Η κλινική του παιδιού στην ψυχανάλυση
- Dimitris Mitsopoulos
- October 29, 2025
Ανοιχτή Διάλεξη | Τμήμα Ψυχιατρικής Εφήβων και Νέων, ΓΝΑ Γεώργιος Γεννηματάς
Παρασκευή 30 Μαΐου 2025
Yves Vanderveken
Το θέμα και ο τίτλος αυτής της διάλεξης, «Η κλινική του παιδιού στην ψυχανάλυση», είναι προφανώς πολύ γενικός και πολύ ευρύς.1 Τον δανείστηκα από μια σειρά εννέα δίωρων μαθημάτων που κάνω φέτος στο Παρίσι, στη Σχολή του Φροϋδικού Αιτίου (ECF). Αυτό σημαίνει ότι, σε σχέση με αυτά που θα πω σήμερα (θα συνεχίσουμε αύριο –θεωρώ τις δύο διαλέξεις ένα ενιαίο σύνολο), θα χρειαστεί να απομονώσω κάτι που θα είναι, αναγκαστικά, αποσπασματικό.
Ωστόσο, η γενικότητα αυτού του θέματος απαιτεί ένα πλαίσιο· το τρέχον πλαίσιο όσον αφορά την κλινική. Το πλαίσιο αυτό αναλύει ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ ο οποίος οδηγείται στη διατύπωση ότι «η πολιτική επικράτησε της κλινικής».2 Αναπτύσσει και ερμηνεύει με μεγάλη ακρίβεια τις συντεταγμένες αυτής της υπαγωγής της κλινικής στην πολιτική στον πρόλογο του βιβλίου του Ζαν-Κλωντ Μαλβάλ Η αυτιστική διαφορά. Το κάνει σε σχέση με τον αυτισμό, σε σχέση με αυτό που πλέον αποκαλούμε «αυτιστικό φάσμα» ή «Διαταραχή του αυτιστικού φάσματος» – ΔΑΦ. Ωστόσο, τα στοιχεία που εξάγει ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ σχετικά με το θέμα αυτό έχουν αξία που υπερβαίνει κατά πολύ την ίδια την εκθετική επέκταση της εν λόγω αυτιστικής διαταραχής, για την οποία μας διαβεβαίωναν προσφάτως από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού ότι ο επιπολασμός της θα φτάσει σε ένα παιδί στα σαράντα τέσσερα. Και, όσον αφορά την εξέλιξη – όχι των κριτηρίων, γιατί κάτι τέτοιο θα απέδιδε μια ακρίβεια που δεν υπάρχει, αλλά ας πούμε των διάχυτων στοιχείων που εντάσσουμε στο φάσμα και που συνδέονται με αυτό ολοένα και περισσότερο-, μπορούμε να αναρωτηθούμε πού και πώς αυτό θα σταματήσει, αν όχι με την πλήρη διάλυσή του· εκεί όπου ο Λέο Κάννερ είχε αρχικά απομονώσει μια διαταραχή και μια σαφώς καθορισμένη κλινική οντότητα, της οποίας τα διακριτά χαρακτηριστικά προέρχονταν από την ακρίβεια της παρατήρησης και την κλινική καθαρότητα – που πλέον έχουν εξαφανιστεί και αντικατασταθεί από τα ασαφή περιγράμματα ενός φάσματος. Εξ ου και οι κλινικοί είναι πλέον εντελώς χαμένοι.
Πρέπει να απομονώσουμε αυτό το κίνημα που επιτίθεται ή συρρικνώνει την ίδια την κλινική πράξη ή, ακόμη, και την καθιστά ύποπτη ρίχνοντας πάνω της τη σκιά μιας υποψίας για αθέμιτη και περιφρονητική εξουσία. Πρόκειται για τη συντριβή του υποκειμένου της κλινικής (θα το δούμε πιο αναλυτικά) από το υποκείμενο του δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για τη συρρίκνωση όλων των διαστάσεων της ψυχής στη μία και μόνη διάσταση του υποκειμένου του δικαίου. Αυτός είναι ο λόγος που ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ μπορεί να πει πως «η πολιτική επικράτησε της κλινικής».
Αυτή η κίνηση, φορέας προόδου, είναι πιθανώς μη αναστρέψιμη. Θα πρέπει να το αποδεχτούμε. Θα χρειαστεί αφενός να φανούμε δεκτικοί σε αυτά τα καινούργια σχήματα της εποχής– στον ορίζοντα του ψυχαναλυτή υπάρχει η συνάντηση με την υποκειμενικότητα της εποχής του – και, αφετέρου, στους κύκλους μας, να μην εγκαταλείψουμε τη μελέτη που εγγυάται και συνεχίζει την αυστηρότητα της κλινικής και τη διαρκή της επικαιροποίηση. Δεν υπάρχει αμετακίνητο δόγμα στην ψυχανάλυση. Υπάρχουν έννοιες των οποίων η χρήση τίθεται διαρκώς υπό ερώτηση και αναδιαμόρφωση, προκειμένου να ευθυγραμμιστούν με το πραγματικό της κλινικής και της ιδιαίτερης εμπειρίας που είναι η ψυχανάλυση.
Γι’ αυτό, παρατηρεί επίσης ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ, στις Σχολές μας στο Φροϋδικό Πεδίο, έχουμε πολυάριθμα συνέδρια, ημερίδες, σεμινάρια, όπου συγκεντρωνόμαστε γιατί οι ψυχαναλυτικές έννοιες δεν είναι στατικές και απαιτούν διαρκώς τον επαναπροσδιορισμό τους σε σχέση με την κλινική.
Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με μια πολιτική πρακτική που βάζει όλο της το βάρος στη «συμμετοχική» παρουσία των ασθενών σε συνδυασμό με το σχέδιο απεμπλοκής του κράτους από τις δημόσιες υπηρεσίες προς ένα σχέδιο «υπευθυνοποίησης» του ασθενούς στην πορεία της θεραπείας του (μαζί με την έννοια της συμμόρφωσης – που δεν έχει καμία σχέση με την ηθική των επιπτώσεων που είναι χαρακτηριστικές της ψυχανάλυσης). Όμως, στην κλινική πραγματικότητα το πράγμα παίζεται διαφορετικά – εκτός ίσως από την πρόσβαση όλων στη γνώση για τον «εαυτό» τους και για ό,τι τους συμβαίνει μέσω των κοινωνικών δικτύων που είναι ένα φαινόμενο που συναντάμε καθημερινά. Εκεί βρίθουν φαινόμενα ταύτισης, ακόμα και αν είναι ασταθή, ρευστά, ευμετάβλητα. Βλέπουμε έτσι υποκείμενα να περνάνε από τον ένα στον άλλο θεωρώντας ότι ο εαυτός τους είναι παντού ή να βάζουν τη μία διάγνωση μετά την άλλη στο παιδί τους και στα συμπτώματά του.
