Η σωτηρία δια των αποβλήτων

Jacques-Alain Miller

 

Καταρχήν θα ήθελα να εξηγηθώ για τον τίτλο. Θα ήθελα, πράγματι, να διορθώσω αυτό που τυπώθηκε στο πρόγραμμα. Δεν είναι «Η σωτηρία δια του αποβλήτου» αλλά «…δια των αποβλήτων» στον πληθυντικό. Καλό είναι να είμαστε ακριβείς διότι στην πραγματικότητα η διατύπωση αυτή είναι μια αναφορά του Paul Valéry1. Με τη φράση «η σωτηρία δια των αποβλήτων» ορίζει ο ίδιος τον σουρεαλισμό (τον υπερρεαλισμό)2, την οδό που διάλεξε ο σουρεαλισμός. Και λέω «την οδό» με την έννοια του Τάο3. Είναι η διαδρομή (το μονοπάτι). Αφορά επίσης τον τρόπο του πράττειν, της τοποθέτησης, της αναζήτησης μέσα στον κόσμο, στο λόγο, στη ροή του κόσμου που είναι ο λόγος. Και μου φαίνεται ταιριαστό, σωστό να πω ότι ο André Breton4 υποσχέθηκε τη σωτηρία δια της οδού των αποβλήτων. Είναι, όμως, ακόμα πιο σωστό να το πούμε για τον Freud. Εξάλλου η υπόσχεση του σουρεαλισμού δεν θα μπορούσε να αρθρωθεί αν δεν είχε προηγηθεί η ψυχανάλυση δηλαδή η φροϋδική ανακάλυψη που αφορούσε, όπως γνωρίζουμε, τα απόβλητα  της ψυχικής ζωής. Αυτά τα απόβλητα- κατάλοιπα του ψυχισμού που είναι το όνειρο, η παραλεξία (lapsus), η παραπραξία και κατεξοχήν το σύμπτωμα. Η ανακάλυψη του Freud αφορούσε ακόμη το γεγονός ότι αν τα λάβουμε στα σοβαρά, αν τους δώσουμε προσοχή το υποκείμενο έχει την ευκαιρία να πετύχει τη σωτηρία του. 

Μετουσίωση

Η έκφραση «να πετύχει τη σωτηρία του», είναι θρησκευτική. Αποδίδει, όμως, αρκετά καλά το γεγονός ότι δεν πρόκειται μόνο για ζήτημα υγείας ή ίασης αλλά πέραν του συμπτώματος (ή υπό το σύμπτωμα) το ζήτημα είναι η αλήθεια. Πρόκειται για μια αποκάλυψη γνώσης που φέρνει μαζί της την πραγματοποίηση μιας ικανοποίησης και, αν μπορώ να το πω και έτσι, την σταθερή ανάπτυξη μιας ανώτερης ικανοποίησης. Έτσι, λοιπόν, την αναφορά του Valéry την συμπεριλαμβάνω στο λογαριασμό της ψυχανάλυσης. Και σκέφτομαι πως άρκεσε να εμφανιστεί η ψυχανάλυση και η υπόσχεσή της για σωτηρία δια των αποβλήτων ώστε να αντιληφθούμε ότι μέχρι τότε δεν αναζητούσαμε τη σωτηρία παρά μόνο μέσω των ιδανικών- ιδεωδών.

Ο Ηρακλής, στον μύθο, καλούνταν να διαλέξει μεταξύ δύο οδών: την οδό της κακίας ή αυτή της αρετής. Είναι ως εάν η ανθρωπότητα η ίδια να ήταν ο Ηρακλής που έστεκε μπροστά σε αυτή την επιλογή: τη σωτηρία δια των ιδεωδών ή μέσω των αποβλήτων. Και σαν να ήταν υποχρεωμένη να διαλέγει πάντοτε τη σωτηρία δια των ιδεωδών έως ότου ο Freud, πρώτος αυτός, να ανοίξει για την ανθρωπότητα μια οδό εντελώς καινούργια, αυτή της σωτηρίας δια των αποβλήτων.

