Οι συνοριοφύλακες της θρακιώτικης γλώσσας ως τόπος δημιουργίας

Χάρις Κοντού

Το κείμενο εκφωνήθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου του Γιάννη Γραμματόπουλου “Εις τας Αθήνας εφάνη παράξενος τύπος” που διοργανώθηκε στο βιβλιοπωλείο Literature House σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Εκκρεμές στις 11 Νοεμβρίου 2022.

 

Εντυπώσεις από το βιβλίο του Γ. Γραμματόπουλου για τον Γ.Μ. Βιζυηνό

Διαβάζοντας το βιβλίο του Γιάννη Γραμματόπουλου: «Εις τα Αθήνας εφάνη παράξενος τύπος. Η περίπτωση του Γ.Μ. Βιζυηνού στο φως της λακανικής ψυχανάλυσης», σκεφτόμουν ότι το βιβλίο αυτό είναι ενδιαφέρον και ιδιαίτερα αξιόλογο, αφενός διότι συμβάλλει με πολύτιμο τρόπο ως προς τη χαρτογράφηση του προφίλ του Γ. Μ. Βιζυηνού ως λογοτέχνη. Αφετέρου κιόλας, προσφέρει μία άκρως διδακτική και ενδιαφέρουσα ανάλυση περίπτωσης υπό την λακανική σκοπιά, όπως με περίτεχνο τρόπο την συνθέτει ο ψυχαναλυτής Γιάννης Γραμματόπουλος (ΓΓ). Σε αυτό το κείμενο, όμως θα με ενδιέφερε ιδιαιτέρως να εστιάσω στις εξής πτυχές αυτού του βιβλίου: στο συγγραφικό στυλ του ΓΓ, στα συναισθήματα που δημιουργεί το βιβλίο του στον αναγνώστη, και στη σχέση του ΓΓ με τον Γεώργιο Βιζυηνό. Οι πτυχές αυτές με έκαναν να επιστρέφω με ζωντάνια στο βιβλίο κάθε τόσο, αφυπνίζοντας την επιθυμία μου. και την περιέργειά μου. 

To συγγραφικό στυλ του ΓΓ ως φορέας φιλοξενίας

Αυτό που αρχικά μου έκανε εντύπωση στο βιβλίο του ΓΓ είναι το συγγραφικό του στυλ και η σχέση που δημιουργεί με τον αναγνώστη. Και συγκεκριμένα το γεγονός ότι ήδη από την αρχή, ο συγγραφέας συστήνεται μέσω του στυλ του ως ένας φιλόξενος οικοδεσπότης ή καλύτερα ως υποδοχέας, στην περιπλάνηση της γνωριμίας μας με τον Βιζυηνό.  Από την αρχή, βάζει τον αναγνώστη σε μία σχέση με τον Βιζυηνό σαν να τον συν-απασχολεί η περίπτωσή του. Σαν να είναι συμμέτοχος στο ξεδίπλωμα του φαινομένου-Βιζυηνός, και μάλιστα: σαν να τον απασχολούσε πάντα. Αυτό συμβαίνει αφενός διότι ο ΓΓ θίγει από την αρχή μέχρι το τέλος τις πτυχές της περίπτωσης Βιζυηνός βασιζόμενος σε θεμελιώδεις έννοιες του ψυχισμού από την λακανική οπτική, [όπως το όνομα, η πατρική θέση και η τέχνη ως λύση στον ψυχωτικό λαβύρινθο], οι οποίες είναι οι λέξεις-κλειδιά που απαντούν ή διαφωτίζουν τους ενικούς προβληματισμούς του αναγνώστη. Αφετέρου όμως, ο ΓΓ υποδέχεται τον αναγνώστη άρρητα μέσα από το γλωσσικό του ύφος. Την ατμόσφαιρα που δημιουργεί στο χώρο. Κάνει τον αναγνώστη να νιώθει άνετα, αλλά κιόλας να νιώθει ότι και ο ίδιος έχει τον ρόλο του – και ίσως και την ευθύνη του- να σκεφτεί και να σκέφτεται. Με άλλα λόγια, μιλάει στον κάθε ένα αναγνώστη, τον κάνει να είναι παρών, ανάγοντάς τον σε υποκείμενο με αξία, υποκείμενο που μαζί του μπορεί να διαβαίνει στον περίπατο του μυαλού του. Με επικοινωνιακό ύφος, ενδιαφέρον για την λεπτομέρεια και ειλικρίνεια, καταφέρνει να μην κουράζει, αλλά να αφυπνίζει το ενδιαφέρον. Θέλουμε απ’ την αρχή να διαβάσουμε κι άλλο. Και αυτό είναι μία επιτυχία για ένα βιβλίο δοκιμιακό· να βιωθεί ως περιπετειώδες ανάγνωσμα με πλοκή. Με άλλα λόγια, το λεπτομερές και σχολαστικό δοκίμιο με τις βιογραφικές προσθήκες μεταμορφώνεται σε μία ενδιαφέρουσα, περιπετειώδη και λιβιδινική μελέτη περίπτωσης βιωμένη ως ηθογραφικό μυθιστόρημα. Η μετουσίωση του ιδεοψυχαναγκασμού, δηλαδή!

