«Κλέφτες καταστημάτων», ταινία του Χιροκάζου Κόρε-Έντα (2018)
- Dimitris Mitsopoulos
- September 1, 2022
Ελένη Ρηγούτσου
«Ήθελα οι ήρωες να είναι συμπαθείς και ταυτόχρονα παραβάτες, μικροεγκληματίες. Μπορούμε άραγε να τους κρίνουμε; Μπορούμε να ταυτιστούμε μαζί τους και να βρούμε δικαιολογίες γι’ αυτούς; Τους ένωσε το έγκλημα; Το περιθώριο; Η μοίρα; Δεν έχει σημασία, καθώς αυτοί ένιωσαν – έστω και για ένα εξάμηνο – πώς είναι μια ευτυχισμένη οικογένεια» μας λέει ο σκηνοθέτης της ταινίας «Κλέφτες καταστημάτων», Χιροκάζου Κόρε-Έντα.
Ο θεατής προσπαθεί σε όλη τη διάρκεια της ταινίας να αποκωδικοποιήσει τι συμβαίνει, ποια είναι τα μέλη αυτής της ιδιόμορφης οικογένειας, τι τους ενώνει. Η ταινία αποτελεί ένα διαρκές ερώτημα για το υποκείμενο και τις σχέσεις.
Πρόκειται για ανθρώπους του περιθωρίου, ανεπιθύμητους, όπως λέει ο Οσάμου: οι παράνομοι εραστές Οσάμου και Ναμπούγιο, ο εγκαταλελειμμένος Σότα, το θύμα ενδοοικογενειακής βίας Γιούρι, η γιαγιά και η εξ αγχιστείας εγγονή που εκδίδεται συγκροτούν οι ίδιοι μία οικογένεια από επιλογή. Όπως αναρωτιέται η Ναμπούγιο δεν είναι καλύτερα να επιλέγεις; Τότε, ο δεσμός είναι ισχυρότερος.
Στα «Οικογενειακά συμπλέγματα», ο Ζακ Λακάν υπογράμμισε ότι «η οικογένεια δεν είναι φυσική, δεν είναι ένα βιολογικό γεγονός, αλλά ένα κοινωνικό γεγονός». Στη συνέχεια ο Λακάν θα επιβεβαίωνε την υπεροχή της πατρικής μεταφοράς και των νόμων της γλώσσας, πάνω στη φύση. «Η Γιούρι είναι αδελφή σου. Εγώ είμαι ο μπαμπάς σου. Πες το» λέει ο Οσάμου στον Σότα. Η γλώσσα ρυθμίζει τις σχέσεις.
Η οικογένειά τους έχει τους δικούς της νόμους και τους δικούς της κώδικες. «Ό,τι υπάρχει σε ένα μαγαζί δεν ανήκει σε κανέναν» λέει ο Οσάμου, θέτοντας το δικό του νόμο. Οι κινήσεις που κάνουν ο Σότα ή η Γιούρι πριν από κάθε κλοπή μαρτυρούν το δικό τους κώδικα συνεννόησης.
Η υποκειμενικότητα καθορίζει όλο και περισσότερο, τις νέες μορφές οικογένειας στη σύγχρονη εποχή. Ο οικογενειακός θεσμός μεταλλάσσεται και καθορίζεται κυρίως από την ασυνείδητη φαντασίωση του καθενός και όχι από ένα χρέος προς την κοινωνία. Αυτό που προωθεί τη δημιουργία μιας οικογένειας είναι οι συνδυαστικοί τρόποι απόλαυσης μεταξύ των υποκειμένων.
Όπως τονίζει ο Ζ. Α. Μιλέρ: «Τι μπορούμε να πούμε για την οικογένεια; Η οικογένεια είναι ουσιαστικά ενωμένη από ένα μυστικό, είναι ενωμένη από ένα άγνωστο. Τι είναι αυτό το μυστικό; Είναι πάντα ένα μυστικό για την απόλαυση: τι απολαμβάνει ο πατέρας και η μητέρα;»
Στην οικογένεια του Χιροκάζου Κόρε-Έντα υπάρχει ένα μυστικό που τη συγκροτεί. Είναι η παραβατικότητα, τρόπος απόλαυσης των μελών της. Απολαμβάνουν κλέβοντας, τρώγοντας, παίζοντας, κάνοντας έρωτα. Άνθρωποι απορρίμματα που ζουν σε λίγα τετραγωνικά και κλέβουν για να φάνε και να φροντίσουν τον εαυτό τους. Άνθρωποι που δεν τους επιθύμησαν ποτέ. «Άνθρωποι που δεν τους επιθύμησαν καταλήγουν σαν εμάς» λέει ο πατέρας. Όλοι τους έχουν βιώσει δύσκολες ιστορίες, βίας, απόρριψης, ένδειας.
