Ο Λακάν, ο Κίρκεγκωρ και η επανάληψη*

Rodolphe Adam

 

«Ο πιο οξυδερκής ερευνητής της ψυχής πριν από τον Φρόυντ» 

(Ζακ Λακάν, Σεμινάριο ΧΙ, σελ. 59)

Ο Λακάν δεν επικεντρώθηκε στην «περίπτωση» του Κίρκεγκωρ (1813-1855), αλλά στα έργα του. Ωστόσο, υπογράμμισε κάποια σημεία κλειδιά. Ο Λακάν, στο κείμενό του «Φόρος τιμής στη Μαργκερίτ Ντυράς», επεσήμανε ότι «είναι απαραίτητο να θυμόμαστε ότι σύμφωνα με τον Φρόυντ, ο καλλιτέχνης πάντα προηγείται στο πεδίο  του ψυχαναλυτή και, επομένως, ο τελευταίος δεν χρειάζεται να παριστάνει τον ψυχολόγο εκεί όπου ο καλλιτέχνης του ανοίγει το δρόμο». Ωστόσο, αν ο Λακάν είπε για τον Κίρκεγκωρ ότι ήταν «ο πιο οξυδερκής ερευνητής της ψυχής πριν από τον Φρόυντ», δεν είναι τυχαίο. Το είπε ακριβώς επειδή ο κλινικός είναι εν προκειμένω ο Κίρκεγκωρ και ο Λακάν μαθαίνει από αυτόν. Επιπλέον, ο Κίρκεγκωρ, όπως και ο Φρόυντ στα πρώτα του βήματα, είναι επίσης ο κλινικός του εαυτού του. Μπορούμε να εφαρμόσουμε στον Κίρκεγκωρ τη διατύπωση του Λακάν σχετικά με τον Σαντ, δηλαδή ότι «μετέφερε την αυστηρότητα της σκέψης του στη λογική της ζωής του». Και τα δύο κύρια σημεία αυτής της λογικής είναι τα δύο σημεία που ο Κίρκεγκωρ θέτει σαν το τελικό αίτιο όλου τού έργου του: «Είναι σε εκείνη και στον αείμνηστο πατέρα μου που πρέπει να αφιερωθεί το σύνολο των γραπτών μου: στους δύο δασκάλους μου, την ευγενή σοφία ενός γέρου και τον γλυκό παραλογισμό μιας γυναίκας». Έτσι, πάνω στον πατέρα και Την γυναίκα, μεταξύ άλλων, ο Κίρκεγκωρ κάνει τον Λακάν να εργαστεί. 

Ο αδύνατος γάμος και η έκ-σταση

Το περίφημο αίνιγμα του χωρισμού: Μέχρι τον Μάιο του 1837 ο Κίρκεγκωρ ήταν φοιτητής θεολογίας, ένας δανδής, ευφυής, όχι πολύ επιμελής, που έκανε μεγάλη ζωή, λάτρης των σαλονιών όπου περνούσε όλη η Κοπεγχάγη, των γραμμάτων, των τεχνών, της Εκκλησίας -σαλόνι συντηρούσε εξάλλου και ο πατέρας του, ένας πλούσιος επιχειρηματίας, παθιασμένος με τη φιλοσοφία. Κατά τη διάρκεια μιας δεξίωσης στο σπίτι της χήρας ενός πάστορα και πολιτικού, ο Κίρκεγκωρ ερωτεύεται ένα δεκατετράχρονο κορίτσι, τη Ρεγγίνα Όλσεν. Εκείνος είναι είκοσι τεσσάρων ετών. Ερωτευμένος επί τρία χρόνια υπέγραφε τα γράμματά του: «σε σένα, για πάντα». Τελικά αρραβωνιάστηκε μαζί της στις 10 Σεπτεμβρίου 1840. Αλλά από την επόμενη κιόλας ημέρα έγραψε στο ημερολόγιό του: «Αμέσως ήξερα ότι είχα κάνει λάθος». Ήξερε ότι δεν μπορούσε να παντρευτεί- αυτό του ήταν αδύνατο. Το δίλημμά του αρχίζει: «ένοχος ή όχι;» Στις 11 Αυγούστου 1841 δεν άντεχε άλλο και αφού είχε κάνει ένα χρόνο υπομονή, της έστειλε πίσω το δαχτυλίδι των αρραβώνων. Το δράμα ήταν ανυπόφορο. 

