Σε αναζήτηση της αλήθειας
- Dimitris Mitsopoulos
- September 13, 2022
Κλινική Συνομιλία του Αθηναϊκού Παραρτήματος Κλινικών Σπουδών (σήμερα Ακαδημία Κλινικών Σπουδών της Αθήνας) με τον Πατρίκ Μονριμπό
Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2011
Παρουσίαση του περιστατικού από το Γιάννη Γραμματόπουλο
Η Κατερίνα επισκέφθηκε το φορέα ψυχοκοινωνικής υποστήριξης όπου εργαζόμουν προ διετίας λέγοντας ότι αντιμετωπίζει μια «φουρτούνα». Είχε ξαφνικά βρεθεί με ένα τεράστιο χρέος σε τράπεζες και την εφορία και για να τα βγάλει πέρα μ’ αυτό ζητούσε από το σύζυγό της να πουλήσουν το νεόδμητο σπίτι τους.
Όταν έρχεται να με βρει είναι 35 ετών. Είναι το τρίτο παιδί της οικογένειας. Μέχρι τα τέσσερά της χρόνια είχε ευχάριστες αναμνήσεις. Ο πατέρας της εργαζόταν στο εξωτερικό, όπου πηγαινοερχόταν για δουλειές. Ώσπου η συνεχόμενη άστατη και άπιστη ζωή του οδήγησαν στο χωρισμό των γονιών. Η μητέρα άφησε τα δυο μεγαλύτερα παιδιά με τη γιαγιά τους, ενώ με την Κατερίνα μετανάστευσαν κι εκείνες στην ίδια χώρα του εξωτερικού, όπου ταξίδευε και είχε πλέον εγκατασταθεί μόνιμα ο πρώην σύζυγός της, αλλά διέμεναν ήδη και οι αδερφοί της με τις οικογένειές τους. Η μητέρα ξεκίνησε να περιοδεύει τη χώρα στο πλαίσιο της δουλειάς της, ενώ η Κατερίνα μεγάλωνε με τις οικογένειες των θείων της όπου ένιωθε «ξένη». Έβλεπε τη μητέρα της όταν επέστρεφε από τις περιοδείες της και τον πατέρα τον είδε μόνο μια φορά έκτοτε: ενώ την είχαν στείλει για τις καλοκαιρινές διακοπές στην Ελλάδα, η Κατερίνα ζήτησε από τη μητέρα της να επιστρέψει στο εξωτερικό, τάχα γιατί είχε πεθυμήσει τον πατέρα της, o οποίος συνέχισε να ζει στην ίδια χώρα. Η μητέρα κανόνισε όντως τη συνάντηση, όπου η Κατερίνα έδειξε αδιαφορία, όπως και ο πατέρας της, όπως λέει. Ο πατέρας επανέρχεται στο λόγο της με υποτιμητικά και ειρωνικά προσωνύμια, που υποδεικνύουν την χαλαρών ηθών και ράθυμη ζωή του και η Κατερίνα δεν επιθυμεί να έχει σχέσεις μαζί του. Όσο για τη μητέρα, της επιρρίπτει ευθύνες για το ότι δεν ξαναέφτιαξε τη ζωή της, όπως και για το ότι δεν της αποκάλυψε ποτέ όλη την αλήθεια για την κρυφή ζωή του πατέρα. Η τελική μετοίκηση στην Ελλάδα έλαβε χώρα κατά την πρώιμη εφηβεία της Κατερίνας. Τελείωσε το σχολείο με μέτριες επιδόσεις, χωρίς να καταφέρει να μπει στο πανεπιστήμιο, όπου επιθυμούσε να σπουδάσει δημοσιογραφία, και έπιασε δουλειά σε μια εμπορική επιχείρηση που ανήκε και διηύθυνε ένα ζευγάρι στην ηλικία των γονιών της. Εκεί γνώρισε τον μελλοντικό σύζυγό της, φλέρταραν για μήνες και στο τέλος παντρεύτηκαν. Έφυγαν από εκείνη την εργασία όταν η έδρα της επιχείρησης μεταφέρθηκε εκτός Αθηνών, ώσπου, πριν από τρία χρόνια, η ιδιοκτήτρια προσέγγισε την Κατερίνα προτείνοντάς της, έναντι αδρών οικονομικών προνομίων, να προχωρήσουν στη σύσταση μιας εικονικής εταιρείας στο όνομά της, η οποία να συναλλάσσεται με τη δική τους επιχείρηση, διαβεβαιώνοντάς την ότι δεν είχε κάτι να φοβηθεί. Η Κατερίνα συμφώνησε, σκεπτόμενη ότι θα μεγάλωνε έτσι με άνεση τα δυο παιδιά που είχε εν τω μεταξύ αποκτήσει, ώσπου ένα χρόνο μετά η απάτη αποκαλύφθηκε και βρέθηκε αντιμέτωπη με αυτό που την οδήγησε αρχικά στη θεραπεία.