Ας σημειώσουμε πως αυτά τα νέα χαρακτηριστικά ταύτισης, που προέρχονται από στοιχεία που αρχικά παρουσιάστηκαν ή απομονώθηκαν ως παθολογικά – σχηματίζουν ένα είδος βραχυκυκλώματος της ταύτισης με το (λακανικό) σύμπτωμα. Αυτού του είδους οι ταυτίσεις με συμπτώματα που δεν έχουν καμία σχέση με αυτό που ο Λακάν επισημαίνει ως ταύτιση με το σύμπτωμα στον ορίζοντα του τέλους της ανάλυσης. Όντας κανείς διαρκώς άλλος από τον εαυτό του βρίσκει προφανώς το αντίστοιχό του στην απόρριψη ή στην «εξάλειψη όλων των αντιλήψεων και όλων των υποτιμητικών όρων που υπονοούν ότι κάποιο άτομο μειονεκτεί σε σχέση με τους άλλους. Αυτό σημαίνει ότι η νομική ισότητα ενέχει την κλινική ισότητα. Ο αυτιστικός δεν πρέπει να είναι σε καμία περίπτωση κατώτερος, είναι διαφορετικός». Η διαφορά έναντι του ελλείμματος.
Είναι ενδιαφέρον εδώ ότι υπάρχει ένα πραγματικό της κλινικής που αντιστέκεται.
Αυτή είναι ακριβώς η εμβέλεια που δίνει η ψυχανάλυση και που θεμελιώνει το αντικείμενό της: η συμπτωματική πράξη, η παραπραξία, η παραλεξία. Όλο αυτό το κίνημα αφορά πρωτίστως και κυρίως το υποκείμενο της συνείδησης και της γνώσης του εαυτού. Ένα υποκείμενο διαφανές στον εαυτό του. Που γνωρίζει τι θέλει, τι το βασανίζει. Πρόκειται για μια κλινική του Εγώ και της ταύτισης. Μοντέρνα. Πιασμένη στο cogito, μετασχηματισμένη σε dico: Είμαι αυτό που λέω. Είναι επιτελεστικό. Ένα «εγώ είμαι». Είναι λοιπόν ένα κίνημα απόρριψης του ασυνειδήτου. Του υποκειμένου του ασυνειδήτου. Γιατί; Το υποκείμενο που γνωρίζει τι έχει, όταν δεν ξέρει τότε ποσοτικοποιούμε ή λέμε ότι είναι ο εγκέφαλος που… – πρόκειται για το νευρο-παράδειγμα που είναι μια άλλη εκδοχή. Όταν κάτι είναι ανοίκειο τότε λέμε ότι «είναι ο εγκέφαλος, ο εγκέφαλός μου που…». Όμως η ψυχανάλυση βασίζεται στο σύμπτωμα.
Πρέπει αυτό να το τοποθετήσουμε στο πεδίο που χαρακτηρίζει το παιδί, την παιδική ηλικία.
Η υπόθεσή μας για τη γνώση είναι εντελώς διαφορετική. Μιλάμε για μια υποτιθέμενη γνώση που εδράζεται στο σύμπτωμα ως αδιαφανής ή άγνωστη στο υποκείμενο και που πρέπει να διαβαστεί. Είναι ένα υποκείμενο που υποτίθεται ότι ξέρει, άρα διαφορετικό από το εγώ. Υποθέτουμε μια γνώση για το υποκείμενο το οποίο γλιστράει μέσα στα διάκενα των ταυτίσεων.
Ωστόσο, το σύμπτωμα βρίσκεται εκεί ακριβώς όπου το υποκείμενο διακρίνει μια αδιαφάνεια για αυτό το ίδιο. «Είναι πιο δυνατό από μένα», όπως λέει. Το σύμπτωμα απαντά με μια άρθρωση που είναι αρθρωμένη απάντηση – σημαίνουσα και ενορμητική ταυτόχρονα.
Και πρέπει να εντοπίσουμε πώς όλο αυτό «παίζεται» «συγκεκριμένα» στην παιδική ηλικία. Με ποιον τρόπο εμφανίζεται. Μπορεί να ανταποκρίνεται σε τυπολογίες, αλλά πάντα με τρόπο απόλυτα ενικό.
Ο στόχος είναι λοιπόν να επανατοποθετήσουμε, να επαναπροσδιορίσουμε, ακόμη και να «επαναθεμελιώσουμε» την κλινική του παιδιού στο κατεξοχήν ψυχαναλυτικό πεδίο. Αφού διατυπωθεί η αρχική διαπίστωση, πώς και με ποιον τρόπο μπορούμε στη συνέχεια να επαναπροσδιορίσουμε το πεδίο της κλινικής του παιδιού στην ψυχανάλυση;
Αρχικά πρέπει να πούμε ότι, πιθανότατα, δεν υπήρχε κλινική του παιδιού πριν από την ψυχανάλυση. Υπήρχαν παρατηρήσεις, μερικές φορές λεπτομερείς, για ορισμένες διαταραχές των παιδιών, αλλά πάντα τοποθετούμενες στο πεδίο της αναπτυξιακής ανεπάρκειας, του ελαττώματος (της ατέλειας) ή ακόμη και της ανεπάρκειας στο πεδίο της εκπαίδευσης και της κοινωνικοποίησης. Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, την περίπτωση του Βικτόρ της Αβεϋρόν, ενός άγριου παιδιού -ο όρος αυτός έχει μεγάλη σημασία, λόγω της συνδηλωτικής βαρύτητάς του- που ανακαλύφθηκε στο Ταρν (Γαλλία). Μελετήθηκε από τον ψυχίατρο Πινέλ [Pinel], ο οποίος τον θεωρούσε καθυστερημένο, ψυχικά άρρωστο, «ηλίθιο» (ιδιώτη) όπως λέγονταν τότε, και τον ανέλαβε ο Δρ. Ιτάρ [Itard], ο οποίος δημοσίευσε μια έκθεση το 1806 σχετικά με τις παρατηρήσεις του και τη δουλειά του με αυτό το παιδί (βλ. την ταινία του François Truffaut)3.
