Ο ναρκισσισμός και ο τρόπος επιλογής ερωτικών αντικειμένων
- Dimitris Mitsopoulos
- October 29, 2025
Η ανάγνωση του άρθρου «Εισαγωγή στο Ναρκισσισμό»1:
Μαρία Κτενά
Στο δεύτερο κεφάλαιο του σεμιναρίου Silet, ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ, κάνοντας μια διάκριση ανάμεσα στον πλήρη και τον κενό λόγο, εισάγει την έννοια του ναρκισσισμού ως αυτό πάνω στο οποίο στηρίζεται ο κενός λόγος.2 Η αναφορά στην έννοια του ναρκισσισμού – την οποία δεν συναντάμε τόσο συχνά στη λακανική θεωρία – υπήρξε, για τα μέλη του καρτέλ μας, το έναυσμα για να μελετήσουμε αυτή την έννοια, όπως παρουσιάζεται στο φροϋδικό έργο. Θα παραθέσω εδώ ένα τμήμα από αυτή μας την επεξεργασία.
Ο Φρόυντ στις 10 Νοεμβρίου 1909 κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης στην ψυχαναλυτική εταιρεία της Βιέννης χρησιμοποίησε τον όρο ναρκισσισμό ορίζοντάς τον ως «ένα στάδιο μιας αναγκαίας εξέλιξης από τον αυτοερωτισμό στην αγάπη αντικειμένου».3 Μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια επεξεργάστηκε την έννοια του ναρκισσισμού σε διάφορα κείμενά του, ώσπου, τελικά, τον Σεπτέμβριο του 1914 απέστειλε στους Άμπραχαμ και Φερέντσι την τελική μορφή του άρθρου του «Εισαγωγή στο Ναρκισσισμό», ένα κείμενο που, όπως επισημαίνει ο ίδιος, υπήρξε «ένας δύσκολος τοκετός».4
Πράγματι, σε αυτό το πολύ πλούσιο και απαιτητικό άρθρο ο Φρόυντ προσπαθεί να προσεγγίσει το θέμα του ναρκισσισμού αξιοποιώντας κάθε διαθέσιμο μέσο, εισάγοντας έννοιες και αντλώντας παραδείγματα τόσο από την παθολογία όσο και από την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Υπό αυτό το πρίσμα, ένας από τους δρόμους που αξιοποιεί ο Φρόυντ είναι η ερωτική ζωή των ανθρώπων και ιδίως των γυναικών.
Σύμφωνα με τον Φρόυντ, η επιλογή του σεξουαλικού αντικειμένου πηγάζει από τις πρώτες σεξουαλικές ικανοποιήσεις, οι οποίες βιώνονται σε συνδυασμό με την επιτέλεση των ζωτικών λειτουργιών που εξυπηρετούν την αυτοσυντήρηση του ατόμου. «Οι σεξουαλικές ενορμήσεις στηρίζονται πρωτίστως στην ικανοποίηση των ενορμήσεων του εγώ από τις οποίες ανεξαρτητοποιούνται αργότερα».5 Τα πρόσωπα που ασχολούνται με τη διατροφή και τις φροντίδες του παιδιού γίνονται τα πρώτα σεξουαλικά αντικείμενα και είναι κατά κύριο λόγο η μητέρα ή το υποκατάστατο της.
Ανοίγονται λοιπόν σε κάθε υποκείμενο δύο τρόποι επιλογής ερωτικού αντικειμένου: ο πρώτος ονομάζεται «τύπος με στήριξη» (Aniehnungstypus) και περιγράφει την περίπτωση όπου το άτομο αναζητά ερωτικό αντικείμενο με βάση το μοντέλο της μητέρας – τροφού ή του άντρα – προστάτη. Ο δεύτερος ονομάζεται «ναρκισσιστικός τύπος» και αφορά την επιλογή του αντικειμένου που γίνεται σύμφωνα με το μοντέλο του ίδιου του εαυτού.
Αν και ο Φρόυντ υποστήριζε ότι δεν υπάρχει απόλυτη κανονικότητα και ο κάθε άνθρωπος μπορεί να ακολουθήσει τον έναν ή τον άλλο δρόμο, η παρατήρησή του – έως τότε– έδειχνε ότι υπάρχουν θεμελιώδεις διαφορές ανάμεσα στον τρόπο που επιλέγουν ερωτικό αντικείμενο οι άντρες και οι γυναίκες.
