηση με τον παιδοψυχίατρο έθεσε το πάπλωμα ως πραγματικό προστατευτικό από την απόλαυση του Άλλου που την κατέκλυζε.
Στις συναντήσεις μας, παρά τη πίεση από τους γονείς, δεν ανέφερα το σχολείο. Μετά το θάνατο της μητέρας ήταν εντυπωσιακή η αλλαγή κι η απελευθέρωση της Μαρίας. Η ίδια έκανε μια απόπειρα να ενταχθεί στον κοινωνικό δεσμό, αυτό της επέτρεπε να ζει. Όμως υπήρξε και η αρνητική διάσταση. Όποτε χρειάστηκε να πάρει μια υποκειμενική θέση, μια απόφαση, η ίδια κλονίστηκε, αγχώθηκε, ήταν μόνη της σε θέση αντικειμένου που δίωκε ο Άλλος. Στην προκειμένη περίπτωση, διαφάνηκε πάλι η δυσκολία με την ατέλεια , εφόσον δεν ήταν η τέλεια μαθήτρια για τον καθηγητή.
Όταν, κλαίγοντας, αναρωτήθηκε αν τελικά η ίδια αξίζει κάτι και αν θα τα καταφέρει εντέλει στο σχολείο, της είπα: «Ίσως τελικά ένα θέμα είναι ότι χρειάζεται να μάθει κανείς να ανέχεται κάποιες συμπεριφορές των άλλων, των οποίων δεν γνωρίζει την πρόθεση χωρίς να διαλύεται».
Ήταν εμφανής η ανακούφισή της από αυτά τα λόγια. Στην επόμενη συνεδρία έφερε ένα ποίημα στα αγγλικά (γράφει με ιδιαίτερη ευκολία σε αυτή τη γλώσσα), το οποίο μιλούσε για την ευτυχία κάθε ανθρώπου, ότι η ευτυχία είναι δίπλα του αρκεί να ανοίξει τα μάτια του να τη δει χωρίς να στεναχωριέται για τη συμπεριφορά των άλλων.
Εξέφρασε την επιθυμία να μάθει ξένες γλώσσες, μουσική, να σπουδάσει. Φάνηκε ότι η γραφή την κράτησε σε ένα βαθμό (αρχικά γράφοντας πεζά, στη συνέχεια ποίηση), την στήριξε κάπως στην απομόνωσή της.
Δυσκολεύεται να αναλάβει τις ευθύνες της για το μέλλον, δηλαδή να πάρει μια θέση δική της. ‘Όταν δεν είναι αντικείμενο του Άλλου, είναι ατελής. Η τάση της είναι να κάθεται στο σπίτι, με τον υπολογιστή της. Όπως παραδέχτηκε: «Δεν καταλαβαίνω γιατί να θέλει κάποιος να βγει έξω, όταν μπορεί να κάτσει μέσα στο σπίτι».
Τα όνειρα της δεν τα επεξεργαζόταν. Ανέφερε ορισμένα τα οποία χρησιμοποιούσε για τις φανταστικές ιστορίες που έγραφε. Παρ’ όλα αυτά έχουν μεταβληθεί ως προς το περιεχόμενο. Αρχικά ήταν κλεισμένη ή φυλακισμένη σε κάστρο, μετά από μήνες όμως δεν υπήρχαν πια κάγκελα.
Σχολιάζει ο Πατρίκ Μονριμπό:
Για άλλη μια φορά, αυτό που διαπιστώνουμε με αυτή τη νεαρή κοπέλα είναι ότι στις λεγόμενες περιπτώσεις «σχολικής φοβίας» δεν πρόκειται τελικά για φοβίες. Πρόκειται για παθολογίες του κοινωνικού δεσμού, της σχέσης με τον Άλλο, έναν Άλλο που παρουσιάζεται στο υποκείμενο υπό τη διάσταση ενός απειλητικού πραγματικού.
Πράγματι, η Στέλλα επιμένει σε ένα σημείο: οι παρατηρήσεις και οι διορθώσεις του καθηγητή δεν γίνονται δεκτές ως ένδειξη της αινιγματικής επιθυμίας του Άλλου –κάτι που θα μπορούσε να αγχώσει ή να κινητοποιήσει τη Μαρία. Γίνονται δεκτές ως απόδειξη της κακής απόλαυσης του Άλλου, η οποία την καταδιώκει και οδηγεί στη φυγή. Ο δικός της Άλλος είναι ένας Άλλος της απόλαυσης στο πραγματικό. Ωστόσο αυτό δεν αρκεί για να μιλήσουμε για παρανοϊκή ψύχωση.