Ο ΓΓ, με την φιλομάθεια που τον διακρίνει, παίρνει τον αναγνώστη στα σοβαρά. Βλέπει τον αναγνώστη του (όπως και κάθε έναν τελικά με τον οποίο συνδιαλέγεται) τόσο σαν άνθρωπο-συνομιλητή, όσο και σαν άνθρωπο-ευκαιρία, κάποιον  που θα του ανοίξει ένα νέο μονοπάτι στο προσωπικό του οδοιπορικό προς την γνώση.

 

Το όνομα και η γλώσσα του Βιζυηνού ως επινόηση

Η μελέτη της περίπτωσης Βιζυηνός έχει πολλά να προσφέρει στην ψυχανάλυση, όπως αναδεικνύει ο ΓΓ στο έργο του. Έχει ιδιαίτερη κλινική αξία και διαφωτίζει  με γλαφυρότητα το ζήτημα του ονόματος στην ψύχωση, αλλά και τη θέση του συνθώματος, του ευρήματος, ως λύση εκεί που η σχέση του υποκειμένου με τον κοινωνικό δεσμό είναι ταραχώδης.

Στο δεύτερο κεφάλαιο ο ΓΓ ασχολείται με το όνομα του Βιζυηνού, χρήζοντάς το ως την επινόησή του. Το όνομά του είναι ένα κράμα παιδικής ονοματοποιίας και θρακιώτικης ντοπιολαλιάς. Το επινοεί με φόντο τους αρχαίους συγγραφείς τους οποίους μελετά εκείνη την περίοδο στην Κύπρο. Με βάση το σχήμα: παιδική ονοματοποιία, θρακιώτικο ιδίωμα και αρχαιότητα, αντιλαμβανόμαστε γιατί ο Βιζυηνός γράφει σε αυτήν την γλώσσα, ειδικά μέσα στο νεωτεριστικό κλίμα των γραμμάτων που χαρακτηρίζει την αθηναϊκή κουλτούρα. Η γλώσσα του Βιζυηνού είναι μια γλώσσα όχι απλή, αλλά πρωτότυπη- μία γλώσσα που συχνά χρειάζεται κανείς να την αποκρυπτογραφήσει. Όπως γράφει ο ΓΓ, δεν πρόκειται για «καθαρή» δημοτική, αλλά περιλαμβάνει λόγιους τύπους, λαϊκότροπα στοιχεία και ξένες λέξεις. Έτσι, η γλώσσα του συνδέεται με το όνομά του: είναι και οι δύο οι δικές του πρωτότυπες κατασκευές. Ο Βιζυηνός επινοεί μία γλώσσα, όπως και ένα όνομα στην οποία μπορεί να συνομιλεί με έναν «δικής του έμπνευσης Άλλο». 