Στον Φρόυντ οφείλουμε το γεγονός ότι έδωσε στο πεδίο της παιδικής ηλικίας μια δική του ψυχή, ας πούμε αναδρομικά, λόγω του γεγονότος ότι οι ασθενείς που δεχόταν την ίδια ακριβώς περίοδο που επινοούσε την ψυχανάλυση, έδιναν όλοι μια καθοριστική θέση στην παιδική τους ηλικία μέσα στη θεραπεία τους. Αμέσως, με τρόπο που θα λέγαμε συνεπή, ο Φρόυντ οδηγήθηκε από τη δια του λόγου θεραπεία (talking cure) να ενδιαφερθεί για το πεδίο της παιδικής ηλικίας, για τις ψυχικές διεργασίες που σχετίζονται με αυτήν, φτάνοντας μάλιστα, όπως γνωρίζετε, στο σημείο να αφιερώσει μία από τις πέντε ψυχαναλύσεις του σε ένα παιδί – κάτι που ήταν εντελώς πρωτόγνωρο- ανοίγοντας έτσι το πεδίο της ψυχανάλυσης με παιδιά. Ωστόσο, τόσο ο Φρόυντ όσο και ο Λακάν δεν καθόρισαν ούτε προώθησαν μια ιδιαιτερότητα της ψυχανάλυσης με τα παιδιά. Το παιδί, το παιδικό, αντιμετωπίστηκε εξ αρχής ως μέρος του πεδίου της ψυχανάλυσης στο σύνολό της. Δεν υπάρχει ψυχανάλυση χωρίς τη διάσταση του παιδικού και του πεδίου της παιδικής ηλικίας, όπως δεν υπάρχει ψυχανάλυση του παιδιού ως τέτοια, καθώς δεν ανταποκρίνεται στο πεδίο της ψυχανάλυσης ως τέτοιο. Ο Φρόυντ προσεγγίζει τον μικρό Χανς και αντιμετωπίζει τα άγχη και τις ψυχικές του παραγωγές όπως προσεγγίζει και τις άλλες του περιπτώσεις. Τυποποιεί την ψυχαναλυτική θεωρία ως τέτοια αναφερόμενος συνεχώς σε αυτή τη διάσταση του παιδικού – φτάνοντας, για παράδειγμα, στο σημείο να στηριχθεί σε ένα παιδικό παιχνίδι, που παρατήρησε στον εγγονό του, το Fort-Da, για να υποστηρίξει την υπόθεσή του για ένα πέρα από την αρχή της ηδονής οδηγούμενος έτσι να επαναθεμελιώσει την αντίληψη που είχε μέχρι τότε για την ψυχανάλυση. Ο Λακάν, επίσης, δεν θα σταματήσει να αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο πεδίο του παιδιού καθ’ όλη τη διάρκεια της διδασκαλίας του, για να θεμελιώσει το θεωρητικό του corpus και τις έννοιές του επανεξετάζοντάς τα συνεχώς. Θα βρείτε αναφορές σε όλα τα σεμινάριά του. Επίσης εισέρχεται στο κατεξοχήν πεδίο της ψυχανάλυσης με μια ανακοίνωση για το στάδιο του καθρέφτη, το οποίο είναι μια συγκεραστική μορφή μεταξύ της παρατήρησης ενός κλινικού γεγονότος από έναν παιδοψυχολόγο, τον καθηγητή Ανρί Βαλλόν, και της διαλεκτικής του κυρίου και του σκλάβου στον Χέγκελ, που αναδείχθηκε από τον Αλεξάντρ Κοζέβ. Με άλλα λόγια, είναι ένα ευφυές μαστόρεμα του Λακάν μεταξύ Βαλλόν και Κοζέβ (Βλ. Ζακ-Αλέν Μιλέρ, Enfants violents – Βίαια παιδιά: θέμα της 4ης Ημερίδας του Ινστιτούτου του παιδιού [ΣτΜ]).
Το εγχείρημα της επανατοποθέτησης μιας κλινικής για παιδιά στην ψυχανάλυση απαιτεί το σύνολο της διδασκαλίας του Φρόυντ και του Λακάν, δηλαδή το σύνολο των εννοιών και της πρακτικής της ψυχανάλυσης. Όχι μόνο για να τοποθετήσουμε την κλινική του παιδιού, αλλά και για να προσεγγίσουμε, να διαβάσουμε, να οργανώσουμε το «πατρόν» [l’enforme], όπως το εξέφραζε ο Λακάν, των συμπτωμάτων του σημερινού παιδιού ή ακόμα και του αυριανού. Είναι γεγονός ότι τα συμπτώματα, όπως και τα παραληρήματα, εξελίσσονται, αλλάζουν, είναι μεταβλητά στην έκφρασή τους, επειδή εξαρτώνται, απαντούν στις συντεταγμένες του Άλλου της εποχής, εν συντομία, στους λόγους [discours] της εποχής. Αλλά ταυτόχρονα, αν αυτό το πατρόν τους είναι μεταβλητό, προσφέρεται για μετασχηματισμούς και επίσης ανταποκρίνονται στη δομή δηλαδή σε αυτά που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο παράγεται ένα υποκείμενο, σε αυτά που απαντούν στην παραγωγή του υποκειμένου. Με ποιον τρόπο, ενώ είναι ταυτόχρονα καθαρό έμβιο και αντικείμενο φροντίδας, infans (βρέφος), παράγεται ένα υποκείμενο, ένα Εγώ. Ο Λακάν σχετικά με το στάδιο του καθρέφτη, ή ακόμα σχετικά με τις συνθήκες αιτιογένεσης του υποκειμένου μιλάει για «διαμορφωτή της λειτουργίας του Εγώ».
Αν ξεκινήσουμε από αυτή την υποκειμενική συγκρότηση, πρέπει να σημειώσουμε ότι συνδέεται πάντα με τον Άλλον. Είναι χαρακτηριστικό του μικρού του ανθρώπου ότι, σε όλα τα επίπεδα τόσο στα ζωτικά όσο και στα υποκειμενικά, εξαρτάται από τον Άλλον. Ως εκ τούτου, το πρώτο σχήμα που διακρίνει ο Λακάν, το σχήμα L, το οποίο βασίζεται στη θεμελιώδη τριμερή διαίρεση του πραγματικού, του συμβολικού και του φαντασιακού, που δανείστηκε από τον Λεβί-Στρως και μεταφέρθηκε από τον Λακάν για να ξεκαθαρίσει το πεδίο της ψυχανάλυσης, επιτρέπει να απομονώσουμε απόλυτα αυτό το χαρακτηριστικό. Το επιτυγχάνει διακρίνοντας, για λόγους διδακτικούς και τυποποίησης καθώς στην πραγματικότητα είναι συνδεδεμένα, δύο πεδία που αλλοτριώνουν το υποκείμενο, κάνοντάς το να επέλθει: το πεδίο του φαντασιακού, δηλαδή της σχέσης με τον Άλλον (στάδιο του καθρέφτη) και το πεδίο του συμβολικού, δηλαδή το πεδίο της γλώσσας, καθώς το υποκείμενο αρχικά μιλιέται από τον Άλλο. Ας σημειώσουμε, χωρίς να επιμείνουμε, αλλά είναι θεμελιώδες, ότι αυτές οι δύο αλλοτριώσεις παράγουν κανονικά μια έλλειψη. Η απομόνωση του πεδίου των φαντασιακών ταυτίσεων και του πεδίου που ονομάζουμε της σχέσης με τη γλώσσα, επιτρέπει την απομόνωση ενός ολόκληρου φάσματος κλινικών διακρίσεων που είναι συχνά πολύ λεπτές. Αυτό είναι ουσιαστικό για να αναδείξουμε τις διαφορές. Και πρέπει να σταθούμε πολύ προσεκτικά, με αφετηρία την κλινική, στη σχέση που έχουν τα υποκείμενα με αυτό. Πρέπει επίσης να αναρωτηθούμε σε αυτή την αλλοτρίωση από τον άλλον και τον Άλλον, με ποιον τρόπο απαντά το σύμπτωμα του παιδιού – που δεν ανήκει στο πεδίο της αιτιότητας, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αρθρώνεται σε αυτή τη σχέση.