Για να αποφύγει αυτή την απειλή, η Μαρία στηρίζεται στη ζωή χάρη στην κατοπτρική αντανάκλαση του ιδανικού Εγώ ως καλή μαθήτρια. Αυτή η φαντασιακή στήριξη είναι εύθραυστη, επειδή εξαρτάται σε υπερβολικό βαθμό από την ποιότητα των συντρόφων που συναντά. Επιπλέον, σε συμβολικό επίπεδο, τα θεμέλια της είναι εύθραυστα: το ιδανικό Εγώ δεν υποστηρίζεται από ένα ιδανικό του Εγώ, το οποίο είναι συνήθως μια κατευναστική και σταθεροποιητική αρχή. Αποτέλεσμα: όταν το ιδεώδες καταρρέει, ο φαντασιακός μικρός άλλος που ενσαρκώνει τον συνομιλητή της (καθηγητής, γιατρός) γίνεται ένας μεγάλος, πραγματικός Άλλος. Το φαντασιακό της σχέσης περνάει στο πραγματικό. Εξ ου και η φυγή και το καταφύγιο σε μια όλο και πιο στενή περίμετρο: στο σπίτι, στο πάπλωμα στο κρεβάτι, μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή.
Η πρώτος μεγάλος Άλλος που γνώρισε, είναι η μητέρα.
Ο δεσμός με τη μητέρα πρέπει να διευκρινιστεί. Δεν θα έλεγα ότι η μητέρα είναι μια «παρτενέρ-σύμπτωμα» με την έννοια που έχει δώσει ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ στον όρο αυτό. Δυστυχώς για τη Μαρία! Αντίθετα, η μητέρα είναι μάλλον η παρτενέρ-όλεθρος της κόρης της, αφενός, με τις ταυτοποιητικές κατοπτρικές διαδικασίες από την πλευρά του «ίδιου». Αφετέρου, η Μαρία γίνεται το αντικείμενο της απόλαυσης της μητέρας.
Εν ολίγοις, είτε είναι το αντικείμενο που διώκεται από τον Άλλο, είτε είναι το αντικείμενο όλεθρος της μητέρας. Με τη μητέρα, δεν έχει τόσο να κάνει με την καταδιωκτική απόλαυση του Άλλου, όπως με τους καθηγητές, έχει να κάνει με την θανατηφόρα επιθυμία της μητέρας, για την οποία μιλάει ο Λακάν σε σχέση με την πατρική μεταφορά. Αλλά εδώ, αυτή η επιθυμία δεν μεταφοροποιείται από το Όνομα-του-Πατρός. Δεν φαίνονται τα αποτελέσματα της μεταφοράς. Αυτό ίσως εξηγεί την προτίμησή της για τη γραπτή μετωνυμία (τελικά, η ποίηση της ταιριάζει καλύτερα από την πεζογραφία). Επιπλέον, γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα για τον πατέρα. Αυτό, αναμφίβολα, δεν είναι τυχαίο.
Ας είμαστε προσεκτικοί: αν υπάρχει διάκλειση εδώ, δεν ξέρουμε αν πρόκειται για διάκλειση του πατρικού σημαίνοντος ή του φαλλικού σημαίνοντος που δίνει νόημα στον κόσμο. Όντως η Μαρία ζει σε ένα παρανοειδές σύμπαν, αλλά αυτό είναι αναστρέψιμο μιας και ανταποκρίνεται στην αναλυτική διαλεκτική –κάτι που δεν συμβαίνει στα πολύ παγιωμένα παρανοϊκά παραληρήματα. Επιπλέον, δεν είναι πραγματικά τρελή. Η ερμηνεία της Στέλλας πάει άλλωστε προς αυτή την κατεύθυνση, γιατί της λέει: δεν μπορεί κανείς να καταρρεύσει όταν λείπει η σημασία της πρόθεσης του Άλλου. Της λέτε ότι η σημασία της κατάρρευσής της είναι μια απουσία σημασίας που ανοίγει την πόρτα σε κάθε είδους ερμηνείες, συμπεριλαμβανομένων των διωκτικών.
Αφημένη στoν μητρικό όλεθρο, είναι κατανοητό ότι ο θάνατος της μητέρας είναι μια λύση. Δεν είναι μια μελαγχολική λύση: δεν καταρρέει από την εξαφάνιση του αντικειμένου: Ξανανιώνει!
Αντιμέτωπη με την επισφάλεια της συμβολικής στήριξης και της σημαίνουσας βαθμίδας, έχει βρει μια αναπλήρωση –μιλάω εδώ για το καθεστώς της γενικευμένης αναπλήρωσης– χάρη στο γράμμα, ένα γράμμα που, αν γίνεται προτιμάει να χειρίζεται σε μια γλώσσα διαφορετική από τη μητρική, μια πιο οικουμενική γλώσσα. Αυτό της επιτρέπει να γράψει το οικογενειακό της μυθιστόρημα σε πολλούς τόμους. Δεν πρόκειται για μια επιστροφή του ξεχασμένου απωθημένου, αλλά για μια μυθοπλασία που επινοείται μέσω της γραφής. Αλλά ιστορικοποιώντας, θα υστερικοποιηθεί και θα υστερικοποιήσει τον κοινωνικό της δεσμό.
Γι’ αυτό πρέπει κανείς να την διαβάσει όσο και να την ακούσει.
[1] Ο Patrick Monribot είναι ψυχαναλυτής με εγγυημένη εκπαίδευση (ΑΜΕ), μέλος της Σχολής του Φροϋδικού Αιτίου (ECF, Γαλλία), διδάσκων στο Κλινικό Τμήμα του Μπορντώ.