Έτσι μέσα από την ματιά του ΓΓ, βλέπουμε με κλινικό ενδιαφέρον πως ένα υποκείμενο ψυχωτικής δομής μπορεί να κατασκευάσει ένα υποστύλωμα ονόματος, ως τον απώτερο σκοπό στην εργασία με τον ψυχωτικό ασθενή. Ο Βιζυηνός εάν δεν είχε κατασκευάσει τα έργα του, θα είχε καταρρεύσει. Η γραφή του σχετικά με το παιδί και την αγωγή του, μαζί με τις συμβουλές προς γονείς (ποιήματα και διδακτορική διατριβή: «Το παιδικό παιχνίδι. Σε σχέση με την ψυχολογία και την παιδαγωγική»), αλλά και οι εξιστορήσεις στα διηγήματά του, είναι οι υποκειμενικές εφευρέσεις του ώστε να ακουμπήσει την τρύπα του πραγματικού της ζωής του, το θάνατο στην οικογένεια. Κατασκευάζει παιδαγωγικά εργαλεία και λέει την ιστορία του, και έτσι εντάσσεται στον κοινωνικό δεσμό, ή όπως γράφει ο ΓΓ, στον «Άλλο της γραμματείας» (σ. 92)- γίνεται ένας εκ των δημιουργών, ένας ανάμεσα σε άλλα αξιόλογα για εκείνον ονόματα της λογοτεχνίας. 

Και ακόμα, όπως υπογραμμίζει ο ΓΓ, ο Βιζυηνός με το έργο του αποκτά ένα ενικό όνομα, το δικό του όνομα, κι αυτό διότι στην θέση του στον ψυχικό χάρτη της μητέρας του δεν είναι μοναδικός ή ενικός. Τα παιδιά της Μιχαλιέσσας πεθαίνουν διαδοχικά το ένα μετά το άλλο. Η ζωή τους, όπως λέει ΓΓ, είναι ταυτόσημη και ανταλλάξιμη. Ο ερχομός του Βιζυηνού δεν αναμενόταν ως μοναδικός, αλλά προορισμένος να αντικαταστήσει την πεθαμένη αδερφή. Αναμενόταν όχι για να γίνει κάποιος, αλλά πρωτίστως για να καλύψει το κενό που προϋπήρχε, εκείνο του πεθαμένου κοριτσιού. Σαν να μην δικαιούνταν μία ξεχωριστή θέση στη ζωή- σαν η επιθυμία των γονέων προς τον ίδιο να είχε τρύπες. «Ίσως ο ποιητής να κουβαλούσε για πάντα μέσα του, πάνω του, αυτήν την νεκρή αδερφή», γράφει ο ΓΓ. Μάλιστα, λίγο πριν πεθάνει η δεύτερη κόρη της οικογένειας, η φιλάσθενη Αννιώ, υπάρχει εκείνη η συγκλονιστική σκηνή, στην οποία αναφέρθηκε εκτενώς ο κος Ρεζινάλντ Μπλανσέ στην παρουσίαση του βιβλίου του ΓΓ, που η μητέρα έχει φέρει όλα τα παιδιά της στην εκκλησία και ζητάει από τον Θεό να της πάρει όποιο άλλο παιδί θέλει, εκτός απ’ το κορίτσι. Ο Γιωργής κρυφακούει την προσευχή και σοκάρεται από αυτό που ζητάει η μητέρα, αλλά και από το ότι αναφέρεται εκείνη σε ένα παλιό αμάρτημα, που ο ίδιος δεν γνωρίζει.  Ο Γιωργής σε αυτό το σημείο ψάχνει να βρει που βρίσκεται η επιθυμία της μητέρας του, αλλά και του πατέρα του («το αδικημένο του», θέλει κορίτσι) προς εκείνον. Αργότερα, όμως, αποκτά τη μοναδικότητά ο ίδιος ως πατέρας του έργου του. Εκεί δεν είναι πια ανταλλάξιμος, αλλά είναι ο Γεώργιος Βιζυηνός στον κόσμο των γραμμάτων, δηλαδή όχι τα συμφραζόμενα, αλλά ένα όνομα μεταξύ των συμφραζόμενων. 