Ο Λακάν θα πει κάτι γι’ αυτό στο περίφημο σεμινάριό του Encore: για εκείνον δεν είναι τυχαίο ότι ο Κίρκεγκωρ ανακάλυψε την ύπαρξη μέσα από μια περιπετειούλα ενός αποπλανητή. «Νομίζει ότι μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε αυτή ευνουχίζοντας τον εαυτό του, παραιτούμενος από την αγάπη. Αλλά ίσως τελικά, γιατί όχι, η Ρεγγίνα επίσης υπήρχε. Αυτή η επιθυμία για ένα αγαθό σε δεύτερο βαθμό, ένα αγαθό που δεν προκαλείται από ένα μικρό α, είχε προσλάβει τη διάστασή του ίσως μέσω της διαμεσολάβησης της Ρεγγίνας» (σ. 71). Αυτό που επισημαίνει ο Λακάν είναι ότι αυτή η έννοια της έκ-στασης, γραμμένη με τον τρόπο του Χάιντεγκερ, ανακαλύφθηκε από τον Κίρκεγκωρ ακριβώς επειδή ο φιλόσοφος, ο συγγραφέας, δοκίμασε μια ιδιαίτερη σχέση με μια γυναίκα, μια σχέση που τον έκανε να συναντήσει τη γυναικεία απόλαυση για την οποία μιλούν οι μυστικιστές. «Αυτή η απόλαυση που δοκιμάζουμε και δεν ξέρουμε τίποτα γι’ αυτήν δεν είναι μήπως εκείνο που μας βάζει στο μονοπάτι της έκ-στασης;» (Encore). 

Ας συνεχίσουμε την ιστορία για να τοποθετήσουμε με ακρίβεια το έργο του Κίρκεγκωρ. Μετά τον χωρισμό έφυγε από την Κοπεγχάγη για το Βερολίνο όπου πέρασε το χειμώνα του 1842. Εκεί έγραψε το πρώτο του μεγάλο έργο με ψευδώνυμο, Είτεείτε. Το βιβλίο εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 1843 και προκάλεσε σκάνδαλο, επειδή η ιστορία του Ημερολογίου ενός αποπλανητή μεταξύ του Γιοχάνες και της Κορντέλια σύντομα αναγνωρίζεται δημοσίως ως εκείνη του Σαίρεν και της Ρεγγίνας. Είχε μια παράξενη ιδέα: για να την κάνει να τον εγκαταλείψει μετά την ανάγνωση του βιβλίου του, ο Κίρκεγκωρ σκηνοθέτησε πολύ ποιητικά αλλά και κυνικά την ιστορία του. Ακόμη πιο παράξενο γιατί αυτός ο χωρισμός, που δεν συνιστούσε καθόλου ένα τέλος, είναι μια αρχή: η αρχή μιας άλλης αγάπης. 

Αλλά για τον Κίρκεγκωρ, ο χωρισμός είναι ένα ολόκληρο ζήτημα. Η σωτηρία της διακυβεύεται και εξαρτάται από το αν θα μπορέσει να τον εγκαταλείψει. «Θα την διέλυε αν την άφηνα να υποψιαστεί την τερατωδώς θυελλώδη ζωή μου, τα βάσανά μου, και μετά να της πω: «ՙΓι’ αυτό σε αφήνω’». 

Μόνο που, όπως πιστοποιεί το Ημερολόγιο, αυτός ο έρωτας δεν θα υποφέρει από τον χρόνο και τα γεγονότα παραμένοντας αδιαπέραστος από το πένθος, τη λήθη, τις αντικαταστάσεις και τις επαναλήψεις. Οκτώ χρόνια αργότερα, θα προσπαθήσει να της γράψει για να της εξηγήσει τους λόγους του. «Με θρησκευτικό τρόπο δεμένη για πάντα», παραμένει η «αιώνια αρραβωνιαστικιά του». Ο Κίρκεγκωρ θα την αγαπάει πάντα, αλλά με μια αγάπη που δεν διαλύει η ενόρμηση ή η συζυγική δέσμευση. Αυτό σημαίνει ότι αρνούμενος τη Ρεγγίνα ως σώμα, ως σύζυγο, ορίζει μια απόλυτη μορφή αγάπης σε ένα φόντο ριζικής απώλειας. Η Ρεγγίνα δεν μπορεί παρά να παραμείνει μόνο εκτός συνάντησης. «Σε επισκέφθηκα πνευματικά, σωματικά, δεν επισκέπτομαι κανέναν». Εν ολίγοις συνδέεται μαζί του για πάντα, αλλά σύμφωνα με μια άλλη τάξη, την οποία θα ορίσει με το «άλμα στην πίστη». Με αυτή την εξαίρεση της Ρεγγίνας μπορούμε να μετρήσουμε το χάσμα με τον «πειραματικό» υπαρξισμό του Σαρτρ, ο οποίος πολλαπλασίαζε τις γυναικείες συναντήσεις με φόντο αυτό που ομολόγησε στη Σιμόν ντε Μπωβουάρ: «Είχαμε τους αναγκαίους έρωτες, μας χρειάζονται οι τυχαίοι έρωτες».