Παίρνω το παράδειγμα μιας περίπτωσης ΔΕΠΥ σε ένα αυτιστικό παιδί του οποίου η μητέρα ανέφερε με μεγάλη λεπτότητα την ιδιαίτερη χρήση της γλώσσας και των ταυτίσεων. Ήταν πολύ διαφορετικό από τη διέγερση και τη διάσπαση της προσοχής που μπορούμε να απομονώσουμε σε άλλες περιπτώσεις. Δεν έχει καμία σχέση, παρά την παρόμοια φαινομενολογία. Γιατί αν προσανατολιστούμε μόνο από το φαινόμενο της διέγερσης και της διάσπασης της προσοχής, δεν θέτουμε το ερώτημα για το τι τις «προκαλεί», ποιες είναι οι συντεταγμένες τους.
Οφείλουμε να απομονώσουμε και να περιγράψουμε αυτά τα δύο πεδία που εισάγει ο Λακάν στην ψυχανάλυση πραγματοποιώντας ενός είδους διαχωρισμό των υδάτων: το φαντασιακό και το συμβολικό. Δύο πεδία που αποδίδουν τη διπλή αλλοτρίωση -δεμένη η μια με την άλλη- στην οποία το α-υποκείμενο, το υποκείμενο, εκλαμβάνεται ως ομιλ-όν. Πρόκειται για την αλλοτρίωση της εικόνας (που είναι επίσης το πεδίο του σώματος) και εκείνη του συμβολικού (της γλώσσας αλλά όχι μόνο). Με αυτή τη διπλή σήμανση μπορούμε να εξετάσουμε διάφορα κλινικά φαινόμενα.
Ας θεωρήσουμε δύο παραδείγματα:
Το πρώτο, η Λένα και η σχέση της με τη γλώσσα την οποία χρησιμοποιούσε με απολύτως πρωτότυπο τρόπο. Η δασκάλα είχε καλέσει την επιθεωρήτρια, επειδή το παιδί μιλούσε συνεχώς, αλλά δεν έλεγε ποτέ τίποτα. Ήδη μια ωραία κλινική διάκριση! Αλλά λανθασμένη.
Και στη συνέχεια, η περίπτωση ενός του νεαρού αυτιστικού, όπου μπορούμε να πούμε ότι το συμβολικό τού χρησιμεύει και ως φαντασιακό. «Έξυπνος ηλίθιος» ή «έξυπνος υπολογιστής» όπως ο Rain Man (Ο Άνθρωπος της βροχής, ταινία του 1988 σε σκηνοθεσία του Μπάρι Λέβινσον). Ήταν αξιοσημείωτη η σχέση του με το καθαρό συμβολικό χωρίς σύνδεση με το φαντασιακό. Αυτοί οι ασθενείς μπορούν για παράδειγμα να αποστηθίζουν όλα τα ψηφία του π ή, ακόμα, να μαθαίνουν γλώσσες σε 2 εβδομάδες ή γνωρίζουν όλον τον τηλεφωνικό κατάλογο, κ.λπ. Λοιπόν, ας κρατήσουμε αυτό για να απομονώνουμε ορισμένα κλινικά φαινόμενα στην «κλινική ακρότητά» τους σε μια υποθετική καμπύλη Gauss. Συχνά είναι πολύ πιο περίπλοκο, με την έννοια ότι δεν είναι τόσο «καθαρό». Ας έχουμε ευελιξία, γιατί η κλινική είναι συχνά περίπλοκη.
Τα παραπάνω είναι θεμελιώδη, τα διατρέχω εν τάχει, για να δώσω έμφαση σήμερα στην απομόνωση αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε κλινική του αντικειμένου. Είναι προφανώς θεμελιώδες, τόσο από μεταψυχολογική άποψη – που πρέπει πάντα να είναι το σημείο εκκίνησης, το θεμέλιό μας – όσο και εξίσου κεντρικό στην κλινική του παιδιού ή κλινική με το παιδί. Αυτό είναι και το θέμα της επόμενης ημερίδας του Ινστιτούτου του Παιδιού: Το παιδί και τα αντικείμενά του. Όταν η πρακτική μας αφορά παιδιά, πάντα υπάρχουν αντικείμενα. Στα παιχνίδια τους, για παράδειγμα. Πρέπει να πραγματοποιούμε τον εντοπισμό της φύσης, της λειτουργίας και της χρήσης τους. Είναι ένα ευρύ πεδίο διαφοροποίησης στην κλινική. Επιπλέον, δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε ότι υπάρχει κάτι σαν μετάλλαξη, μια μεταμόρφωση της σχέσης με τα αντικείμενα καθώς σήμερα πρόκειται για συνδεδεμένα αντικείμενα και έχουμε ακριβώς να κάνουμε με μια σύνδεση με τα αντικείμενα ή, ακόμα, με μια κονιορτοποίηση αυτών των αντικειμένων στον κόσμο του παιδιού που δίνουν τα χαρακτηριστικά της σχέσης μαζί τους στη σημερινή εποχή.
Αυτό απαιτεί μια σειρά διευκρινίσεων. Δεν υπάρχει σχέση με το αντικείμενο ή μάλλον δεν υπάρχει αντικείμενο στην ψυχανάλυση ως τέτοιο. Οφείλουμε να υπενθυμίσουμε ότι το αντικείμενο στην ψυχανάλυση σχετίζεται με το γεγονός ότι το «μικρό του ανθρώπου» είναι ένα ομιλούν ον και ως τέτοιο καθορίζεται από το σημαίνον και μιλιέται από τον Άλλον. Το αντικείμενο στην ψυχανάλυση δεν είναι αποσπασμένο από αυτό το γεγονός και από την ιδιαιτερότητα που εισάγει. Αυτό που ο Λακάν απομόνωσε ως αντικείμενο α συνδέεται με το ασυνείδητο που είναι δομημένο σαν γλώσσα. Τα δύο συνδέονται, σε μια σύνθετη μεν σχέση, αλλά συνδέονται. Για αυτό άλλωστε ο τύπος της φαντασίωσης γράφεται ως εξής:
$◊a
Ο τύπος αυτός δηλώνει και γράφει ότι το αντικείμενο με το οποίο σχετίζεται το εν ελλείψει διαγραμμένο υποκείμενο του σημαίνοντος είναι αποτέλεσμα της σημαίνουσας λειτουργίας. Είναι αυτό που αποτυπώνει το σχήμα L για τη σχέση του υποκειμένου τόσο στο πεδίο του συμβολικού όσο και του φαντασιακού με όλες τις κλινικές συνέπειες.