Η πρώτη περίοδος των συνεδριών της, που κράτησε περίπου πέντε μήνες, περιελισσόταν γύρω από την ιστορία εκείνη. Το άγχος έκανε συχνά την εμφάνισή του στα όνειρά της γύρω από εκείνη την περιπέτεια. Εκείνο που έδειχνε να έχει ιδιαίτερο βάρος για την Κατερίνα ήταν η «προδοσία» της ιδιοκτήτριας της επιχείρησης. Ενώ προσέβλεπε σε αυτήν θεωρώντας την μια πιο έμπειρη μητέρα από τη δική της και περίμενε να της μάθει πώς να μεγαλώσει μια σωστή οικογένεια, εκείνη την εκμεταλλεύτηκε προς ίδιον όφελος.
Τα πράγματα άλλαξαν δραματικά μετά τις καλοκαιρινές διακοπές. Η Κατερίνα μπήκε αναστατωμένη στο γραφείο και αδυνατώντας να καθίσει ανακοίνωσε ότι είχε μόλις ανακαλύψει πως ο σύζυγός της την απατούσε από καιρό. Η αποκάλυψη είχε συμβεί με την εύρεση ενός κρυφού κινητού τηλεφώνου του συζύγου. Ο τρίτος άνθρωπος ήταν η νονά του δεύτερου παιδιού τους. Επρόκειτο για μια γυναίκα επίσης μητέρα δυο μεγαλύτερων παιδιών, στην φιλία με την οποία η Κατερίνα προσέβλεπε για να αποκομίσει συμβουλές για την διαπαιδαγώγηση μιας σωστής οικογένειας. Ο σύζυγος, αρνούμενος τη σχέση, καθώς δεν γνώριζε την ύπαρξη απτών στοιχείων, έλεγε στην Κατερίνα πως είναι φαντασιόπληκτη. Η συνέχεια σηματοδοτήθηκε με την από πλευράς της Κατερίνας αναζήτηση περεταίρω αποδείξεων της εξωσυζυγικής σχέσης. Έψαχνε αναλυτικούς λογαριασμούς τηλεφώνων, e-mails και προφίλ στο Facebook, έβαλε έναν ιδιωτικό ερευνητή να παγιδέψει τον υπολογιστή και το αυτοκίνητο του συζύγου της κ.ο.κ. Όταν του παρουσίασε τα στοιχεία εκείνα, ο σύζυγος παραδέχτηκε ότι υπήρξε άπιστος και ζήτησε συγνώμη. Αυτό, όμως, δεν σταμάτησε την αναζήτηση και καταγραφή των αποδείξεων της απιστίας. Το αντίθετο μάλιστα. Ενώ η Κατερίνα ως τότε έλεγε πως επιζητούσε μόνο μια συγνώμη, επιδόθηκε σε πιο μανιώδη αναζήτηση αποδείξεων, τις οποίες πλέον έφερνε και επεδείκνυε στις συνεδρίες, δηλώνοντας τώρα ότι αναζητά την αλήθεια. Ωστόσο η συσσώρευση και προσκόμιση των εγγράφων εκείνων έδειχνε να λαμβάνει τη μορφή χιονοστιβάδας που κινδύνευε να παρασύρει την Κατερίνα, καθώς η δραστηριότητα εκείνη, που η ίδια αργότερα παρομοίασε με δραστηριότητα τοξικομανούς, της προκαλούσε τόσο οδύνη όσο και απόλαυση. Την ημέρα που η Κατερίνα έφερε το μεγαλύτερο σύνολο εγγράφων που είχε φέρει ποτέ, πάχους σχεδόν τριών εκατοστών, έλαβε χώρα μια πράξη εκ μέρους μου. Κλείνοντας τη συνεδρία «κατέσχεσα» το πακέτο των εγγράφων, ρωτώντας την αν τα χρειαζόταν. Ήταν η σειρά της να ρωτήσει «θέλετε να τα διαβάσετε;», όπου δεν απάντησα και της είπα ότι θα ήταν καλύτερα αν τα έγγραφα εκείνα έμεναν με μένα. Από την επόμενη συνεδρία τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Η Κατερίνα δεν αναζήτησε ξανά αποδείξεις της απιστίας, παρ’ ότι ακόμη παραδέχεται πως ενίοτε σκέφτεται να το έκανε. Για το επόμενο εξάμηνο μιλούσε στις συνεδρίες για την συζυγική ζωή αλλά και για τα δυο μικρά παιδιά της, που αποτελούν σαφώς στηρίγματα γι’ αυτήν. Ώσπου η λήξη της συνεργασίας μου με το χώρο εκείνο έφερε το τέλος εκείνης της περιόδου.