Σε αυτό το σημείο έρχεται η εξαιρετική επινόηση μιας υποκειμενικής λύσης από τον Κίρκεγκωρ σε σχέση με την ψύχωσή του: δεν χρησιμοποιεί το αντικείμενο α. Όμως αυτό το αντικείμενο α είναι για τον άνδρα εκείνο που έρχεται στη θέση της μη-σχέσης που διατηρεί με το άλλο φύλο (Encore: βλ. το βέλος στον πίνακα σελ. 73, $ –> α). Παραιτούμενος από το να αγαπήσει μια γυναίκα σαν αγαθό πρώτου βαθμού, σαν παρουσία της αγαπημένης που ενσαρκώνει το αντικείμενο α, ο Κίρκεγκωρ τοποθετεί διαφορετικά τη θέση του παρτενέρ. Ο Υves Depelsenaire το διαφωτίζει ως εξής: «[μέσα από αυτή την παραίτηση] ο Κίρκεγκωρ στην πραγματικότητα καθιστά τον εαυτό του κάτι σαν την ψυχή της Ρεγγίνας. Με την ίδια κίνηση με την οποία καθιστά τον εαυτό του ψυχή του Θεού θυσιάζει τη Ρεγγίνα την οποία όμως δεν χάνει: αισθάνεται την παρουσία της την κάθε ώρα, την κάθε στιγμή (αιωνιότητα), όπως αισθάνεται και την παρουσία του Θεού σ’ αυτή την έλλειψη όπου η αγάπη δοκιμάζεται πέρα από κάθε αντικείμενο και κάθε αμοιβαιότητα». Έτσι, μέσω αυτής της αγάπης απαλλαγμένης από το σεξουαλικό και που δεν σβήνει την επιθυμία, ο Κίρκεγκωρ ξεπλένει την επιθυμία από το σφάλμα. Είναι σαφές ότι ο Κίρκεγκωρ, ευνουχίζοντας τον εαυτό του με αυτή την παραίτηση από μια πεπερασμένη σχέση με μια γυναίκα ως σώμα και ως σύζυγο, προωθεί τον εαυτό του στη διάσταση μιας άλλης απόλαυσης, άπειρης, αυτής ακριβώς που επιτρέπει «να ερμηνεύσουμε μια όψη του Άλλου, την όψη Θεός, υποστηριζόμενη από τη γυναικεία απόλαυση».2

Η ιδέα του Κίρκεγκωρ είναι να επινοήσει με εκείνη μια καινούργια σχέση, μια επανάληψη μέσω της καινοτομίας. Δεν πρόκειται για επανέναρξη αλλά για ανανέωση. Θα επανέλθουμε σε αυτό.

Το σφάλμα και η κληρονομιά του πραγματικού πατέρα

Ερώτηση: Τι εμπόδισε τον Κίρκεγκωρ να παντρευτεί; «Μια μυστηριώδης λύπη», τον κατατρύχει. Σε αυτό το σημείο παρεμβαίνει η περίφημη μελαγχολία του Κίρκεγκωρ. Αυτή η λύπη, αυτό το «αγκάθι στη σάρκα», έρχεται από τον πατέρα του. Η άλλη μείζων κλινική πτυχή στην οποία αναφέρθηκε ο Λακάν αφορά το πρόβλημα του πατέρα. Με δύο πινελιές, θα δείξει πλήρως τι διακυβεύεται σε αυτό το ζήτημα για την ψυχανάλυση, πέρα από τον ίδιο τον Φρόυντ. 