Ως πατέρας του έργου του, ο Βιζυηνός καταφέρνει να πει την ιστορία των θανάτων των αδερφών του. Δεν μιλούμε για το πένθος του νευρωτικού, αλλά για την ανάγκη το ψυχωτικό υποκείμενο να μιλήσει, εισερχόμενο στο λόγο με φαντασιακό τρόπο, ώστε να γλιτώσει απ’ την κατάρρευση. Όπως γράφει ο ΓΓ, ο Βιζυηνός «μεριμνά για την προστασία του παιδιού από τους κινδύνους που μπορεί να συναντήσει και οι οποίοι θα μπορούσαν να φτάσουν μέχρι και τον θάνατο· είτε τον πραγματικό, όπως συνέβη με τα αδέρφια του, είτε τον υποκειμενικό» (σ. 85). Φαίνεται λοιπόν πως καταφέρνει να πει την ιστορία των αδερφών, χωρίς εν τέλει να αντιμετωπιστούν και εκείνα ως ανταλλάξιμα παιδιά, διαδοχικά και ταυτόσημα. Να τα ονομάσει ως μοναδικά και έτσι να βάλει μία άνω τελεία μετά από κάθε τραγικό γεγονός, προσδίδοντας του την αξία και την αυτοτέλεια που του πρέπει. Γι’ αυτό η μελέτη της περίπτωσης του Βιζυηνού, όπως γίνεται από τον ΓΓ, είναι σπουδαία, διότι πέραν του ότι μας δείχνει την αξία της κατασκευής ως κράτημα, μας δείχνει επίσης πως η γραφή είναι ο πάντα-συνομιλητής σε κάτι το απερίγραπτο, είτε ως πένθος για τον νευρωτικό, είτε ως φαντασιακή κατασκευή ονομάτων για τον ψυχωτικό, τόσο ζωτικής λειτουργίας που αν δεν συμβεί εκείνος απειλείται από αποδιοργάνωση.

Επίσης, η μελέτη της περίπτωσης Βιζυηνός από τον ΓΓ αναδεικνύει το γεγονός ότι ο ποιητής μπορεί μέσα στη γλώσσα να ζει ελεύθερα, και πέραν των πιέσεων του Άλλου. Μπορεί να πει ό,τι θέλει, και εάν σταθεί τυχερός, να εισακουστεί κιόλας .

Το βιβλίο αυτό λοιπόν είναι ένα βιβλίο υπεράσπισης προς τον ποιητή Βιζυηνό, που είχε μία ταραχώδη σχέση με τον κοινωνικό δεσμό, και λοιδορήθηκε για την εκκεντρικότητα και την διαφορετικότητά του. Ειδώθηκε συχνά ως μία αλλόκοτη φιγούρα, και όχι ως πατέρας του έργου του. Και έχει ενδιαφέρον ότι στην παραληρηματική του «εκδοχή», ο Βιζυηνός είναι ξανά ένας πάτρωνας ή πατέρας ενός ορφανού κοριτσιού. Ενώ όταν βρίσκεται μέσα στη γραφή του έργου του είναι ο πάτρωνας ή ο πατέρας ενός ορφανού έργου: από το πραγματικό στο φαντασιακό, ή καλύτερα όπως γράφει ο ΓΓ, με το έργο του «ο Βιζυηνός μετουσιώνει την πατρική απώλεια». Μάλιστα, το έργο του το θέλει σε πολυτελείς εκδόσεις για να δώσει στο ορφανό του τα πιο πολυτελή ρούχα να φορέσει. 

 

Tο παιδικό κορμί, βαρύ μολύβι

Διαβάζοντας το «Αμάρτημα της μητρός μου», μου ερχόταν διαρκώς στο νου ο πίνακας του Νορβηγού ζωγράφου Edvard Munch (1863–1944): «Το άρρωστο παιδί». Ο πίνακας αυτός απεικονίζει ένα νεαρό κορίτσι με ωχρή όψη, που είναι ξαπλωμένο στο κρεβάτι, και δίπλα του μία γυναικεία μαυροφορεμένη γυναίκα που του κρατάει το χέρι, σκύβοντας το κεφάλι προς τα κάτω με απελπισία.

Έχει ενδιαφέρον το πως ο Βιζυηνός περιγράφει την άρρωστη αδερφή του. Θα μπορούσε να περιγράφει αυτόν τον πίνακα: «Ἐνθυμοῦμαι τούς μαύρους καί μεγάλους αὐτῆς ὀφθαλμούς, καί τά καμαρωτά καί σμιγμένα της ὀφρύδια, τά ὁποῖα ἐφαίνοντο τόσῳ μᾶλλον μελανότερα, ὅσῳ ὠχρότερον ἐγίνετο τό πρόσωπόν της. Πρόσωπον ἐκ φύσεως ρεμβῶδες καί μελαγχολικόν, ἐπί τοῦ οποίου τότε μόνον ἐπεχύνετο γλυκεῖά τις ἱλαρότης, ὅταν μᾶς ἔβλεπεν ὅλους συνηγμένους πλησίον της».