Άρα, 1ον. Δεν υπάρχει καθαρό αντικείμενο καθαυτό. Είναι το προϊόν του σημαίνοντος το οποίο παραπέμπει στο ομιλ-όν και στο κλινικό πεδίο που συνέχεται με το τελευταίο.
2ον. Αυτό σημαίνει – και δεν το τονίζουμε ποτέ αρκετά – ότι το αντικείμενο στην ψυχανάλυση είναι το δομικά χαμένο αντικείμενο (ακόμα κι αν λέμε ότι ο ψυχωτικός το έχει στο τσεπάκι του). Αυτό άλλωστε δηλώνει ο φαλλός. Το σημαντικό είναι, εφόσον μιλούσα για τον ψυχωτικό, να εντοπίσουμε στην κλινική από πού αυτό το αντικείμενο επιστρέφει και εκδηλώνεται. Πού απομονώνεται; Είναι εντοπισμένο ή όχι; Και με ποιον τρόπο; Και εδώ έχουμε μια ολόκληρη διαφορική κλινική, που συχνά απαιτεί ιδιαίτερη λεπτότητα και ευαισθησία κρίσης από την πλευρά του κλινικού.
3ον. Δεν πρέπει να συγχέουμε το αντικείμενο α, το αντικείμενο στην ψυχανάλυση και «τα» αντικείμενα. Έχουν ασφαλώς σχέση, αλλά δεν ταυτίζονται. Ας πούμε ότι το αντικείμενο α είναι το αίτιο αυτών των αντικειμένων τα οποία συνιστούν την εκδήλωσή του, το ενσαρκώνουν. Τα αντικείμενα είναι αντικείμενα, αλλά ποια είναι η σχέση τους με το σύνδεσμο που διατηρεί το υποκείμενο με το αντικείμενο ως τέτοιο; Ας πούμε ότι καθορίζονται από αυτό και ότι είναι εκείνο που πρέπει να κατανοήσουμε στη διαφοροποιημένη τροπικότητά τους στην κλινική του παιδιού. Η σχέση με τα αντικείμενα φέρει το στίγμα της σχέσης με το αντικείμενο.
4ον. Αν επιμένω να προσεγγίζω τη σχέση του αντικειμένου με τη σημαίνουσα λογική του υποκειμένου, αυτό οδηγεί, όπως ήδη ανέφερα, στην ενορμητική διάσταση, η οποία είναι επίσης σημαίνουσας τάξης. Γι’ αυτό η ενόρμηση δεν είναι το ένστικτο. Όλη η ενορμητική διάσταση στον άνθρωπο αναδεικνύει ακριβώς την ιδιαιτερότητά του, την απορρύθμισή του σε σχέση με το πεδίο της φύσης, της βιολογίας, του ενστίκτου, λόγω του ότι είναι ον της γλώσσας. Εκτός αν το ζώο είναι εξημερωμένο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, δηλαδή σημαδεμένο από τη γλώσσα, δεν θα βρείτε τίποτα στο ζωικό βασίλειο που να μοιάζει με τις ενορμητικές εκδηλώσεις του ομιλ-όντος (parlêtre). Επομένως, αν έχουμε επιμείνει στη σχέση με το σημαίνον μέχρι τώρα, πρέπει να σκύψουμε πάνω στην ενορμητική, σεξουαλική διάσταση (κατά τον Φρόυντ) που προκύπτει από αυτήν. Ο Λακάν εξεπλάγη (η λέξη είναι αδύναμη) – θα το βρείτε στην Ομιλία του για τις ψυχώσεις του παιδιού4 – που μπορούσε να γίνει ένα ολόκληρο συνέδριο για το παιδί στην ψυχανάλυση, χωρίς να αναφερθεί ούτε μία φορά η απόλαυση (jouissance)! Ήταν έκπληκτος, και αυτό φυσικά απέχει παντελώς από τη φροϋδική κατεύθυνση, ένα από τα βασικά έργα της οποίας είναι τα Τρία δοκίμια για τη θεωρία της σεξουαλικότητας που δίνει μεγάλη βαρύτητα στο παιδικό.
Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία ότι ως προαπαιτούμενο για την (τεχνητή) απομόνωση αυτής της κλινικής του αντικειμένου, τόσο πλούσιας και ποικίλης, οφείλουμε να ξεκινήσουμε από τη στιγμή -την οποία επίσης είμαστε υποχρεωμένοι να μυθοποιήσουμε για να την προσεγγίσουμε- της παραγωγής αυτού του αντικειμένου. Διότι αυτό το αντικείμενο πρέπει να παραχθεί – και όλη η κλινική της παιδικής ψύχωσης περιστρέφεται γύρω από αυτή τη στιγμή και τις δυσκολίες, ακόμα και αδυνατότητες παραγωγής αυτού του αντικειμένου ως τέτοιου ή, με άλλα λόγια, τη μεγαλύτερη ή μικρότερη δυσκολία παραγωγής του «εκτός σώματος», εν πάση περιπτώσει απόσπασής του. Στιγμή ή μάλλον λογική που το εξηγεί και που συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία που έχω ήδη προσεγγίσει.
Για να τοποθετηθούμε στο επίπεδο αυτής της ψυχικής πραγματικότητας, πρέπει να θυμηθούμε τη φροϋδική ανακάλυψη του δομικά ψευδαισθητικού χαρακτήρα της επιθυμίας στο ομιλούν ον. Δεν είναι τυχαίο που ο Φρόυντ επιτρέπει στον εαυτό του να θεωρήσει την ψευδαισθητική ψύχωση ως υπόδειγμα του παιδικού χαρακτήρα της επιθυμίας. Βεβαίως, θα τις διακρίνουμε δομικά – αυτό είναι θεμελιώδες – αλλά, σε ένα ορισμένο επίπεδο, ο Φρόυντ επιτρέπει στον εαυτό του να βάλει σε ακολουθία τις ψευδαισθήσεις και τα όνειρα ως χαρακτηριστικά αυτού που αποκαλεί ψυχικά μορφώματα. Παραμένοντας σε αυτό το επίπεδο, επιτρέπουμε στον εαυτό μας να προσθέσουμε το παιχνίδι και τη φαντασίωση. Αυτό επιτρέπει να δοθεί έμφαση στην κεντρική θέση του παιχνιδιού στο παιδί. Είναι η βασιλική οδός του ψυχικού υλικού του παιδιού. Μακριά από το να φέρει τη σφραγίδα οποιασδήποτε υποτίμησης, είναι μέσω της ανάπτυξης του φαντασιακού που το παιδί επιδιώκει να κατασκευάσει την ψυχική του πραγματικότητα.