Η Κατερίνα ζήτησε να με δει, πλέον, ιδιωτικά. Ήταν σαν η θεραπεία της να είχε ξεκινήσει και πάλι από την αρχή: διαπραγματευόταν σε κάθε συνεδρία την παραμονή της. Έχοντας επιστρέψει στην οδύνη της ανάμνησης της απιστίας ήταν διστακτική και επιφυλακτική στο να μιλήσει, εμφάνιζε έντονη αντίσταση και πολλές φορές έλεγε πως ξανασκεφτόταν την είσοδό της στην θεραπεία. Υπό το καθεστώς εκείνο έκανε έκκληση σε μένα για μια «διάγνωση», να της μιλήσω περισσότερο και να την «καθοδηγήσω», καθώς είχε την εντύπωση πως ποτέ δεν ήμουν ξεκάθαρος και όλη η ευγνωμοσύνη για την υποστήριξη που είχε λάβει, την οποία εξέφραζε κατ’ εξακολούθηση στο παρελθόν, είχε γίνει καπνός. Η – με την ενθάρρυνση της εποπτείας – αρκούντως πιο ομιλητική εκ μέρους μου αντιμετώπιση στην επόμενη συνάντηση είχε εμφανώς ευεργετικά αποτελέσματα. Ενδεχομένως το άγχος που είχε και πάλι κατακλύσει την Κατερίνα μπροστά στην καινούργια πρόκληση να κατευνάστηκε. Οι αντιστάσεις φάνηκε να ελαττώνονται και η Κατερίνα συμφώνησε και πάλι να εισέλθει με προθυμία στο θεραπευτικό έργο.
Σε σχέση με την αρχική προσέλευση, καθώς και την εξέλιξη που συνέβη κατά την πρώτη περίοδο της συνεργασίας μας, έχουν λάβει χώρα κάποιες αλλαγές. Το πρώτο αίτημα, η οικονομική εκκρεμότητα, αντιμετωπίζεται με ορθολογισμό ενώ η συμπεριφορά της γυναίκας του ζευγαριού των επιχειρηματιών δεν απασχολεί πλέον την Κατερίνα υπό το προηγούμενο καθεστώς. Όσον αφορά την απιστία, δεν παύει να ασχολείται με το ερώτημα που την πυροδότησε, και ενδεχομένως τη θέση της πρώην εργοδότριας έχει πάρει η ερωμένη του συζύγου, αλλά το να μιλά γι’ αυτό έχει σαφώς πιο κατευναστικές συνέπειες από το να αναζητά ενεργά τις απαντήσεις μακριά από τη λειτουργία του λόγου και υπό την επικυριαρχία της επανάληψης.
Το σχόλιο του Πατρίκ Μονριμπό
Από την παιδική της ηλικία, η Κατερίνα διερωτάται για τη θέση της στην επιθυμία του Άλλου:
- Αρχικά, ενός πατέρα που δεν έδωσε ποτέ σήμα της επιθυμίας του. Όταν συναντήθηκαν στο τέλος, ήταν μια συνάντηση χαμένη, κι εκείνη αγανακτεί μαζί του. Αυτό επιβεβαιώνει μια υπόδειξη του Λακάν, σύμφωνα με την οποία η συνάντηση με τον πατέρα είναι πάντοτε χαμένη.
- Έπειτα, μιας μητέρας της οποίας η παρουσία είναι διακοπτόμενη και η οποία την αφήνει στη φύλαξη μιας οικογένειας όπου αισθάνεται «ξένη».
Κατά τ’ άλλα, έχει μια συγκεκριμένη σχέση με την απόλαυση του Άλλου, μια απόλαυση που στιγματίζει η παράβαση του συμφώνου και το μυστικό:
- Κρατιέται μακριά από την εξωσυζυγική απόλαυση του πατέρα, απόλαυση της μοιχείας, η οποία ίσως να κινητοποίησε το χωρισμό των γονέων. Παραπονιέται στη μητέρα της για τη σιωπή της πάνω σ’ εκείνο το θέμα, το οποίο έμεινε ως μυστικό της οικογένειας.