O Munch το 1890 είχε πει: “I don’t paint what I see – but what I saw”.

Ο κόσμος του Munch είναι ένας κόσμος γεμάτος άρρωστα παιδιά, νεκροκρέβατα, φόβο, θάνατο. Απεικονίζει συχνά κρεβάτια αρρώστων, τους οποίους πλαισιώνουν μοιρολόγες, μαυροφορεμένες γυναίκες. Το «άρρωστο παιδί» είναι ένας πίνακας που σήμανε την «γέννηση της τέχνης του», όπως έχει δηλώσει ο ζωγράφος. Μάλιστα ήταν ένα έργο το οποίο δούλευε ξανά και ξανά, από το 1885 έως το 1926, δημιουργώντας έξι βερσιόν, μέσα σε διάστημα 40 ετών. Οι επαναλήψεις, έλεγε, είναι μία πράξη μνήμης (“an act of memory”). Είχε εντυπωθεί μέσα του η έκφραση αυτού του παιδιού, το οποίο αναπαριστά την αδερφή του, Johanne Sophie, που πέθανε από φυματίωση σε ηλικία 15 ετών, όταν εκείνος ήταν 13. Ο Munch προσπαθούσε διαρκώς να θυμηθεί αυτό «το χλωμό της πρόσωπο με τα κόκκινα ζωντανά μαλλιά πάνω στο λευκό μαξιλάρι». Γράφει: «αυτό το πρόσωπο μου δημιουργούσε μία αίσθηση εξαφάνισης (…). Ξαναζωγράφιζα αυτή την εικόνα πολλές φορές όλα αυτά τα χρόνια, την έξυσα, την άφησα να διαλυθεί σε στρώματα μπογιάς… Είχα αποτυπώσει πολλά από αυτήν την πρώτη εντύπωση, το τρέμουλο στόμα, το ημιδιαφανές δέρμα, τα κουρασμένα μάτια, (…) τα χρώματα στην πρώτη βερσιόν δεν ήταν καθόλου ζωντανά, αλλά αντίθετα πολύ γκρι. Ο πίνακας ήταν βαρύς, σαν μολύβι».

Επιπλέον, και ο Munch ο ίδιος σε παιδική ηλικία βρέθηκε κοντά στον θάνατο από φυματίωση και έφερε ως ενοχή ότι ο ίδιος γλίτωσε και πέθανε η αδερφή του. Από την άλλη, ο μικρός Γιωργής προσεύχεται στον πατέρα του: «Έλα πατέρα- να με παρης εμένα- για να γιάνη το Αννιω!- ανεφώνησα εγώ διακοπτόμενος υπό των λυγμών μου. Και έρριψα επι της μητρός μου παραπονετικόν βλέμμα, δια να της δείξω πως γνωρίζω, ότι παρακαλεί ν’ αποθάνω εγώ αντί της αδελφής μου. Δεν ησθανόμην ο ανόητος ότι τοιουτοτρόπως εκορύφωνα την απελπισίαν της! Πιστεύω να μ’ εσυγχώρησεν. Ήμην πολύ μικρός τότε, και δεν ηδυνάμην να εννοήσω την καρδίαν της». Και στις δύο περιπτώσεις, λοιπόν, το παιδικό κορμί φέρει μέσα του το σώμα της νεκρής αδερφής· είναι βαρύ σαν μολύβι, πάσχει κουβαλώντας μια γενεαλογία θανάτου. Το παιδικό κορμί, «το γλυκύτερον αντικείμενον των μεριμνών μας» (Βιζυηνός, σ. 16) έχει χάσει την ζωηράδα του, αφημένο στα χέρια της λυπημένης μητέρας. Με ακόμα ζωντανά τα χαρακτηριστικά του καρφιτσώνει βαθιά τον ζωγράφο Munch και τον ποιητή Βιζυηνό.