Ο Φρόυντ επανέρχεται στις πρώτες παιδικές εμπειρίες. Πέρα από την ικανοποίηση της ανάγκης που βρίσκει την πλήρωση και τον κορεσμό της, το παιδί παρατείνει και εξάγει από αυτή την ικανοποίηση της ανάγκης, μια άλλη ικανοποίηση, ένα επέκεινα, χαμένο, από το οποίο βρίσκει, ανακτά ένα ersatz (υποκατάστατο) στην ψευδαίσθηση του αντικειμένου της επιθυμίας. Ας σκεφτούμε την ανάκτηση της ευχαρίστησης μέσω του πιπιλίσματος θηλάζοντας τον αντίχειρα ή την πιπίλα, ή ακόμα και το όνειρο της μικρής Άννας5. Επομένως, έχουμε να κάνουμε με μια έλλειψη απόλαυσης, μια απώλεια και σαν απάντηση έχουμε μια παραγωγή υπερ-απόλαυσης (plus-de-jouir) που επιχειρεί να ανακτήσει ένα μέρος το οποίο ωστόσο παραμένει πάντοτε μερικό.
Πρόκειται για την ανάκτηση, αλλά πιο θεμελιωδώς για την παράταση, μέσω υποστήριξης (étayage) (η λέξη αυτή είναι σημαντική) από τα αντικείμενα της ανάγκης, μιας υπεραπόλαυσης (plus-de-jouir) που εμπεριέχει μια διάσταση ανικανοποίητου. Υπάρχει λοιπόν εξ αρχής μια ερωτικοποίηση του αντικειμένου, όχι πλέον της ανάγκης αλλά της ενόρμησης, η οποία εξάλλου καθιστά τα στόμια του σώματος ερωτογενή. Πρόκειται για μια λογική ανάκτησης της ευχαρίστησης, μέσω μιας ψευδαισθητικής επιθυμίας, με φόντο το χαμένο αντικείμενο. Σημειώνουμε, εξάλλου, ότι αυτό σχεδιάζει το κύκλωμα της ενόρμησης, γύρω από ένα κεντρικό κενό και την παρουσία ενορμητικών κυκλωμάτων στην κλινική του παιδιού.
Το Das Dichter und das Phantasieren6 (Ο ποιητής και η φαντασίωση7) είναι από αυτή την άποψη ένα πολύ όμορφο κείμενο του Φρόυντ. Σε αυτό, αναπτύσσει την ιδέα ότι η φαντασίωση είναι η μετάβαση στο ασυνείδητο του παιδικού παιχνιδιού και της φαντασίας μέσα στην οποία το παιδί χαίρεται να το αναπτύσσει. Ο Λακάν βασίζεται σε αυτό το κείμενο, στην αρχή της διδασκαλίας του8· και ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ υπογραμμίζει ότι βρίσκει εκεί το υλικό για να αναπτύξει μια «απλουστευμένη θεωρία της φαντασίωσης»9.
Μπορούμε να ακολουθήσουμε τον Φρόυντ εδώ, με το μολύβι στο χέρι, τόσο μεγάλη είναι η δύναμη των λόγων του που αντηχεί με αυτά που έχουμε αναπτύξει μέχρι τώρα:
- «Δεν θα έπρεπε να αναζητήσουμε τα πρώτα ίχνη της λογοτεχνικής δραστηριότητας, ήδη παρόντα στο παιδί; Η πιο αγαπημένη και πιο έντονη ενασχόληση του παιδιού είναι το παιχνίδι. Ίσως επιτρέπεται να πούμε: κάθε παιδί που παίζει συμπεριφέρεται σαν ποιητής, στο βαθμό που δημιουργεί έναν δικό του κόσμο, ή, για να το πούμε πιο συγκεκριμένα, τακτοποιεί τα πράγματα του κόσμου του σύμφωνα με μια νέα τάξη, όπως το βολεύει. Θα ήταν λάθος να πιστεύουμε ότι δεν παίρνει αυτόν τον κόσμο στα σοβαρά· αντίθετα, παίρνει το παιχνίδι του πολύ στα σοβαρά, επενδύει σε αυτό μεγάλες ποσότητες συναισθήματος. Το αντίθετο του παιχνιδιού δεν είναι η σοβαρότητα, αλλά… η πραγματικότητα. Το παιδί διακρίνει πολύ καλά τον διασκεδαστικό κόσμο του, σε πείσμα οποιασδήποτε συναισθηματικής επένδυσης της πραγματικότητας και του αρέσει να υποστηρίζει τα αντικείμενά του και τις καταστάσεις που φαντάζεται σε απτά και ορατά πράγματα του πραγματικού κόσμου10.
Και συνεχίζει:
- «Δεν είναι τίποτα άλλο από αυτό το υποστήριγμα (étayage) που εξακολουθεί να διακρίνει το «παιχνίδι» του παιδιού από τη «φαντασία» του»11.
Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο, καθώς ο Φρόυντ θα αναπτύξει στη συνέχεια ότι όταν ο έφηβος σταματά να παίζει, «δεν εγκαταλείπει τίποτα άλλο παρά το υποστήριγμα των πραγματικών αντικειμένων· αντί να παίζει, τώρα, αφήνεται στη φαντασία του. Χτίζει παλάτια στην άμμο, δημιουργεί αυτό που ονομάζουμε ονειροπολήσεις». Εδώ βρίσκουμε μια από τις όψεις της φαντασίωσης που έχει απομονώσει ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ δηλαδή τις ονειροπολήσεις, εν ολίγοις, τις φανταστικές ιστορίες που λέμε στον εαυτό μας ξύπνιοι12.
Ο Φρόυντ τοποθετεί λοιπόν ένα πέρασμα από το παιχνίδι στη φαντασίωση, μια πορεία που συνεχίζεται στην ενήλικη ζωή.
- «Οι φαντασίες των ενηλίκων είναι πιο δύσκολο να παρατηρηθούν από το παιχνίδι των παιδιών. Το παιδί είναι επίσης αλήθεια ότι παίζει μόνο του ή δημιουργεί με άλλα παιδιά ένα κλειστό ψυχικό σύστημα για σκοπούς διασκέδασης, αλλά ακόμα κι αν για τους ενήλικες δεν παίζει τίποτα δεν τους κρύβει ωστόσο το παιχνίδι του. Αντιθέτως, ο ενήλικας ντρέπεται για τις φαντασίες του και τις αποκρύπτει από τους άλλους, τις καλλιεργεί ως τα μύχια της ψυχής του.»13
Ο Φρόυντ επισημαίνει αυτό που ο ψυχαναλυτής το γνωρίζει πολύ καλά, όπως και ο αναλυόμενος: «Θα προτιμούσε να εξομολογηθεί τις αδυναμίες του παρά να κοινοποιήσει τις φαντασίες του».14
Συμπεραίνει:
- «Αυτή η διαφορά συμπεριφοράς μεταξύ εκείνου που παίζει και εκείνου που παραδίνεται στη φαντασία του έχει τη βάση της στα κίνητρα των δύο δραστηριοτήτων, εκ των οποίων όμως η μία απλώς αποτελεί τη συνέχεια της άλλης».15
Ο ενήλικας ντρέπεται για τη φαντασία του, σαν να πρόκειται για κάτι παιδικό και απαγορευμένο. Ας επιχειρήσουμε να καταλάβουμε γιατί. Και πάλι, ο Φρόυντ μας δίνει μερικές απλές ενδείξεις:
- 1/ Ήδη από το παιχνίδι του παιδιού, τη «δημιουργία ενός δικού του κόσμου» όπου «τακτοποιεί τα πράγματα του κόσμου του σύμφωνα με μια νέα τάξη όπως το βολεύει», βλέπουμε να γλιστράει εκεί κάτι, να παράγεται κάτι που επιτρέπει να «παρέχεται απόλαυση16», εκεί όπου πολλά πραγματικά πράγματα δεν μπορούν.