Αν ο Κίρκεγκωρ δεν μπορούσε παρά να αντιταχθεί στη θέση του Χέγκελ για την ταυτότητα του μέσα με το έξω, αυτό οφείλεται στην ύπαρξη στην καρδιά του ατόμου αυτού που αποκαλούσε μυστικό, κάτι που μέσα στον καθένα δεν είναι ανακοινώσιμο, εξαιτίας του πατέρα του, του Μίκαελ Πέντερσεν (1756-1838), ο οποίος ήταν επίσης μελαγχολικός. Το 1838, τη χρονιά του θανάτου του πατέρα του, ο Κίρκεγκωρ κατέγραψε στις σημειώσεις του το επεισόδιο του περίφημου «σεισμού»: «Ήταν τότε που συνέβη ο μεγάλος σεισμός, η τρομερή ανατροπή που μου επέβαλε ξαφνικά έναν νέο νόμο αλάθητης ερμηνείας όλων των φαινομένων. Τότε ήταν που κατάλαβα ότι η μεγάλη ηλικία του πατέρα μου (57-82) δεν ήταν ευλογία αλλά μάλλον κατάρα, […] τότε ήταν που ένιωσα τη σιωπή του θανάτου να μεγαλώνει γύρω μου, όταν ο πατέρας μου μου φάνηκε σαν κάποιος δυστυχής που θα μας έθαβε όλους, σαν σταυρός πάνω στον τάφο των ίδιων του των ελπίδων. Ένα σφάλμα μάλλον βάραινε πάνω σε ολόκληρη την οικογένεια, μια τιμωρία του Θεού πλανιέται πάνω της». Ορισμένες αποκαλύψεις του πατέρα του σχετικά με λάθη του παρελθόντος προκάλεσαν αυτόν τον κλυδωνισμό του ιδανικού της πατρικής φιγούρας. Πράγματι, ο πατέρας αμάρτησε δύο φορές. Η πρώτη ήταν όταν μια μέρα ο πατέρας, παιδί ακόμα, εξαντλημένος από την πείνα και τη δυστυχία, ανέβηκε σε έναν λόφο, σήκωσε το κεφάλι του στον ουρανό και καταράστηκε τον Θεό. Η δεύτερη ήταν σεξουαλική. Ο πατέρας, ενήλικος πια, παντρεύτηκε βιαστικά τη μητέρα του Κίρκεγκωρ, η οποία ήταν η πρώην υπηρέτρια του σπιτιού, και απέκτησε το πρώτο του παιδί λιγότερο από εννέα μήνες μετά το θάνατο της πρώτης του συζύγου. Υπήρχαν κάποιες ενδείξεις ώστε ο Κίρκεγκωρ  να σκεφτεί ότι επρόκειτο για βιασμό.

Επειδή είχε καταραστεί τον Θεό, ο πατέρας περίμενε σε όλη του τη ζωή τη θεία τιμωρία. Αδυναμία να ξεχάσει, να ζήσει υπό το κράτος του σφάλματος. Όμως, ευημερούσε σημαντικά εν μέσω των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών καταστροφών που έπληξαν τη Δανία και τους πολίτες της στις αρχές του 19ου αιώνα, το 1813. Ο πατέρας είδε τελικά ένα πραγματικό θεϊκό σημάδι όταν είδε τη γυναίκα του και πέντε από τα αδέλφια του Κίρκεγκωρ να πεθαίνουν διαδοχικά. Τέλος, το τελευταίο παιδί (ο Σαίρεν Κίρκεγκωρ) του είχε δοθεί από τον Θεό μόνο και μόνο για να του το πάρει (η θυσία του Αβραάμ). Ο πατέρας δεν σταμάτησε ποτέ να μην πεθαίνει και ήταν ο Κίρκεγκωρ που πίστευε ότι θα πέθαινε πριν από τα 33 του χρόνια! Ο κόμβος της σχέσης τους που δεν ομολογήθηκε ποτέ μπορεί να διαβαστεί σε αυτή την καθοριστική διατύπωση του Ημερολογίου: «Ο πατέρας θεωρούσε ο ίδιος τον εαυτό του ένοχο για τη μελαγχολία του γιου και ο γιος για τη μελαγχολία του πατέρα, και αυτό ήταν που τους εμπόδιζε πάντα να ανοιχτούν ο ένας στον άλλο».