Τι είναι, όμως, το απόβλητο; Ο όρος αντηχεί πολύ σε εκείνους, συμπεριλαμβανομένων και όσων το κάνουν τελείως απλά, που διατρέχουν τη διδασκαλία του Lacan. Είναι αυτό που αποβάλλεται, και ειδικά αυτό που αποβάλλεται στο τέλος μιας διαδικασίας από την οποία κρατάμε μόνο το χρυσάφι, την πολύτιμη ουσία που αυτή η διαδικασία παράγει. Το απόβλητο που οι αλχημιστές ονόμαζαν caput mortuum5. Είναι αυτό που καθιζάνει και πέφτει, αυτό που διαχωρίζεται ενώ το άλλο ανυψώνεται. Είναι αυτό που αρνητικοποιείται, που εξαφανίζεται ενώ το ιδεώδες ακτινοβολεί. Αυτό που ακτινοβολεί έχει μια μορφή. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το ιδεώδες είναι η δόξα- το κλέος της μορφής. Ενώ το απόβλητο είναι άμορφο, εξάγεται από μια ολότητα της οποίας δεν αποτελεί παρά μόνο θραύσμα, εξάρτημα. Με αυτή την έννοια θα διόρθωνα κάτι που είπα βιαστικά πριν για τον σουρεαλισμό. Χωρίς αμφιβολία, βρίσκεται στη γραμμή της ψυχανάλυσης, είναι ένα από τα αποτελέσματα της που στο πεδίο της Τέχνης ήταν από τα πιο άμεσα και εντυπωσιακά. Αλλά δεν θα μπορούσαμε να πούμε, επίσης, ότι ο σουρεαλισμός έχει και μια ποιότητα άμυνας; Αποτελεί μια Τέχνη στα αλήθεια. Θα μπορούσαμε να πούμε ό, τι τείνει προς μια αισθητικοποίηση του αποβλήτου. Κάνει έτσι ώστε να περάσει το απόβλητο στη βαθμίδα της αισθητικής. Ακόμα κι αν τροποποιεί τον ορισμό της ομορφιάς, δεν αμφισβητεί την ομορφιά την ίδια. Και θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι από τότε που η Τέχνη ονομάζεται μοντέρνα -τουλάχιστον μετά τον Marcel Duchamp6– ασχολείται με το να παρουσιάσει το ίδιο το απόβλητο ως αντικείμενο Τέχνης. Αν το αναλογιστούμε καλύτερα, όμως, αυτό δεν αποτελεί ίδιον μόνο του σουρεαλισμού. Είναι αυτό που πάντα έκανε η Τέχνη, είναι η ουσία της Τέχνης ή τουλάχιστον η προϋπόθεση της. Αυτό ακριβώς αποκαλύφθηκε, ξεγυμνώθηκε από το κίνημα του σουρεαλισμού. Η ουσία της Τέχνης είναι να αισθητικοποιεί το απόβλητο, να το καθιστά ιδανικό ή, όπως λέμε στην ψυχανάλυση, να το μετουσιώνει. Αρκεί να θυμηθούμε τον ορισμό που ο Lacan έδινε στη μετουσίωση: «να εξυψώσει το αντικείμενο (αντικείμενο μικρό α) στην αξιοπρέπεια του Πράγματος». 

Αυτός ο ορισμός είναι σίγουρα πολύ διαφωτιστικός, παρ’ όλα αυτά σήμερα δεν μπορεί να μας ικανοποιήσει πλέον. Διότι αυτό που ορίζεται ως το Πράγμα είναι ήδη μια μετουσιωμένη εκδοχή της απόλαυσης (jouissance). Η μετουσίωση εδώ καταδεικνύεται από δύο λέξεις, το ρήμα «εξυψώνω» και το ουσιαστικό «αξιοπρέπεια». Ωστόσο η απόλαυση ως τέτοια δεν εξυψώνει. Είναι γυμνή, είναι ωμή με την έννοια του αντίθετου του μαγειρεμένου. Είναι γυμνή, δεν ντύνεται με την αξιοπρέπεια. Αυτό στο οποίο αναφέρεται ο Lacan με την λέξη Πράγμα, είναι η απόλαυση εξιδανικευμένη, αποκαθαρμένη, εκκενωμένη, αναγομένη στην έλλειψη, στον ευνουχισμό, στην απουσία της σεξουαλικής σχέσης. Όταν η απόλαυση εξυψώνεται στην αξιοπρέπεια του Πράγματος, δηλαδή όταν δεν εκπίπτει στην αναξιοπρέπεια του αποβλήτου, είναι μετουσιωμένη, δηλαδή κοινωνικοποιημένη. Αυτό που ονομάζουμε μετουσίωση καθιστά την απόλαυση κοινωνικοποιημένη, την ενσωματώνει στον κοινωνικό δεσμό, στο κύκλωμα των ανταλλαγών. Τίθεται, έτσι, στην υπηρεσία του λόγου του μεγάλου Άλλου και της απόλαυσής του. 

