Η ντροπή, ένα συναίσθημα εξόχως ψυχαναλυτικό
- Dimitris Mitsopoulos
- October 29, 2025
Κατερίνα Στάρφα
Ο Ερίκ Λωράν, σε μία παρέμβαση που πραγματοποιεί στις 29 Μαΐου 2002 στο μάθημα του Ζακ-Αλέν Μιλέρ εκείνης της χρονιάς που τιτλοφορείται Η απογοήτευση της ψυχανάλυσης, αναλύει τη φράση με την οποία ο Λακάν κλείνει το 17ο Σεμινάριό του, Το αντίστροφο της ψυχανάλυσης. Η φράση είναι η εξής : «όχι καθ’ υπερβολήν, αλλά με την αρμόζουσα συχνότητα, μου συμβαίνει να σας κάνω να νιώθετε ντροπή»1. Ο Λωράν, προηγουμένως, έχει παρουσιάσει το μοντέλο με βάση το οποίο θα προχωρήσει στην ανάλυσή του. Αυτό το μοντέλο επιγραμματικά είναι το ακόλουθο.
Το εναρκτήριο ερώτημα είναι ποια ερμηνεία αρμόζει στην πολιτική, δηλαδή στο ασυνείδητο ορισμένο ως πολιτική. Εξηγεί πως «ο Λακάν στην κλασική περίοδο της διδασκαλίας του επιμένει στην αναγκαιότητα να μην ξεχνάμε το τραγικό νόημα ή την τραγική εμπειρία που είναι στην καρδιά της ψυχανάλυσης»2. Σε αντιδιαστολή με την έμφαση στο τραγικό νόημα, στο 14ο Σεμινάριο, Η Λογική της φαντασίωσης, στο οποίο συναντάμε και τον ορισμό του ασυνειδήτου ως πολιτικής, ο Λακάν προτείνει, επίσης, να ορίσουμε το ασυνείδητο ως Άλλο, «δηλαδή το σύμπτωμα χωρίς το νόημά του, στερημένο από την αλήθεια του αλλά επιφορτισμένο όλο και περισσότερο με αυτό που εμπεριέχει ως γνώση»3. Από τη μια, λοιπόν, τραγικό νόημα και αλήθεια και από την άλλη, μη νόημα και γνώση. Κατ’ επέκταση ερμηνεύουμε «στοχεύοντας το εκτός νοήματος, απευθυνόμενοι στο σύμπτωμα, σε μια εν αγνοία γνώση»4. Στη βάση αυτή ο Λωράν διαβάζει τη θέση του Μιλέρ για το υποκείμενο της Σχολής στη θεωρία του Τορίνου, όπου διακρίνονται δύο τρόποι εκφοράς στην ερμηνεία της ομάδας. Ο πρώτος τρόπος είναι αυτός που «αντιπαραβάλλει το Εμείς στο Αυτοί και που ενισχύει έτσι την υποκειμενική αλλοτρίωση από το ιδανικό»5. Ο δεύτερος τρόπος ερμηνείας της ομάδας συνίσταται στο «να την αποσυνδέει και να παραπέμπει το καθένα από τα μέλη της κοινότητας στη μοναξιά του»6. Αυτή η αποσύνδεση του υποκειμένου από το κύριο σημαίνον και ως εκ τούτου από την απόλαυση που εμπερικλείεται στη σχέση του με αυτό, βρίσκεται άλλωστε, όπως το επισημαίνει ο Λωράν, στην καρδιά της Ιδρυτικής Πράξης όταν ο Λακάν θεσπίζει για τη Σχολή του τη συλλογική κατάρτιση των ψυχαναλυτών. Αυτό είναι το μοντέλο και θα δούμε γιατί.
Αυτή η «περίεργη παρέμβαση»7 με την οποία επιλέγει να κλείσει ο Λακάν ένα σεμινάριο που έλαβε χώρα σε μία εποχή «γόνιμη από γεγονότα»8 ανοίγει το ερώτημα κατά πόσο η θέση του ψυχαναλυτή -ως εκείνου που θα κάνει κάποιον να νιώσει ντροπή- προσιδιάζει εν τέλει στη θέση ενός ηθικολόγου.