Σε αυτή την κληρονομιά εφιστά την προσοχή ο Λακάν στο Σεμινάριο ΧΙ, στις 29 Ιανουαρίου 1964: «Ο πατέρας, το Όνομα του Πατρός υποστηρίζει τη δομή της επιθυμίας με εκείνη του νόμου – αλλά η κληρονομιά του πατέρα δηλαδή εκείνο που μας επισημαίνει ο Κίρκεγκωρ, είναι το αμάρτημά του». Η παρατήρηση έρχεται να προστεθεί σε εκείνο που ο Λακάν επισημαίνει ως θεμελιώδες στο φροϋδικό όνειρο «Πατέρα, δεν βλέπεις ότι καίγομαι;», στους μύθους του Άμλετ, του Οιδίποδα και της Αντιγόνης. Πρόκειται δηλαδή για το σφάλμα του πατέρα. Είναι πράγματι το σφάλμα που κυριαρχεί στο πεπρωμένο του υποκειμένου. Με άλλα λόγια, αν η λειτουργία του συμβολικού πατέρα είναι κομβική επειδή δομεί μέσω της λειτουργίας της μεταφοράς, υπάρχει επίσης με εξίσου αποφασιστικό τρόπο η επίδραση που συνδέεται με τον πραγματικό πατέρα. Βλέπουμε λοιπόν ότι ο Κίρκεγκωρ αποκτά για τον Λακάν λειτουργία αμφισβήτησης του φροϋδικού προσανατολισμού που ακολουθεί την πατρική λειτουργία. «Αυτή η θέση του πατέρα γίνεται την ίδια στιγμή προβληματική». Με λίγα λόγια υπάρχει πρόβλημα με αυτή τη θέση διότι δεν είναι η θέση του Νόμου.3 

Επανάληψη

Η επανάληψη είναι μία από τις τέσσερις θεμελιώδεις έννοιες της ψυχανάλυσης, «μοναδική επειδή είναι αναγκαία» (Ecrits, σ. 367) και αποτελεί αντικείμενο ενός work in progress για τον Λακάν. Έτσι, η κιρκεγκωριανή επανάληψη επανέρχεται διαρκώς στο λόγο του σαν πυξίδα για τη φροϋδική έννοια.

Στη δεκαετία του 1950 (Σεμινάριο ΙΙ), η επανάληψη είναι συμβολική. Είναι η επιμονή της σημαίνουσας αλυσίδας, η επιμονή του μη πραγματοποιημένου που δεν έρχεται στο σύμβολο. 

Το 1961-62 (Σεμινάριο IX), με τη θεωρία του εναδικού γνωρίσματος, ο Λακάν παρουσιάζει μια τακτική μαθηματική ιδιότητα του σημαίνοντος (του εναδικού γνωρίσματος): η δεύτερη φορά θεμελιώνει την πρώτη ως απωλεσθείσα. «Ακόμη και η επανάληψη του ίδιου, το ίδιο επαναλαμβανόμενο, εγγράφεται σαν διακριτό» (16 Μαΐου 1962).

Το 1964 (Σεμινάριο XI), η επανάληψη είναι το αυτόματον, το αποτέλεσμα της αποτυχημένης συνάντησης με το πραγματικό (τύχη). 

Από το 1969-70, γίνεται επανάληψη, επαναλαμβανόμενη επιστροφή της απόλαυσης. 