Είναι μέσω αυτής της παράκαμψης που, σήμερα το πρωί, προτείνω τη μετουσίωση ως την παράκαμψη μέσω της οποίας η απόλαυση του Ενός, που είναι βαθιά αυτιστική, συνδέεται με το λόγο του Άλλου και έρχεται να εγγραφεί στον κοινωνικό δεσμό. Και δεν βλέπω γιατί να μην προεκτείνουμε την ιδέα αυτή έως του σημείου να πούμε ότι δεν είναι παρά μόνο μέσω αυτής της παράκαμψης της μετουσίωσης που η απόλαυση μετέχει στον κοινωνικό δεσμό. Α! και δεν ξεχνώ ότι χρειάζεται η παραγωγή ενός αντικειμένου ικανού, όπως λέμε, να εξυψωθεί στην αξιοπρέπεια του Πράγματος. Είναι για αυτό που η συνουσία η ίδια δεν είναι πράξη, και δεν εγκαθιδρύει κανέναν κοινωνικό δεσμό ως τέτοια. Και αυτό είναι κάτι που, ορθώς, αποτελούσε βεβαιότητα για τον Jean-Jacques Rousseau7 όταν περιέγραφε στο «Δεύτερο Λόγο» του τα ανέμελα ζευγαρώματα της πρωτόγονης, προ-κοινωνικής ανθρωπότητας. Η σεξουαλικότητα καθίσταται κοινωνική μόνο όταν κρίνεται σε σχέση με την αναπαραγωγή, κάτω από το συμβολικό πλαίσιο που δύναται να εξυψώσει το παιδί, ως αντικείμενο, στην αξιοπρέπεια του Πράγματος. Ελλείψει μιας τέτοιας συμβολικής ένταξης (το παιδί) εκπίπτει στην αναξιοπρέπεια του αντικειμένου. Και κουβαλά το στίγμα του που φαίνεται να είναι η μοίρα του. 

Η προβληματική απόλαυση του Άλλου

Σημειώνω τον προβληματικό χαρακτήρα αυτού που υποδεικνύουμε ως την απόλαυση του Άλλου και έθιξα πριν από λίγο. Όταν αυτός ο Άλλος ενσαρκώνεται σε κάποιο άλλο σώμα η απόλαυση που διεγείρεται στο σώμα κάποιου παραμένει, προφανώς, ξέχωρη από την απόλαυση που βιώνει εκείνο το άλλο σώμα. Όταν ο Άλλος ορίζεται ως κοινωνικό σώμα η απόλαυσή του, η απόλαυση αυτού του Άλλου παραμένει κάτι το αφηρημένο. Κάτι αφηρημένο, κάποια μυθοπλασία που εδράζεται στον αριθμό, στη μάζα όπως εδώ για παράδειγμα. Μιλάω εδώ για να σας ευχαριστήσω. Είστε περίπου 1100 μου είπε ο Vincente Palomera. Δεν είναι και άσχημα. Παρ’ όλα αυτά ορισμένες φορές η απόλαυση του κοινωνικού Άλλου καταλήγει να ενσαρκώνεται. Είναι φορές που η απόλαυση ζητάει να ταυτοποιηθεί στη θέση του Άλλου, φορές που δεν εξατμίζεται, που δεν εξαερώνεται, δεν μπορεί να σχετιστεί με το κενό μεγαλείο του Πράγματος. Είναι τότε που λέμε, υπονοούμε ή είμαστε βέβαιοι ότι «ο Άλλος με απολαμβάνει». Αυτό είναι το αξίωμα που ανακεφαλαιώνει τα λεγόμενα του Lacan- όπως εγώ το καταλαβαίνω και το ερμηνεύω- αυτό είναι το αξίωμα που ανακεφαλαιώνει την υποκειμενική στάση που η ψυχιατρική έχει αναγνωρίσει με το όνομα παράνοια. Η παράνοια είναι αναμφίβολα μια παθολογία. Εντούτοις ο Lacan λέει επίσης ότι η προσωπικότητα ως τέτοια είναι παρανοϊκή. Η παράνοια συνοδεύει τη μετουσίωση σαν σκιά της. Την ακολουθεί όπως καταδεικνύει και αυτό που ονομάζουμε «η παράνοια των δημιουργών» και για το οποίο έχουμε τόσα παραδείγματα. Τις ατέρμονες, για παράδειγμα, διαμάχες μεταξύ εκδότη και συγγραφέα, ζωγράφου και αντιπροσώπου (ατζέντη) του που συνιστούν το υλικό για τόσες βιογραφίες. Κατά μία έννοια είναι αδύνατον να είσαι κάποιος χωρίς να είσαι παρανοϊκός. Είναι αδύνατον να είσαι κάποιος για τον οποίο μιλάνε, κάποιος το όνομα του οποίου κυκλοφορεί στο λόγο του Άλλου και εξ αυτού βρίσκεται να είναι υποτιμημένο και συκοφαντημένο ενώ παράλληλα διαδίδεται, είναι αδύνατον να είσαι κάποιος χωρίς το στήριγμα μιας κάποιας παράνοιας. Με απλά λόγια ο κοινωνικός Άλλος είναι πάντα ένας Άλλος κακόβουλος που θέλει να με απολαύσει, να με χρησιμοποιήσει, να με εκμεταλλευτεί για τους σκοπούς του. 