Ο εγκληματίας αποτελεί την ενσάρκωση της απόλαυσης – εμφανίζεται σαν ένα απόρριμμα και ανακυκλώνεται ως τέτοιο. Η παραβατική πράξη είναι μια πράξη τοποθετημένη εκτός Νόμου και αποτελεί τον τρόπο με τον οποίο ο παραβάτης βρίσκει μια σημασία ως υποκείμενο. Οι περιθωριακοί ήρωες της ταινίας, συγκροτώντας μία οικογένεια επιχειρούν να ενταχθούν στον κοινωνικό δεσμό και να βρουν με τον δικό τους τρόπο αυτή την υποκειμενική σημασία.
Ο Οσάμου και η Ναμπούγιο επιθυμούν να είναι γονείς και δια μέσου της παρανομίας επιθυμούν τα παιδιά. «Το μόνο που μπορώ να τα διδάξω είναι να κλέβουν» λέει ο πατέρας, ο οποίος κλέβοντας παίζει μαζί τους, τα φροντίζει. Είναι εξάλλου αυτός που προσπάθησε να γλιτώσει την Γιούρι από τη βίαιη συμπεριφορά των βιολογικών της γονιών. Όπως και η Ναμπούγιο που την προσεγγίζει με τρυφερότητα προσπαθώντας να επουλώσει τις πληγές της.
Οι σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα στην οικογένεια, επιτρέπουν την εισαγωγή του Άλλου της γλώσσας και της ομιλίας, με αποτέλεσμα κάτι από την απόλαυση να χάνεται. Αναλαμβάνοντας κάτι υποκειμενικό, περιορίζουν τον παραβατικό τρόπο απόλαυσης τους. Ο περιορισμός της απόλαυσης όμως, έχει ένα κόστος. Δεν είναι τυχαίο ότι συχνά γίνεται αναφορά στο θέμα των χρημάτων, ποιος πληρώνει τι, σε ποιον κτλ. Το βλέπουμε στη σκηνή όπου ο γιος του συζύγου της γιαγιάς δίνει χρήματα, πληρώνοντας το χρέος της δικής του μητέρας, η οποία συμπεριφέρθηκε άσχημα σε αυτή τη γυναίκα.
Ο Λακάν επισημαίνει ότι «από τη θέση μας ως υποκειμένων, είμαστε πάντα υπεύθυνοι». Στο τέλος της ταινίας, όλοι με κάποιο τρόπο βρίσκονται προ των ευθυνών τους όταν ο Σότα με ένα πέρασμα στην πράξη, αποκαλύπτει την αλήθεια και το κουβάρι του ψέματος και της παρανομίας ξετυλίγεται. Όταν ο Σότα ρωτά τον πατέρα του «Προσπαθούσες να κλέψεις ή να με σώσεις όταν με βρήκες;» είναι η στιγμή που το παιδί επερωτά την επιθυμία του γονιού. Είναι η στιγμή που ο γονιός δίνει τη δική του υποκειμενική απάντηση γύρω από την επιθυμία και την απόλαυση.
«Η αγάπη συνιστά τη συνέχιση της μιας απόλαυσης» επισημαίνει ο Ζ. Α. Μιλέρ. Η Ναμπούγιο αγαπά, θυσιάζοντας ένα μέρος της απόλαυσής της. Χάνει τη δουλειά της για να συνεχίσει η Γιούρι να είναι μέλος της οικογένειας και αποκαλύπτει στον Σότα τα στοιχεία για να βρει τη βιολογική του οικογένεια λέγοντας στον Οσάμου ότι «Δεν είμαστε αρκετά καλοί γι΄ αυτούς». Μπαίνει φυλακή χωρίς να προδώσει τον υποτιθέμενο σύζυγο της.
Ο Οσάμου από την άλλη πλευρά, ένας άνθρωπος δειλός που δεν αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεων του, προδίδει τη σύντροφό του, η οποία αναλαμβάνει μόνη της το βάρος της ενοχής και εγκαταλείπει το γιο του, προκειμένου να σώσει τον εαυτό του. Στο τέλος όμως, φαίνεται να κάνει και αυτός, ένα δώρο αλήθειας στον Σότα αποδεχόμενος τις αδυναμίες και τα ελλείμματά του. «Ναι, θα σε αφήναμε» του λέει το βράδυ όταν κοιμούνται μαζί στο σπίτι του. Ο Σότα αναγνωρίζει για πρώτη φορά τον Οσάμου ως πατέρα όταν εισπράττει από εκείνον την αναγνώριση των ελλειμμάτων του και αναλαμβάνει την υποκειμενική του ευθύνη.
Όπως διδάσκει ο Λακάν, η αγάπη έρχεται να αναπληρώσει το αδύνατο που χαρακτηρίζει δομικά τις ανθρώπινες σχέσεις.