Μάλιστα, αργότερα, λίγο πριν νοσηλευτεί στο Δρομοκαΐτειο, ο Βιζυηνός θα γράψει για τη νεαρή Μπετίνα, την οποία ερωτεύτηκε: «Κι από τότε που θρηνώ/ το ξανθό και γαλανό/ και ουράνιο φως μου,/ μετεβλήθη εντός μου/ και ο ρυθμός του κόσμου». (…) «Τον σταυρό τον αψηλό/ αγκαλιά γλυκοφιλώ/ το μυριάκριβο όνομα της,/ κι απ’ τα χώματα της,/ η φωνή της η χρυσή/ με καλεί: «Έλα και συ/ δίπλα στο ξανθό παιδί σου/ και κοιμήσου!».

 

Η σχέση του Γιάννη Γραμματόπουλου και του Γεώργιου Βιζυηνού: η Ακρόαση & ο Τόπος

Ι. Οι περιπέτειες των ανθρώπων ακούγονται

Η ενασχόληση του ΓΓ με την περίπτωση του Βιζυηνού έχω την αίσθηση ότι συνέβη από αρκετά νωρίς, ίσως από όταν το ασυνείδητο ακόμη χτιζόταν. Υπάρχουν εκεί κάποιες άρρητες συνδέσεις που ίσως μπορούμε να διακρίνουμε, σε αυτούς τους δύο συντοπίτες των ακρινών συνόρων της χώρας. Αρχικά η αίσθηση μου είναι πως ο ΓΓ ήθελε πάντοτε ν’ ακούσει. Ν’ ακούσει ίσως αυτό που δεν βγάζει νόημα την φωνή βοώντος εν τη ερήμω, να αποκρυπτογραφήσει τα ιερογλυφικά του λόγου. Ήθελε πάντοτε ν’ ακούσει τον τρελό του χωριού του, και ύστερα να μεταφέρει το μήνυμα. Να λειτουργήσει ως ο αγγελιοφόρος του μηνύματος: άκου τι λέει ο τρελός, από παιδί και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια ή αλλιώς η αλήθεια του τρελού έχει διδακτική αξία. Η συνάντησή του ΓΓ με τον Λακάν δεν μπορεί παρά να κουμπώσει σε αυτήν την κλίση του, όπως επίσης και η συνάντησή του με τον Γ. Βιζυηνό, ο οποίος αρθρώνει τα συναισθήματα των ανθρώπων με θάρρος, σε μια εποχή που όλα έπρεπε να αποκρύπτονται. Ο Βιζυηνός θέλει κάτι να πει, το οποίο και ο ΓΓ το λέει έχοντας ακούσει την ιστορία των ανθρώπων και έχοντας μεταφέρει στο γραπτό τον γρίφο των ειπωμένων και των μη ειπωμένων. 

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος χαρακτηρίζει τον Βιζυηνό άφθαστο και αμίμητο, τα δε έργα του ζωγραφιές ηθών και χαρακτήρων.  Ο Βιζυηνός είναι εκφραστικός, δεν τσιγκουνεύεται τον λόγο, αλλά ζωντανεύει μιλώντας για τις περιπέτειες των ανθρώπων. Όπως λέει η Νένα Κοκκινάκη στο περιοδικό Διάστιχο, «ο Βιζυηνός ήταν ένα υπερευαίσθητο παιδί έτοιμο να εκφράσει το παράπονό του», κάτι που όπως γράφει ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος επιβεβαιώνει το ότι ο Βιζυηνός «αποτελούσε δείγμα κοινωνικής ωριμότητας που δεν διέθεταν οι υπόλοιποι ενήλικες της εποχής του». Όσο ο Βιζυηνός βρίσκεται στην πατρική θέση του έργου του, αρθρώνει θαρραλέα τον λόγο των συναισθημάτων. Γράφει στο «Ψυχολογικαί μελέται επί του καλού»: «Ό,τι είναι αμαρτύρητον, τούτο και δεν υπάρχει διά την ιστορίαν.» Και επίσης στον Μοσκώβ Σελήμ: «Για πες μου, στον Θεό σου! Δεν είν’ αλήθεια πως και οι πέτρες, που είναι στον κόσμο, αν εύρισκαν κανένα να πουν τα ντέρτια τους, θα ήσαν ελαφρότερες;». Και επίσης, το αμάρτημα της μητρός αποκτά φωνή και μιλιέται στο τέλος στην εξομολόγηση της μητέρας στον ίδιο και στον Πατριάρχη. Το αμάρτημα μαρτυρείται και έτσι υφίσταται ως η προσωπική αφήγηση του Βιζυηνού, το διήγημα που τον καθιστά τον πρωτοπόρο ηθογράφο στην ελληνική γραμματεία. 