Κάθε φορά, ο Λακάν αναφέρεται στην επανάληψη σύμφωνα με τον Κίρκεγκωρ, και συνιστά στους μαθητές του να διαβάσουν ένα βιβλιαράκι του που θα τους εκπλήξει. Πρόκειται για την Επανάληψη (1843), μισό μυθιστόρημα, μισό φιλοσοφικό δοκίμιο. Γραμμένο από τον Κωνσταντίνου Κωνστάντιους, ψευδώνυμο του Κίρκεγκωρ, ο οποίος θέτει ένα απλό και μεγάλο ερώτημα: «Μια επανάληψη είναι άραγε εφικτή;» Αντίθετα με τον Χέγκελ, ο συγγραφέας δεν θέλει να επιλύσει το ζήτημα αφηρημένα με τη δύναμη της σκέψης και μόνο, αλλά μέσω μιας συγκεκριμένης εμπειρίας. Ο Κωνσταντίνος προθυμοποιείται λοιπόν να κάνει για δεύτερη φορά ένα ταξίδι που είχε κάνει κάποτε στο Βερολίνο και που τον είχε τότε ευχαριστήσει πολύ. Η δοκιμασία είναι να επαναλάβει τον ίδιο περίπλου, να πάει στα ίδια μέρη, να κάνει τις ίδιες συναντήσεις, εν ολίγοις, να «ξαναβάλει τα βήματά του στα βήματά του» (Λακάν). Αυτό λοιπόν έκανε ο Κίρκεγκωρ: ένα πρώτο ταξίδι στο Βερολίνο αμέσως μετά τη λύση του αρραβώνα του με τη Ρεγγίνα, το δεύτερο από τις 8 έως τις 30 Μαΐου 1843, την περίοδο κατά την οποία αρχίζει να γράφει την «Επανάληψη». Μέσα από μια περιγραφή σχεδόν κλινικής ακρίβειας, το συμπέρασμα είναι ότι πρόκειται για μια καθαρή αποτυχία. 

Στην προσπάθειά του να επαναλάβει το ίδιο ταξίδι ανακαλύπτει ότι αυτή η πανομοιότυπη αναπαραγωγή είναι αδύνατη. Η υπέρτατη ειρωνεία είναι ότι ακόμη και όταν βρίσκει το «ίδιο μέσα στο ίδιο», όταν ακούει τα ίδια ευφυολογήματα, όταν του σερβίρουν τον ίδιο καφέ όπως παλιά, τίποτα πλέον δεν έχει την ίδια γεύση. Προκύπτει ένα αμείλικτο παράδοξο: το ίδιο όταν επαναλαμβάνεται γίνεται άλλο. Ο Κίρκεγκωρ αναδεικνύει μια λεπτή διαλεκτική: εκείνη που αρθρώνει την αποτυχία της επανάληψης με την επανάληψη μιας αποτυχίας. Πράγματι, αυτό που βρίσκει τελικά ο Κωνσταντίνος στο πειραματικό του ταξίδι έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι κάθε φορά δεν ξαναβρίσκει αυτό που ήδη γνώριζε. Ο Κίρκεγκωρ ενοχοποιεί για αυτό την ανάμνηση: «Γιατί είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι αν δεν είχα ξεκινήσει το ταξίδι μου με την πρόθεση να δοκιμάσω αυτή την ιδέα, θα είχα διασκεδάσει εξαιρετικά, όπως ακριβώς έκανα και την προηγούμενη φορά». Εξαιτίας της ανάμνησης της πρώτης φοράς αποτυγχάνει η επιδιωκόμενη επανάληψη τη δεύτερη φορά. 

Στο Σεμινάριο 4, ο Λακάν παραθέτει τον Κίρκεγκωρ: αυτό που βρίσκει το υποκείμενο δεν είναι εκείνο που ψάχνει, και αυτό που ψάχνει είναι στην πραγματικότητα να ξαναβρεί το χαμένο αντικείμενο. Αλλά πάντα συναντάμε ένα άλλο αντικείμενο (ένα υποκατάστατο). Αυτό υποστηρίζει τη θέση του Φρόυντ που απορρίπτει την ιδέα μιας πλήρους, αρμονικής σχέσης ενός υποκειμένου με ένα συνολικό αντικείμενο.  

«Όχι περισσότερο από ό,τι στον Κίρκεγκωρ, στον Φρόυντ δεν τίθεται θέμα κάποιας επανάληψης που να στηρίζεται στο φυσικό, κάποιας επιστροφής της ανάγκης»4. Η διαδικασία παίζεται στο πεδίο της γλώσσας, του σημαίνοντος. Είναι η ίδια η ουσία του σημαίνοντος που εισάγει τη διαφορά. «Αυτό που υπήρξε, που επαναλήφθηκε, που διέφερε, γίνεται θέμα επανάληψης» (Λακάν, «Η λογική της φαντασίωσης, Σύνοψη του Σεμιναρίου 1966-67 ” (1969), στο Autres écrits, σ. 325).