Η παράνοια για την οποία μιλάω- παράνοια με την ευρεία έννοια, η «μετριασμένη» παράνοια- είναι θεμελιώδης του κοινωνικού δεσμού. Είναι παρούσα και ενεργή από το στάδιο του καθρέφτη, αποτελεί το υλικό του φαντασιακού. Η στοιχειώδης σημαίνουσα αλυσίδα, το πλέον στοιχειώδες σημαίνον, σκοτεινός συμβολικός χρησμός, μεταφέρει αυτή την παράνοια και θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η παράνοια κινητοποιεί επίσης κάθε άμυνα ενάντια στο πραγματικό. Υποστηρίζω, λοιπόν, σε συνέχεια αυτών που αναπτύσσω σήμερα, ότι η παράνοια είναι συστατική της προσωπικότητας. Όπως ανέφερα και πριν, είναι η παράνοια κάθε φορά (υπό τη στενή ή ευρεία έννοια) που σταθεροποιεί, ενοποιεί και στερεοποιεί τη βαθμίδα αυτού που η ψυχανάλυση ορίζει ως το Εγώ.  Χωρίς αυτήν την παράνοια το Εγώ δεν θα ήταν τίποτα περισσότερο από ένα συνονθύλευμα φαντασιακών ταυτίσεων. Έτσι, φτάνω να πω ότι η παράνοια είναι αυτή που κοινωνικοποιεί το υποκείμενο διαμέσου της υπόθεσης ότι ο Άλλος έχει μια πρόθεση απόλαυσης, μια βούληση που δεν αφορά το καλό μας. 

Πρόκειται για αυτή την κακόβουλη πρόθεση που ο κοινωνικός Άλλος προσπαθεί ασταμάτητα να διαψεύσει εκεί όπου εκπροσωπείται από τα θεσμικά- νομικά όργανα. Από όλες τις πλευρές, από κάθε φωνή της δημόσιας διοίκησης δεν λέει παρά μόνο το «θέλω το καλό σου». Δεν πρέπει να έχει κανείς και πολύ μυαλό για να το πάρει στα σοβαρά… Αυτό το μυαλό που λείπει είναι αναμφίβολα το κοινό χαρακτηριστικό όλων εκείνων που εισάγονται στα Νοσηλευτικά Ιδρύματα που τους υποδέχονται με ανοιχτές αγκάλες και χαμόγελα, δωρεάν και κάτω από την υπόρρητη ταμπέλα «θέλω το καλό σου». Αυτοί που μπορεί να το πιστέψουν είναι οι απόβλητοι της θέλησης για απόλαυση. Αν ο κοινωνικός δεσμός είναι στην ουσία του παρανοϊκός, η δυσκολία να ενταχθείς σε αυτόν είναι της τάξης της α-σθένειας (έλλειψη σθένους), αν ονομάσετε α-σθένεια το υποκειμενικό γλίστρημα ανάμεσα σε δύο λόγους και έως του σημείου εκτός λόγου, ασθένεια που η ψυχιατρική υποδεικνύει με τον όρο σχιζοφρένεια. 