- Η πρώην εργοδότριά της την έπεισε να παραβεί το νόμο προσφέροντας ως αντάλλαγμα μια υπέρ-απόλαυση με τη μορφή των χρημάτων. Το μυστικό της απάτης δεν διατηρήθηκε για πολύ. Η συνενοχή αποκαλύφθηκε. Με όρους απόλαυσης, είναι η ίδια που υφίσταται μια απώλεια χρημάτων στο βαθμό που πρέπει να πουλήσει το ίδιο της το σπίτι – από όπου προκύπτει και το ξέσπασμα της «φουρτούνας».
- Τέλος, ο σύζυγός της την απατά για καιρό με μια γυναίκα του κοντινού οικογενειακού περιβάλλοντος, η οποία για την Κατερίνα είναι ένα υποκείμενο που υποτίθεται ότι ξέρει. Ανακαλύπτει εκείνη τη λαθραία απόλαυση η οποία ανοίγει την πόρτα στον όλεθρο.
Σχετικά με το πρόβλημα της ζήλειας, εδώ δεν πρόκειται για μια παραληρηματική βεβαιότητα που μπορεί να στηριχθεί σε οποιοδήποτε σημαίνον. Είναι μια ανακάλυψη που επιβεβαιώνει έπειτα, μέχρι να αποσπάσει την εξομολόγηση του συζύγου.
Όμως, η αλήθεια που εκείνη ψάχνει δεν ικανοποιείται από την εξομολόγηση του συζύγου. Η αλήθεια δεν μπορεί παρά να «μισό-ειπωθεί». Κάθε λόγος ψεύδεται, καθώς η αλήθεια δεν μπορεί να ειπωθεί «ολόκληρη». Από την παιδική ηλικία, η Κατερίνα δεν πιστεύει πλέον το λόγο – το λόγο που αποδεικνύεται ασυμβίβαστος με το αφόρητο πραγματικό που συνάντησε. Από όπου προκύπτει η ανάγκη των αποδείξεων στις οποίες ακουμπά σαν άλλο αντικείμενο απ’ ό,τι η απλή εξομολόγηση. Το πάθος της για την αλήθεια δεν μπορεί να γεμίσει από την πλευρά του σημαίνοντος.
Η σύγκρισή της με τη συμπεριφορά τοξικομανούς μας κάνει ν’ ακούσουμε πως η ζήλεια θρέφει μια απόλαυση. Πάνω σ’ αυτό, ο Λακάν κάνει ένα λογοπαίγνιο στα γαλλικά. Την αποκαλεί “jallouissance”, μια λέξη που συμπυκνώνει τη ζήλεια (jalousie) και την απόλαυση (jouissance).
Η ερμηνεία του Γιάννη είναι αυστηρά αναλυτική: δεν διαβάζει τα αρχεία, όπως εύχεται εκείνη, καθώς κάτι τέτοιο θα εγγυούνταν τη θέση μιας λύσης μέσω της αλήθειας. Παίρνει τα αρχεία, κάτι που υλοποιεί μια αφαίρεση απόλαυσης. Από εκεί προκύπτει η επίπτωση της ανακούφισης καθώς εκείνη η απόλαυση είναι επίσης μια ταλαιπωρία για εκείνη.
Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε εδώ για μια ψυχαναλυτική πράξη, που επιβεβαιώνεται από μια αλλαγή που έπεται στο λόγο. Αυτή η πράξη ακολουθείται από ένα τυχαίο γεγονός: την αναχώρηση του Γιάννη από το φορέα και την αλλαγή του τόπου των συνεδριών.
Έτσι προκύπτει μια τροποποίηση στη μεταβίβαση, κάνοντάς την πιο δύσκολη. Οδηγεί, όμως, σε μια πρόοδο στη συμβολοποίηση: η Κατερίνα φτιάχνει νέες συνδέσεις (π.χ. η ερωμένη του συζύγου και η πρώην εργοδότρια ήταν δυο γυναίκες που είχαν προδώσει την εμπιστοσύνη της: η μία είναι μετωνυμία της άλλης).
Τέλος, παραμυθιάζεται και πάλι από την ομιλία. Το να μιλά για την οδύνη που συνδέεται με τη ζήλεια δεν είναι το ίδιο πράγμα με το να την αντιμετωπίζει μέσω ενός συνεχούς acting out κατασκόπευσης του συζύγου. Είναι ένας άλλος τρόπος εξερεύνησης.