- 2/ Η «παραίτηση» που ξεκινά στην εφηβεία, αφορά μόνο την εγκατάλειψη της υποστήριξης που παρέχουν πραγματικά αντικείμενα: «ο έφηβος παύει λοιπόν να παίζει, αποποιείται φαινομενικά το κέρδος της ευχαρίστησης που αντλούσε από το παιχνίδι. Όμως, όποιος γνωρίζει την ψυχική ζωή του ανθρώπου, ξέρει ότι τίποτα δεν είναι τόσο δύσκολο γι’ αυτόν όσο το να εγκαταλείψει μια ευχαρίστηση που έχει γνωρίσει κάποτε. Στην πραγματικότητα, δεν μπορούμε να εγκαταλείψουμε τίποτα, απλώς αντικαθιστούμε το ένα με το άλλο· αυτό που φαίνεται να είναι μια παραίτηση, είναι στην πραγματικότητα ένας υποκατάστατος σχηματισμός ή ένα υποκατάστατο.»17
Εδώ βρισκόμαστε στην καρδιά της φροϋδικής ανακάλυψης. Θα την επανεξετάσει με άλλους τρόπους σε όλες τις δημοσιεύσεις του. Μας ενδιαφέρει να πάρουμε το σημείο εκκίνησής τους από το παιδικό και την ευχαρίστηση που συνδέεται με το παιχνίδι του φαντασιακού. Τι διδάγματα μπορούμε να αντλήσουμε σχετικά με το παιχνίδι του παιδιού, τη φαντασία του και τις «φαντασιώσεις» του; Έτσι οδηγείται το ενδιαφέρον μας στα αντικείμενα.
Βλέπουμε τα αντικείμενα που παράγει το παιδί για να αντλήσει από αυτά την ιδιαίτερη ευχαρίστηση του ομιλ-όντος για την οποία μιλήσαμε. Την πιπίλα, τον αντίχειρα, κ.λπ. Όμως τελικά όλα τα αντικείμενα που στηρίζονται στην ανάγκη, φέρουν το στίγμα της (τροφή, στόμα, κόπρανα, γεννητικά όργανα, κ.λπ.). Είναι θεμελιώδες να προσπαθήσουμε να προσανατολιστούμε στη σχέση με αυτά τα «αντικείμενα» της ενόρμησης στην κλινική του παιδιού.
Αλλά και γενικότερα η «συγκρότηση» ενός αντικειμένου είναι θεμελιώδης. Βρίσκουμε αυτή την παραγωγή αντικειμένου σε μια σειρά από «παιχνίδια» παιδιών, τα οποία, πέρα από το ότι είναι παιχνίδια, έχουν απολύτως θεμελιώδεις δομικές λειτουργίες. Πρόκειται για την παραγωγή της δομής.
Έτσι συμβαίνει με το παιχνίδι του fort-da [δηλαδή την κουβαρίστρα του εγγονού του Φρόυντ], με το μεταβατικό αντικείμενο, με το φοβικό αντικείμενο, το αντικείμενο του άγχους και τέλος το αντικείμενο της επιθυμίας, της αγάπης, της απόλαυσης (φετίχ). Αυτές είναι όλες οι μορφές του αντικειμένου που ο Λακάν διατρέχει στο 4ο Σεμινάριό του, Η σχέση αντικειμένου, για να απομονώσει τελικά και να ορίσει το αντικείμενο α. Πρέπει να τα διαφοροποιήσουμε αλλά για το ομιλούν ον όλα περιστρέφονται γύρω από το ίδιο ερώτημα του εμβίου. Δηλαδή το πώς να «αποχωριστεί» μια περίσσεια απόλαυσης, και να την ανακτήσει μέσα από «μπουκίτσες (σταλιές)», όπως λέει ο Λακάν.
Λοιπόν, δεν θα επανέλθω λεπτομερώς σε κάθε στιγμή παραγωγής αυτών των «αντικειμένων». Άλλωστε ο Λακάν αυτές τις θεμελιώδεις στιγμές τις σχολιάζει, τις τυποποιεί, τις αναλύει συχνά με πολλούς και ποικίλους τρόπους καθ’ όλη τη διάρκεια της διδασκαλίας του.
Ας προχωρήσουμε γρήγορα.
Παίρνω το παράδειγμα του fort-da. To παιχνίδι με την κουβαρίστρα που απομόνωσε ο Φρόυντ στον εγγονό του. Είναι τόσο κεντρική δομική στιγμή, που μπορούμε να συμπεράνουμε πολλά από μεταψυχολογική άποψη. Ο Φρόυντ εξήγαγε από αυτήν τόσο τη διάσταση του ελέγχου (το παιδί παίζει για να ελέγξει την απώλεια του πρώτου αντικειμένου της αγάπης δηλαδή τη μητέρα) και με αυτή την αφετηρία οδηγείται ούτε λίγο ούτε πολύ μέχρι το πέραν της αρχής της ηδονής. Ο Λακάν, από την πλευρά του, θα το μεταφράσει με όρους σημαίνοντος και συμβολικούς. Είναι η πρώτη μορφοποίηση του πραγματικού της απώλειας μέσω ενός πρωταρχικού και θεμελιώδους συμβολικού: +/-, παρουσία/ απουσία. Θεμελιώδες, καθώς είναι η πρώτη απόπειρα κωδικοποίησης του πραγματικού για να το εισαγάγει στον κόσμο του σημαίνοντος. Και μην θεωρήσετε ότι αυτό δεν οδηγεί πουθενά, γιατί αυτό το δυαδικό σύστημα αποτελεί τη βάση όλης της Τεχνητής Νοημοσύνης (και των υπολογιστών). Αυτό επιτρέπει στον Λακάν να πει ότι αυτό το παιχνίδι, με την παραγωγή ενός αντικειμένου που πετάμε και ανακτούμε, σηματοδοτεί την είσοδο στο συμβολικό. Ο Λακάν καταλήγει επίσης να λέει, ακολουθώντας τον Φρόυντ σε αυτό το σημείο, ότι το σημαντικό σε αυτό το παιχνίδι είναι ακριβώς η εξώθηση του αντικειμένου (και άρα η παραγωγή του). Ένα αντικείμενο που το υποκείμενο παράγει και το οποίο αποχωρίζεται, ένα αντικείμενο που αποσπάται από το σώμα.