Πρέπει να πούμε, επίσης, ότι η α-σθένεια που ορίζεται έτσι εδώ είναι κατά μία έννοια ασθένεια και των ίδιων των ψυχαναλυτών. Αυτό που τους σώζει- και τους σώζει τελικά!- είναι ότι κατόρθωσαν η θέση τους ως αποβλήτων να καταστεί η αρχή ενός καινούργιου λόγου. Σώζονται επειδή έχουν καταφέρει να μετουσιώσουν επαρκώς την έκπτωσή τους ώστε να εξυψώσουν τη θέση αυτή στην αξιοπρέπεια μιας πρακτικής, δηλαδή ενός αντικειμένου ανταλλαγής. Πληρώνονται, αυτό είναι το σημαντικό. Πουλάνε αυτό που αποκαλούν, μερικές φορές, την τέχνη τους. Αλλά παραμένουν θεμελιωδώς -και έτσι επιθυμούν να παραμένουν- χωρίς χαρτιά. Ακόμη και αν έχουν μια σταθερή κατοικία –αναγκαίο- δεν είναι εντελώς ενταγμένοι στην κοινωνική τάξη. Είναι μόνο με το ένα πόδι μέσα. Αν θα έπρεπε να ολοκληρωθεί, να τελειοποιηθεί, η κοινωνική ένταξη της ψυχανάλυσης θα αποτελούσε την ίδια στιγμή και την εξαφάνιση της. Αποδεικνύεται πολύ λεπτή υπόθεση η αναγνώριση της κοινωνικής ωφέλειας της ψυχανάλυσης. Αν έπρεπε οι ψυχαναλυτές να πάρουν πολύ στα σοβαρά αυτή την αναγνώριση και όχι απλά σαν ένα κατ’ επίφασιν (semblant) αυτό θα τους υποχρέωνε να θέλουν το καλό. Δηλαδή να συμμετέχουν σε αυτή την παραγνώριση όπου ο κακόβουλος Άλλος επιδεικνύει και περηφανεύεται για την καλή του πρόθεση. 

Η κλινική της κοινωνικής περιθωριοποίησης (clinique de la disinsertion) παρουσιάζει μια ποικιλία που απαιτεί να καταστεί γνωστή, να εντοπιστούν οι βαθμοί της και πως συνορεύει με το εκτός λόγου της σχιζοφρένειας. Η πρακτική της κλινικής αυτής, όταν ακολουθεί τη ψυχαναλυτική διαδικασία, συνίσταται, υπό την έννοια που όρισα πριν, στην «παρανοϊκοποίηση» του υποκειμένου. Η διατύπωση είναι τολμηρή αλλά μπορεί να εξουσιοδοτηθεί από τον ορισμό που έδωσε παλαιότερα ο Lacan για την ψυχαναλυτική θεραπεία: «μια καθοδηγούμενη παράνοια». Υπάρχουν υποκείμενα των οποίων η παράνοια για να καταστεί καθοδηγούμενη χρειάζεται πρώτα να παραχθεί. Και μπορεί να ειπωθεί ότι το υποκείμενο είναι επαρκώς παρανοϊκό όταν συγκατατίθεται να πληρώνει από την τσέπη του για να το ακούσουν και να το θεραπεύσουν.