Ο Ερίκ Λωράν αναρωτιέται εν προκειμένω για ποιον ηθικολόγο πρόκειται άραγε. Για εκείνον που διαχωρίζει Εμάς και Αυτούς, δηλαδή τη δική μας ηθική από τη δική τους, ή μήπως πρόκειται για έναν αμοραλιστή όπως θα έλεγε ο Ζιντ, που παραπέμπει τον καθένα στη μοναξιά της απόλαυσης που αποκομίζει από τη σχέση του με το κύριο σημαίνον, όπως το έθεσε ο Ζ-Α Μιλέρ διακρίνοντας δύο διαφορετικούς τρόπους παρέμβασης.
Ο Λωράν υπενθυμίζει πως η συγκεκριμένη διατύπωση του Λακάν έπεται του κεφαλαίου που τιτλοφορείται «Η ανημποριά της αλήθειας» στο οποίο ο Λακάν θέτει υπό διερώτηση την τελευταία εκδοχή που έδωσε ο Φρόυντ για την αναλυτική πρακτική θεωρώντας την το πεδίο που θεμελιώνεται στην αγάπη για την αλήθεια. Σύμφωνα με τον Λωράν, όταν ο Λακάν αναρωτιέται τι πάει να πει κάνω κάποιον να νιώσει ντροπή (αρκετά αλλά όχι υπερβολικά) αμφισβητεί ουσιαστικά αυτή την αγάπη της αλήθειας. Αντιπαραθέτει δηλαδή «την πράξη στο όνομα της αγάπης της αλήθειας στην πράξη που αγγίζει την ντροπή και που αφορά ένα άλλο πεδίο, το πεδίο της γνώσης»9.
Ο Λωράν υποστηρίζει πως κάθε διάσταση της ερμηνείας του πολιτικού ασυνειδήτου οφείλει να τοποθετηθεί σε αυτή τη βάση. Αυτό το κάνω κάποιον να νιώσει ντροπή αντιτίθεται στον τρόπο με τον οποίο προχωρά ο Κύριος, δηλαδή την καθήλωση σε ταυτίσεις που είναι σε τελευταία ανάλυση καθήλωση σε ένα συγκεκριμένο καθεστώς απόλαυσης. Κάνω κάποιον να νιώσει ντροπή συνίσταται «στην αποσύνδεση του υποκειμένου από το κύριο σημαίνον ώστε να καταστεί αντιληπτή η απόλαυση που αποκομίζει από τη χρήση του κύριου σημαίνοντος»10.
Ας κάνουμε ένα ακόμα βήμα. Όπως θα τονίσει ο Μιλέρ, η αναφορά στην ντροπή είναι ο τρόπος που επιλέγει ο Λακάν «να κλείσει ένα σεμινάριο όπου θέλησε να τοποθετήσει τον ψυχαναλυτικό λόγο στην επίκαιρη συγκυρία του τότε σύγχρονου πολιτισμού»11. Η εν λόγω συγκυρία είχε να κάνει με τη μορφή δυσφορίας που πηγάζει από ένα απολαυσιακό καθεστώς πλήρους επιτρεπτικότητας όπως το επίτασσε το σύνθημα του Μάη του ’68 Απαγορεύεται να απαγορεύουμε. Ο Λακάν διαγιγνώσκει : δεν υπάρχει πλέον ντροπή. Αυτό σύμφωνα με τον Μιλέρ μεταφράζεται ως εξής: «Βρισκόμαστε στην εποχή έκλειψης του βλέμματος του Άλλου ως φορέα ντροπής»12. Έχουμε δηλαδή να κάνουμε με υποκείμενα που απολαμβάνουν να τα κοιτούν, που απολαμβάνουν να κοιτούν τα ίδια άλλα υποκείμενα, τα οποία απολαμβάνουν με τη σειρά τους ως αντικείμενα του βλέμματος. Ως εκ τούτου το υποκείμενο ανάγεται αποκλειστικά στο καθεστώς απόλαυσής του και η εξαφάνιση της ντροπής υποδηλώνει πως σε αυτήν την αναγωγή το υποκείμενο δεν υποστηρίζεται από ένα S1 που έχει αξία, που θα το έκανε δηλαδή να ντρέπεται και θα το ωθούσε να βάλει το πέπλο της αιδούς. Ο ψυχαναλυτικός λόγος είναι το αντίστροφο του λόγου του Κυρίου με την έννοια πως πατάει πάνω στον λόγο του Κυρίου που εγκαθιδρύει την ταύτιση με το S1 και σκοπός του είναι να το παραγάγει, δηλαδή να το διαχωρίσει από το υποκείμενο. Στον καπιταλιστικό λόγο ως μία μορφή του λόγου του Κυρίου, η αντιστροφή που πραγματοποιείται ανάμεσα στο S1 και το διαγεγραμμένο S/ επιφέρει μία σειρά από αλλαγές στις οποίες μπορούμε να συγκαταλέξουμε την υποτίμηση του S1 ως προς τη λειτουργία του να αποτελέσει «σημείο αναφοράς»13, δηλαδή έδρα της ενικότητας.