Έτσι ο Βιζυηνός προάγει την εξιστόρηση, την τοποθέτηση των συναισθημάτων σε λόγια· από την άλλη, ο ψυχαναλυτής ενθαρρύνει τον λόγο, την κατασκευή της προσωπικής ιστορίας, ενθαρρύνοντας τις ρωγμές του λόγου. Ο ποιητής Βιζυηνός και ο ψυχαναλυτής ΓΓ λειτουργούν με το ίδιο τρόπο: προσκαλούν για να ακούσουν τις περιπέτειες των ανθρώπων. Θέλουν και οι δύο να ακούσουν. 

ΙΙ. Η Θράκη, ο τόπος της γλώσσας

Ο Επίλογος του βιβλίου: «Εις τα Αθήνας εφάνη παράξενος τύπος» είναι ιδιαιτέρως εμπνευστικός, καθώς μιλάει για την Θράκη, ως τον τόπο του ποιητή, γεγονός που αντηχεί στον τόπο του ίδιου του συγγραφέα αυτού του βιβλίου.

Ο ΓΓ  λέει στον Επίλογο του βιβλίου: «Ανάμεσα στα άλλα, χάρη στα προϊόντα της γραφής εκείνου του ιδιαίτερου ανθρώπου στου οποίου την ασυνήθιστη εξωτερική εμφάνιση στάθηκαν μικροπρεπώς τόσοι και τόσοι, είναι σαν να δόθηκε μια ανέλπιστη παράταση χρόνου στη Θράκη με την ιστορία της, την κληρονομιά της, αλλά και το ιδιαίτερο γλωσσικό της ιδίωμα. Φαίνεται πως όσο ο Βιζυηνός θα διαβάζεται, θα μελετάται, θα μελοποιείται και θα αναπαρίσταται σκηνικά, η Θράκη θα καθίσταται όλο και δυσκολότερο να ξεχαστεί» (σελ.154, 155). Έτσι, ο Βιζυηνός δίνει παράταση στην ιστορία, στην κληρονομιά και στη γλώσσα της Θράκης. Οι Θρακιώτες μέσα από τον Βιζυηνό συνεχίζουν να παραμένουν ζωντανοί στον χρόνο. Ο τόπος ζωντανεύει μέσα απ’ τις ιστορίες των ανθρώπων του.

Ο ΓΓ με τη σειρά του, επιβεβαιώνοντας ότι αποτελεί γνήσιο θρακιώτικο τέκνο του ποιητή, δίνει και κείνος παράταση στην αξία του «εξόριστου», του διαταραγμένου, του μακρινού ποιητή, και του μακρινού τόπου μέσα στο χρόνο. Ο ποιητής είναι ο τόπος του. Είναι το υπέδαφος, το έδαφος και η ατμόσφαιρά του, τα συμφραζόμενά του. Από την ακρινή, σχεδόν τουρκική, σχεδόν ξεχασμένη Θράκη, το Διδυμότειχο, τη Βιζύη, στην Αθήνα των ευκαιριών και αργότερα στην Δύση, με την ομογένεια, το άνοιγμα στο διαφορετικό, το άνοιγμα στην άλλη γλώσσα. Η Θράκη και ο Βιζυηνός, οι ακρινές περιοχές, οι παρυφές, τα μακρινά σημεία του λόγου, τα εξόριστα, τα περίεργα, τα αλλόκοτα, τα ασυντόνιστα, ταξιδεύουν προς την δύση και τον πολιτισμό για να μεταφέρουν κατιτί από το ιδίωμα, από την ιδιαιτερότητά τους. Ο πολυταξιδεμένος ΓΓ ταξιδεύει φέροντας μέσα του τον τόπο της Θράκης, τον τόπο του Άλλου. Τον τόπο τον ενσωματώνει στον λόγο, αναδεικνύοντάς τον εκ νέου. Έτσι ο τόπος ο ίδιος αποκτά μία πνοή πρωτοτυπίας, φρεσκαρίσματος και δροσιάς. 