Τι επιδιώκει να πετύχει τότε η πρακτική της κλινικής της κοινωνικής περιθωριοποίησης όταν έρχεται αντιμέτωπη με την έλλειψη της παράνοιας; Επιδιώκει ασφαλώς να επιτύχει μια ταύτιση που θα επιτρέψει στο υποκείμενο να βρει τη θέση του σε μια από τις πολλές ρουτίνες από τις οποίες είναι φτιαγμένη η κοινωνική οργάνωση και οι οποίες έχουν την ιδιότητα να σταθεροποιούν τη σχέση σημαίνοντος και σημαινομένου, τη σχέση του υποκειμένου με τις μεγάλες κοινωνικές σημασίες. Δεν αρκεί, όμως, μόνο να αποκτήσει το υποκείμενο μια σημαντική ταύτιση, να εγγραφεί κάτω από ένα κύριο σημαίνον. Χρειάζεται και μια ταύτιση της απόλαυσης στον τόπο του Άλλου δηλαδή το ισοδύναμο της φαντασίωσης του νευρωτικού ή του διαστροφικού. Χρειάζεται η απόσπαση ενός θραύσματος απόλαυσης που θα μπορούσε να συσταθεί ως αντικείμενο και καταρχάς ως αντικείμενο μιας αφήγησης, ενός σεναρίου όπως το σενάριο της φαντασίωσης. Ενός storytelling, όπως μας διδάσκει η τρέχουσα ορολογία, ενός θρύλου, που ο Lacan ονόμαζε «ατομικό μύθο» του νευρωτικού που να μπορεί να λειτουργήσει ως φαντασίωση.

Εκείνο που από την απόλαυση δεν κοινωνικοποιείται

Αυτό το Συνέδριο είναι καλοδεχούμενο8, καθώς ήταν επείγον να ξεκαθαρίσουμε την κλινική και την πρακτική της κοινωνικής περιθωριοποίησης, μια και οι ψυχαναλυτές, τουλάχιστον αυτοί που κυκλοφορούν στο φροϋδικό πεδίο, έχουν γίνει παθιασμένοι narodniki9. Narodniki -που είναι αμετάφραστο διότι είναι στα ρωσικά- σημαίνει αυτούς που πηγαίνουν στο λαό με τη φόρα ενός κινήματος που είχε συνεπάρει τη ρωσική ιντελιγκέντσια (intelligentsia) στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα. Λοιπόν, συγκρίνω αυτό το κίνημα των CPCT (Centre psychanalytique de consultation et traitement) με τους Narodniki. Καταρχάς είναι καλό νέο που οι ψυχαναλυτές βγαίνουν από τα γραφεία τους. Η παραδοσιακή θέση ήθελε, πράγματι, τον ψυχαναλυτή να περιμένει στο γραφείο του τα αιτήματα να φτάσουν σ’ εκείνον, μια στάση παθητική που συνίσταται στο να περιμένει να δεχτεί. Αντ’ αυτού υιοθετήθηκε μια θεσμική πρόκληση που στόχευε να αυξήσει τα αιτήματα αίροντας τα εμπόδια που θα καταχωρούνταν ως φαντασιακά. Οι θεραπείες θα ήταν δωρεάν και οι ασθενείς θα απευθύνονταν σε μια ομάδα και όχι σε κάποιο μεμονωμένο άτομο. Υπήρχε η υπόθεση, έτσι, ότι για κάποιον ανυποψίαστο η συλλογικότητα θα καθιστούσε εμφανές ότι οι μεν και οι δε παρέχουν αμοιβαία εγγύηση. Για τη δωρεάν αυτή θεραπεία εννοούνταν η βραχεία διάρκεια της. 