Όπως αναδεικνύει ο Φρόυντ, ο πιο συνηθισμένος τύπος στον άνδρα είναι αυτός της στήριξης όπου εκδηλώνεται ο πλήρης έρωτας του αντικειμένου. Ο άνδρας μεταβιβάζει τον ναρκισσισμό του, που προέρχεται από τον πρωταρχικό ναρκισσισμό του παιδιού, πάνω στο σεξουαλικό αντικείμενο. Η σεξουαλική υπερτίμηση του ερωτικού αντικειμένου επιτρέπει την εμφάνιση της ιδιαίτερης κατάστασης του ερωτικού πάθους και συνοψίζεται στη φτώχεια του εγώ σε λίμπιντο προς όφελος του αντικειμένου. Αφού έχει επενδύσει στο ερωτικό αντικείμενο, ο μόνος τρόπος να ανακτήσει πίσω τη χαμένη του λίμπιντο είναι μέσα από την ανταπόκριση του αντικειμένου αγάπης.6
Η ανάπτυξη του πιο συνήθους τύπου στις γυναίκες είναι διαφορετική. Ο Φρόυντ στην προσπάθειά του να το αιτιολογήσει προβαίνει στην ακόλουθη υπόθεση: κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης ο σχηματισμός των γυναικείων σεξουαλικών οργάνων, που ήταν ως τότε σε λανθάνουσα κατάσταση, προκαλεί αύξηση του πρωταρχικού ναρκισσισμού. Το γεγονός αυτό λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας για έναν φυσιολογικό έρωτα αντικειμένου και συνοδεύεται από σεξουαλική υπερτίμηση. Κατ’ αυτό τον τρόπο εγκαθίσταται στη γυναίκα μια κατάσταση όπου αρκείται στον εαυτό της. Με άλλα λόγια, συμβαίνει στις γυναίκες να ερωτεύονται μόνο τον εαυτό τους περίπου με την ίδια ένταση που τις αγαπούν οι άνδρες. «Η ανάγκη τους δεν τις ωθεί να ερωτεύονται αλλά να τις ερωτεύονται και με αυτή τη λογική προτιμούν τον άνδρα που πληροί αυτόν τον όρο».7
Μάλιστα, συμπληρώνει ο Φρόυντ, δεν είναι τυχαίο ότι οι γυναίκες που αναπτύσσουν αυτό τον τύπο επιλογής αντικειμένου γοητεύουν ιδιαίτερα τους άνδρες όχι μόνο για αισθητικούς λόγους αλλά κυρίως εξαιτίας των ψυχολογικών συνδυασμών που προκύπτουν. Παραθέτοντας τα λόγια του: «Είναι προφανές ότι ο ναρκισσισμός ενός ατόμου αναπτύσσει μεγάλη έλξη σε εκείνους που έχουν απαλλαγεί από κάθε ίχνος ναρκισσισμού και βρίσκονται σε αναζήτηση ερωτικού αντικειμένου».8 Αντίστοιχη είναι η γοητεία που παρατηρεί κανείς στα παιδιά ή σε ζώα όπως οι γάτες, που δείχνουν να αρκούνται στον εαυτό τους.
Ωστόσο, είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε ότι αν και τα ανωτέρω περιγράφουν – σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του Φρόυντ – την ερωτική ζωή των περισσότερων γυναικών, αυτό δεν αποκλείει το γεγονός ότι ορισμένες γυναίκες ερωτεύονται με βάση τον ανδρικό τύπο και αναπτύσσουν εξίσου τη σεξουαλική υπερεκτίμηση που τον χαρακτηρίζει. Μάλιστα, ακόμα και για τις ναρκισσιστικές γυναίκες, που είναι ψυχρές απέναντι στους άνδρες, υπάρχει ένας δρόμος που οδηγεί στον πλήρη έρωτα αντικειμένου και αυτός είναι ο δρόμος της μητρότητας. Όταν οι γυναίκες αυτές φέρουν ένα παιδί στον κόσμο είναι «σαν να παρουσιάζεται μπροστά τους ένα μέρος του δικού τους σώματος ως ξένο αντικείμενο στο οποίο μπορούν να αφιερώσουν τον πλήρη έρωτά τους βασισμένο όμως στον ναρκισσισμό τους».9 Υπάρχει επίσης και η δυνατότητα ορισμένες γυναίκες να οδηγηθούν στον πλήρη έρωτα του αντικειμένου χωρίς να περιμένουν την άφιξη ενός παιδιού. Πρόκειται για γυναίκες που, πριν από την εφηβεία τους, «έκαναν ένα τμήμα της ανάπτυξης προς την κατεύθυνση του αρσενικού. Όταν η εμφάνιση της γυναικείας ωριμότητας διέκοψε τις τάσεις αυτές, παρέμεινε η ικανότητά τους να προσβλέπουν σε ένα αρσενικό ιδεώδες».10
Κλείνοντας, σήμερα, λαμβάνοντας υπόψη ορισμένες φεμινιστικές και άλλες κριτικές που έχουν ασκηθεί στο έργο του Φρόυντ – ενίοτε δικαίως – δεν θα μιλούσαμε με τον ίδιο τρόπο για τα μονοπάτια της ερωτικής ζωής των ανθρώπων. Ωστόσο, είναι πάντα επίκαιρο να ακολουθούμε τον δρόμο που χάραξε ο Λακάν, δηλαδή να επιστρέφουμε στον Φρόυντ.
[1] Sigmund Freud, Για τον ναρκισσισμό μια εισαγωγή, μτφρ. Ν. Χρηστίδης, Principia, 2016
[2] Jacques-Alain Miller, «Silet, Cours du 30 novembre 1994», Departement de Psychanalyse de Paris VIII, 1994-1995, p. 13, inédit.
[3] Freud, Για τον ναρκισσισμό μια εισαγωγή, ό.π., σ. 7.
[4] Ό.π., σ. 8.
[5] Ό.π., σ. 34.
[6] Ό.π., σ. 35-36.
[7] Ό.π., σ. 36-37.
[8] Ό.π., σ. 36.
[9] Ό.π., σ. 38.
[10] Ό.π., σ. 38.