Η δροσιά αυτή ή αλλιώς η φλόγα της επιθυμίας του ΓΓ είναι εμφανής διαρκώς στο γλωσσικό του ύφος και συγκεκριμένα στην ικανότητα να παίζει, να υπαινίσσεται, να κάνει χιούμορ. Κάνει μία αριστοτεχνική και κομψή χρήση των λακανικών εργαλείων, περιηγείται με ευελιξία στα δρομάκια του λόγου και αντικρίζει με θάρρος την περίπτωση Βιζυηνός. Η χρήση της γλώσσας του ΓΓ, όπως και του Βιζυηνού είναι δροσερή, αγόγγυστη, χειμαρρωδώς ευφάνταστη. Έτσι, η γλώσσα του ΓΓ βιώνεται ως μία σύγχρονη θρακιώτικη γλώσσα, θα έλεγε κανείς, με την έννοια ενός πρωτότυπου σύγχρονου ιδίωματος! Αυτό το βίωμα φαίνεται στο γεγονός ότι ως αναγνώστης είσαι μεν σε ασφαλή χέρια, αλλά και κάθε γραμμή μπορεί να κρύβει μια έκπληξη! Επομένως, μπορεί κανείς να πει ότι βρίσκεσαι σε ένα γλωσσικό λούνα παρκ. 

Αυτή η ποιότητα είναι εμφανής και στον Βιζυηνό και μάλιστα είναι σαν και οι δύο να γράφουν την προφορική γλώσσα, και εν τέλει να συμβαίνει το δυσκολοκατόρθωτο: η προφορική γλώσσα να γράφεται, αποκτώντας την στιβαρότητα της γραπτής γλώσσας. Με άλλα λόγια, πώς μπορεί κανείς να γράφει όπως μιλάει, και αυτός ο «προφορικοποιημένος» γραπτός λόγος να στέκεται αυθύπαρκτος και ακέραιος; Και επίσης, όπως γνωρίζουμε τον ΓΓ, πως μπορεί κανείς να μιλάει σαν να γράφει; Αυτό συμβαίνει στην περίπτωσή του. Το γράμμα μιλάει και ο λόγος γράφει. Με αυτόν τον τρόπο και ο Βιζυηνός και ο ΓΓ προσκαλούν τον αναγνώστη να διερωτηθεί, να εξερευνήσει. Βάζοντας τον στην πλοκή, τον εισάγουν στις ατραπούς της επιθυμίας, καταρρίπτοντας την σχολαστική αφήγηση. Η σκέψη δεν θα είναι το κύμα που θα σκεπάσει τον αναγνώστη, αλλά ο ίδιος θα παίξει με τα κύματα.

Ο τόπος τους λοιπόν είναι το σύνορο· οι συνοριοφύλακες έχουν παραδώσει τα κλειδιά τους στην γενναιοδωρία της γλώσσας, και ο Βιζυηνός με τον ΓΓ, παίρνουν την γλώσσα και την ανάγουν σε παιδική χαρά· ελεύθεροι γράφουν ελεύθερα. Τελειώνει η βάρδιά τους ως συνοριοφύλακες, και αρχίζει η ελευθερία της γραφής. Η ελευθερία του σημαίνοντος. 

Για μένα, ύστερα από αυτό το ανάγνωσμα, το αμάρτημα της μητρός μου δεν θα είναι ποτέ ξανά το ίδιο.

 

Η Χάρις Κοντού είναι ψυχολόγος και ποιήτρια. Κυκλοφορούν οι ποιητικές συλλογές της: “Οι καρδιές των ζώων” (εκδόσεις Ενύπνιο), “Η θηλή της λήθης” και “Οι κερασιές το χειμώνα είναι μια κόκκινη επανάσταση” (εκδόσεις Γαβριηλίδης).

Το ψηφιακό περιοδικό της ΑΚΣΠΑ
ΤΕΥΧΟΣ 1

ΤΕΥΧΟΣ 1

ΤΕΥΧΟΣ 2

ΤΕΥΧΟΣ 2

ΤΕΥΧΟΣ 3

ΤΕΥΧΟΣ 3

ΤΕΥΧΟΣ 4

ΤΕΥΧΟΣ 4