Πρέπει να πω, όταν εξετάζω αναδρομικά τη μέθοδο αυτή, πως σκέφτομαι ότι δεν θα υπήρχε κάτι που να μην μπορούσε να κάνει μια ομάδα ψυχαναλυτών και να λειτουργεί χωρίς οικονομικό όφελος. Δεν βρίσκω τίποτα ενοχλητικό στη μέθοδο αυτή όπου η δωρεάν παροχή εξισορροπείται από την οριοθέτηση της διάρκειας. Αλλά πρόσθεσαν ένα στοιχείο -ακριβώς όπως το γράφω: πρόσθεσαν ένα στοιχείο και δηλώνω ένοχος για αυτό. Προστέθηκε ένα στοιχείο που άλλαξε τα πάντα. Αυτός ο νέος θεσμός θα δεχόταν κρατικές επιδοτήσεις. Μοιραίο λάθος. Αυτό έθετε ανάμεσα στον ψυχαναλυτή και το λαό έναν τρίτο όρο, το Δημόσιο και τις υπηρεσίες του. Θεωρήθηκε ότι με τον τρόπο αυτό η ψυχαναλυτική πρακτική θα κέρδιζε την αναγνώριση της κοινωνίας για τα πλεονεκτήματα της. Όμως αυτό σήμαινε να υποχρεώσει τα Ψυχαναλυτικά Κέντρα δωρεάν θεραπείας (CPCT) να καταστούν, όπως o Αρλεκίνος, «υπηρέτης δύο αφεντάδων»10 του ψυχαναλυτικού λόγου και του λόγου του Κυρίου. Άνιση μάχη! Ο ψυχαναλυτικός λόγος συνετρίβη από το ατσάλι του λόγου του Κυρίου. Η εμπειρία κατέδειξε τη δύναμη των συλλογικών σχημάτων και στην περίπτωση που θέλει να ενσωματωθεί κατευθείαν, την αδυναμία, την ευθραυστότητα, την α-σθένεια του ψυχαναλυτή. Ο λόγος του Κυρίου λειτουργεί αποκλειστικά μέσω σημαινουσών ταυτίσεων. Με αυτή την έννοια εμποδίζει τη φαντασίωση όπως το συνομολογεί η κάτω γραμμή του σχήματος του λόγου του Κυρίου όπως τον σχεδίασε παλαιότερα ο Lacan. Η ταύτιση κυριάρχησε έκτοτε χωρίς αντίπαλο. Ο ασθενής ταυτιζόταν από τη στιγμή της εισόδου του με το σύμπτωμά του και μετατρεπόταν στο παράδειγμα μιας κατηγορίας. Ο ψυχαναλυτής από την πλευρά του καλούνταν να ταυτιστεί με την καλή βούληση του ψυχοθεραπευτή, με τη θεραπευτική λειτουργία του. Μετά από κάποια φάση ευτυχώς υπαναχωρήσαμε. 

Στον ψυχαναλυτή δεν αρμόζει να εισέρχεται στον κοινωνικό δεσμό όπως ορίζεται από τον λόγο του Κυρίου. Η δωρεάν περίθαλψη ορισμένης διάρκειας δικαιολογείται μόνο αν εισάγει στην ψυχαναλυτική εμπειρία, αν εισάγει στον ειδικό κοινωνικό δεσμό που υφαίνεται πέριξ του ψυχαναλυτή ως απόβλητου που αντιπροσωπεύει ό,τι από την απόλαυση παραμένει μη κοινωνικοποιήσιμο. Ο λόγος του κυρίου εμποδίζοντας τη φαντασίωση δείχνει ότι πιστεύει στην ψυχική υγεία. Αυτό το ιδεώδες απαγορεύει στον ψυχαναλυτή να προσφέρει μια οδό καινοφανή, πιο αβέβαιη και παρ’ όλα αυτά πιο σίγουρη: τη σωτηρία δια των αποβλήτων.

Σας ευχαριστώ.

 

Δημοσιεύθηκε στα γαλλικά στο Mental no 24, στα ισπανικά στο El Psicoanalisis no 16

Μετάφραση από τα ισπανικά: Βαγγέλης Ντούρος

Επιμέλεια με βάση το γαλλικό κείμενο: Νασία Λινάρδου

Οι υποσημειώσεις είναι του μεταφραστή



[1] Paul Valéry: Ο Πωλ Βαλερύ (Ambroise-Paul-Toussaint-Jules Valéry, 30 Οκτωβρίου 1871 – 20 Ιουλίου 1945) ήταν Γάλλος ποιητής, συγγραφέας και φιλόσοφος. Τα ενδιαφέροντά του ήταν τόσο πλατιά, ώστε μπορεί να χαρακτηρισθεί πολυμαθής. Εκτός από το ποιητικό του έργο και τους διαλόγους του, συνέγραψε πολλά δοκίμια, ενώ είναι γνωστός και για τους αφορισμούς του πάνω σε θέματα Τέχνης, Ιστορίας, Γραμμάτων, Μουσικής και επικαιρότητας. Πηγή: Wikipedia


[2] Σουρεαλισμός- Υπερρεαλισμός (surréalisme): Ήταν ένα κίνημα που αναπτύχθηκε κυρίως στο χώρο της λογοτεχνίας αλλά εξελίχθηκε σε ένα ευρύτερο καλλιτεχνικό και πολιτικό ρεύμα. Άνθισε κατά κύριο λόγο στη Γαλλία των αρχών του 20ου αιώνα, κατά την περίοδο του μεσοπολέμου. Στη φύση του επαναστατικό κίνημα, ο υπερρεαλισμός επιδίωξε πολλές ριζοσπαστικές αλλαγές στο χώρο της τέχνης αλλά και της σκέψης γενικότερα, ασκώντας επίδραση σε μεταγενέστερες γενιές καλλιτεχνών. Πηγή: Wikipedia