Με αυτό το πρίσμα, σύμφωνα με τον Μιλέρ, «κάνω κάποιον να νιώσει ντροπή είναι μια προσπάθεια προκειμένου να αποκατασταθεί η βαθμίδα του κύριου σημαίνοντος»14. «Όχι καθ’ υπερβολήν αλλά με την αρμόζουσα συχνότητα», όπως επισημαίνει η Αναέλ Λεμποβίτς-Κενεχέν στο ομώνυμο άρθρο της15. Εξηγεί πως η ψυχανάλυση δεν στοχεύει στην παραγωγή μιας ντροπής που θα προέκυπτε από την αποτυχία του υποκειμένου να σταθεί στο ύψος που του επιτάσσει το κύριο σημαίνον του -σε σημείο μάλιστα να φτάσει ενδεχομένως να πεθάνει από ντροπή όπως ο περίφημος Βατέλ. Αντίθετα, υποστηρίζει πως «η ντροπή η οποία μας φαίνεται ότι αξίζει να προωθηθεί είναι αυτή που γεννά την αιδώ ως τρόπο αντιμετώπισής της»16. Στον αναλυτικό λόγο, συναντούμε την αιδώ με τη μορφή της ορθοέπειας η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα όρια του λόγου, δηλαδή εξ-ίσταται των λεγομένων. Ως εκ τούτου, «η λειτουργία της ντροπής, εάν έχει κάποια λειτουργία, θα ήταν να δώσει την ευκαιρία σε μια ορθοέπεια συνυφασμένη με την αιδώ»17. Με αυτό το πρίσμα, η ντροπή είναι «ένα συναίσθημα εξόχως ψυχαναλυτικό»18.
[1] Λακάν Ζ., Το Σεμινάριο, βιβλίο XVII, Το αντίστροφο της ψυχανάλυσης (1969-70), Αθήνα, Ψυχογιός, 2014, σ. 216.
[2] Miller J.-A., Orientation lacanienne III, 4 : Le désenchantement de la psychanalyse, αδημοσίευτο, μάθημα της 29ης Μαΐου 2002.
[3] Στο ίδιο.
[4] Στο ίδιο.
[5] Στο ίδιο.
[6] Στο ίδιο.
[7] Στο ίδιο.
[8] Στο ίδιο.
[9] Στο ίδιο.
[10] Στο ίδιο.
[11] Μιλέρ, Ζ.-Α., (2019), «Σημείωση για την ντροπή», περιοδικό Αληthεια, τ. 10, σελ. 38.
[12] Στο ίδιο, σελ. 41.
[13] Στο ίδιο, σελ. 49.
[14] Στο ίδιο.
[15] Lebovits-Quenehen A., « Pas trop mais juste assez », στο L’ Hebdo Blog, 13 octobre 2024: https://www.hebdo-blog.fr/pas-trop-mais-juste-assez/
[16] Στο ίδιο.
[17] Στο ίδιο.
[18] Miller J.-A., Orientation lacanienne III, 4: Le désenchantement de la psychanalyse, ό.π.