Εδώ όπως ανέφερα ήδη υπάρχει μια πολύ διαφοροποιημένη και ακριβής κλινική, μια κλινική του κρυφτού όπου έχουμε όλες τις πιθανές παραλλαγές αυτού του παιχνιδιού του fort-da. Το μεταβατικό αντικείμενο βασίζεται σε αυτό. Είναι εκείνο που επιτρέπει την ανάκτηση μιας παρουσίας, αλλά και το σύνολο των σημαινόντων της ζωής, σε σχέση με τον πρωταρχικό Άλλο όταν το βρέφος (infans) έχει αποχωριστεί από αυτόν. Μπορούμε εδώ να μιλήσουμε για μια κλινική του «λούτρινου παιχνιδιού» (doudou), αυτού του μεταβατικού αντικειμένου. Και πρώτα απ’ όλα όταν δυσκολεύεται να συγκροτηθεί. Είναι συχνά ένα κομμάτι ύφασμα (φετίχ). Και συχνά δεν πρέπει να υπάρχει απώλεια (π.χ. οσμής και τότε δεν μπορεί να πλυθεί). Έχει τη λειτουργία να καθησυχάζει το άγχος. Αλλά όταν συναντάς, για παράδειγμα, ένα παιδί που πρέπει να κοιμάται με παγωμένα κομμάτια μπριζόλας (ακραίο), αυτό σηματοδοτεί μια πολύ περίεργη εκδήλωση της μη-συγκρότησης του μεταβατικού αντικειμένου. Λοιπόν, ακόμα κι αν αυτό το μεταβατικό αντικείμενο δεν μπορεί για παράδειγμα να πλυθεί και πρέπει να είναι βρώμικο, λαμβάνεται ωστόσο από αυτόν τον χώρο όπου κάτι το αγαλμικό (πολύτιμο) έχει σχηματιστεί για ένα παιδί, που δεν είναι ούτε της μητέρας ούτε του παιδιού. Επομένως, ήδη γίνεται μια επιλογή μεταξύ των αντικειμένων, των καλών, των κακών, των ελκυστικών, των απωθητικών, αυτών που κρατάμε, αυτών που πετάμε, κλπ. Και είναι συχνά μια δουλειά που πρέπει να γίνει με το παιδί όταν, σε αυτό το επίπεδο, εντοπίζουμε, ας πούμε, εμπόδια. Από εκεί προκύπτει άλλωστε, μερικές φορές, η αδιάκοπη εργασία των ψυχωτικών υποκειμένων που φτιάχνουν λίστες, για να ταξινομήσουν, να διανείμουν, κλπ. Και η καθαυτή κλινική ένδειξη της σχιζοφρένειας, ακόμα κι αν είναι διαλεκτική, είναι όταν αυτές οι διαφοροποιήσεις στα αντικείμενα δεν συμβαίνουν: καμία αηδία, παραδείγματος χάριν, για κάποιο υποκείμενο που συσσωρεύει σκουπίδια, σακούλες με τα πάντα, καμία διαφοροποίηση μεταξύ αυτού που είναι πολύτιμο και αυτού που δεν είναι. Ή ένα παιδί που κοιμάται μέσα στα σκουπίδια του!
Υπάρχει βέβαια και το φοβικό αντικείμενο, το οποίο θα μελετήσουμε στο αυριανό σεμινάριο με τον Μικρό Χανς του Φρόυντ.
Μετάφραση: Πολίνα Αγαπάκη
Επιμέλεια: Νασία Λινάρδου
[1] Ο Yves Vanderveken είναι ψυχαναλυτής με εγγυημένη εκπαίδευση (Αnalyste Μembre de l’École, ΑΜΕ), μέλος της Σχολής του Φροϋδικού Αιτίου (ECF) και διδάσκει στο Κλινικό Τμήμα των Βρυξελών. Η παρούσα διάλεξη πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της ετήσιας διημερίδας μελέτης της Ακαδημίας Κλινικών Σπουδών της Αθήνας. Η ΑΚΣΠΑ οφείλει τη φιλοξενία στο Τμήμα Εφήβων και Νέων στον Διευθυντή του Τμήματος Επαμεινώνδα Θεοδωρίδη. Η συνέχεια της διημερίδας έλαβε χώρα την επομένη, Σάββατο 31 Μαΐου, στο ΨΝΑ Δαφνί με την κλινική παρουσίαση ασθενούς και τη μελέτη του σύντομου κειμένου του Λακάν «Σημείωμα για το παιδί». Η ΑΚΣΠΑ οφείλει τη φιλοξενία στο Δαφνί στους συναδέλφους Ελένη Μόλαρη και Πάνο Κατσαρό. Προειδοποιούμε τον αναγνώστη ότι το ύφος της διάλεξης διατηρεί τον προφορικό της χαρακτήρα. Οι σημειώσεις προέρχονται από τη γαλλική βιβλιογραφία στην οποία αναφέρεται ο συγγραφέας.
[2] Miller J.-A., « Préface », στο La différence autistique de Jean-Claude Maleval, σελ. 11.
[3] L’enfant sauvage, 1969, ταινία του François Truffaut [ΣτΜ]
[4] Lacan J., « Allocution sur les psychoses de l’enfant », Autres écrits, Paris, Seuil, 2001, σελ. 361-371. [ΣτΜ]
[5] Freud, S., «Η ερμηνεία των ονείρων», Επίκουρος, 1995, σελ. 135.
[6] Freud S., « Le créateur littéraire et la fantaisie », L’inquiétante étrangeté et autres essais, NRF, Gallimard, 1985, σελ. 29 à 46.
[7] Lacan J., « La psychanalyse et son enseignement », Écrits, Seuil, Paris, σελ. 437-458. Στα ελληνικά: Ζακ Λακάν, «Η ψυχανάλυση και η διδασκαλία της», μετάφραση Νασία Λινάρδου, Η Ψυχανάλυση, τ. 5 σσ. 13-31.
[8] Miller J.-A., « Du symptôme au fantasme et retour », l’orientation lacanienne, Cours du 24 novembre 1982.
[9] Freud, S., «Ο ποιητής και η φαντασίωση», Πλέθρον, 2011 [ΣτΜ]
[10] Freud S., ibid., σελ. 34.
[11] Ibid.
[12] Σε μια ραδιοφωνική εκπομπή για την παρουσίαση του Σεμιναρίου XIV, Η λογική της φαντασίωσης.
[13] Freud S., ibid., σελ. 36.
[14] Ibid.
[15] Freud S., ibid., σελ. 37.
[16] Ibid., σελ. 35.
[17] Ibid., σελ. 36