[3] Τάο- Ταοϊσμός: Ο Ταοϊσμός ως όρος χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει μια φιλοσοφική σχολή, μια ομάδα θρησκειών και την κινέζικη λαϊκή θρησκεία. Ο χαρακτήρας Τάο σημαίνει «ατραπός« ή «δρόμος», αλλά στην κινεζική θρησκεία και φιλοσοφία έχει προσλάβει περισσότερο αφηρημένα νοήματα. Πηγή: Wikipedia


[4] Ο Αντρέ Μπρετόν (André Breton, 19 Φεβρουαρίου 1896 – 28 Σεπτεμβρίου 1966) ήταν Γάλλος συγγραφέας, αναρχικός και αντιφασίστας. Είναι ο θεμελιωτής και κύριος θεωρητικός του υπερρεαλιστικού κινήματος και εμπνευστής του μανιφέστου του υπερρεαλισμού. Ουσιαστικά είναι η προσωποποίηση του λεγόμενου ορθόδοξου υπερρεαλισμού. Πηγή: Wikipedia


[5] Caput mortuum: Στην αλχημεία ονομαζόταν έτσι το κατάλοιπο της διαδικασίας παραγωγής χρυσού, σκουριά, γενικώς το άχρηστο υπόλειμμα.


[6] Marcel Duchamp: Ο Μαρσέλ Ντυσάν (28 Ιουλίου 1887 – 2 Οκτωβρίου 1968), ήταν Γάλλος καλλιτέχνης και θεωρητικός, που επηρέασε σημαντικά την μεταπολεμική τέχνη στην Ευρώπη και την Αμερική.
Πηγή: Wikipedia

[7] Ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ (Jean-Jacques Rousseau, 28 Ιουνίου 1712 – 2 Ιουλίου 1778) ήταν Ελβετός φιλόσοφος, συγγραφέας και συνθέτης του 18ου αιώνα. Οι πολιτικές ιδέες του Ρουσσώ επηρέασαν την ανάπτυξη της κομμουνιστικής και σοσιαλιστικής θεωρίας, του διεθνισμού και κατά την πρώτη περίοδο και την ιδεολογία του εθνικισμού. Η ονομασία «Δεύτερος λόγος» αναφέρεται στο έργο του «Λόγος περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας μεταξύ των ανθρώπων» που εκδόθηκε το 1752. Πηγή: Wikipedia

[8] PIPOL 4, 11-12 Ιουλίου 2009

[9] Οι Ναρόντνικοι (Ρωσικά: народники) ήταν ένα κίνημα κοινωνικής συνείδησης της Ρωσικής μεσαίας τάξης στις δεκαετίες του 1860 και 1870, κάποιοι απ’ τους οποίους ενεπλάκησαν στην επαναστατική κίνηση κατά του Τσαρισμού. Η ιδεολογία τους ήταν γνωστή σαν Ναροντνιτσέστβο, από το ρωσικό народ-ναρόντ (λαός, λαϊκός), κι έτσι συχνά μεταφράζεται σαν “λαϊκισμός”. Ένα ευρέως διαδεδομένο σύνθημα ανάμεσα στους Ναρόντνικους ήταν “πορεία στον λαό”.  Αν και το κίνημά τους πέτυχε ελάχιστα στην εποχή του, οι Ναρόντνικοι ήταν με πολλούς τρόπους οι πνευματικοί και πολιτικοί πρόγονοι των σοσιαλ-επαναστατών.


[10] Ο Αρλεκίνος είναι ένας από τους βασικούς χαρακτήρες της ιταλικής Κομέντια ντελ άρτε. Το υπηρέτης δύο αφεντάδων αποτελεί αναφορά στο ομώνυμο έργο του Κάρλο Γκολντόνι.

Το ψηφιακό περιοδικό της ΑΚΣΠΑ
ΤΕΥΧΟΣ 1

ΤΕΥΧΟΣ 1

ΤΕΥΧΟΣ 2

ΤΕΥΧΟΣ 2

ΤΕΥΧΟΣ 3

ΤΕΥΧΟΣ 3

ΤΕΥΧΟΣ 4

ΤΕΥΧΟΣ 4