Επιπλέον, υπάρχει ένα παράδοξο: «η επανάληψη απαιτεί το καινούργιο» (Λακάν, Σεμινάριο XI). Η επανάληψη μπορεί να εγγραφεί επειδή υπάρχει κάτι καινούργιο. Ο Φρόυντ παρατηρεί ότι το παιδί απαιτεί να λέγεται μια ιστορία με τον ίδιο τρόπο κάθε φορά ενώ στον ενήλικα, «το καινούργιο αποτελεί πάντα τη συνθήκη της απόλαυσης»5. Η συνέπεια αυτού είναι ότι αν το καινούργιο είναι η προϋπόθεση της απόλαυσης, είναι επίσης εκείνο που προκαλεί την εξαφάνισή της, αφού το καινούργιο είναι αυτό που εγγενώς δεν διαρκεί. Αυτό κάνει τον Κίρκεγκωρ να λέει ότι «μόνο το καινούργιο βαριόμαστε»6, χαράσσοντας έτσι, μαζί με τον Φρόυντ, την ανυπόφορη αλήθεια της ανθρώπινης επιθυμίας.

Αν η επανάληψη είναι αδύνατη, αν το καινούργιο εγγράφεται πάντα εκεί, τι τελικά πέρα από το τυχαίο και την ενδεχόμενο, επαναλαμβάνεται αναγκαστικά; Λοιπόν, εδώ είναι που καταλαβαίνουμε γιατί ο Λακάν ήταν σε θέση να πει ότι η επανάληψη αρχίζει όχι από το 2 αλλά από το 3! Αν στον χρόνο 2 το υποκείμενο δοκιμάζει τη διαφορά από τον χρόνο 1 και, επειδή δεν είναι πλέον η πρώτη φορά, τότε στον χρόνο 3 συμβαίνει το ίδιο πράγμα δηλαδή άλλη μια αποτυχία. Έτσι εκείνο που επαναλαμβάνεται άρα εν προκειμένω είναι αυτή η αποτυχία! Δηλαδή, αυτό ακριβώς συμπεραίνει ο Κωνσταντίνος το βράδυ της βερολινέζικης εμπειρίας: «Τίποτε άλλο δεν επαναλήφθηκε εκεί παρά μόνο η αδυνατότητα της επανάληψης». Αυτή είναι η κιρκεγκωριανή εκδοχή του πραγματικού. 

Ο Κίρκεγκωρ θα επινοήσει τη λύση μιας αληθινής επανάληψης σε σχέση με τον Θεό. Επινοεί ένα καινούργιο «καινούργιο», όχι πλέον εφήμερο και αισθητικό αλλά αιώνιο και θρησκευτικό. Η επανάληψη βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα σε ελπίδα και νοσταλγία. Από την εποχή της ψυχανάλυσης, μια κάποια προσέγγιση θεωρεί την επανάληψη κάτι αρνητικό, κάτι που πρέπει να σταματήσει. Με τον Κίρκεγκωρ, πρέπει να περάσουμε από την επανάληψη! Είναι θετική, γιατί δεν πρέπει να επαναλάβουμε αυτό που είναι πίσω, στο παρελθόν, αλλά πρόκειται για μια επανάληψη προς τα εμπρός! Παράδοξο. Αναμένει από αυτή μια επιβεβαίωση της ενικότητας του ατόμου. Ενώ η ανάμνηση, η αναπόληση, επιδιώκει να βρει εκείνο που υπήρξε, η επανάληψη επιδιώκει να βρει αυτό που υπήρξε σε μια καινούργια, συγκεκριμένη μορφή, κινούμενη έμπρακτα προς το μέλλον. Για τον Κίρκεγκωρ, αυτό διαδραματίζεται στη σχέση με τον Θεό, είναι ο Ιώβ που αντιμετωπίζει τη δοκιμασία που επιβάλλει ο Θεός, είναι ο Αβραάμ που πιστεύει με βάση παράλογο, το αδύνατο, που θέτει πλήρως τον εαυτό του σε σχέση με το απόλυτο, με το παράδοξο, χωρίς διαμεσολάβηση. Το ζήτημα δεν είναι να θυμόμαστε το Χριστό, αλλά να τον επαναλαμβάνουμε, να τον μιμούμαστε στην πράξη.  

Όμως όταν ο Λακάν εντοπίζει αυτή την εξάντληση του όντος, η έμφαση δεν τίθεται πλέον στην έλλειψη που ενυπάρχει στην επανάληψη, στην αδυναμία της επανένωσης, αλλά σε αυτό που επιστρέφει επανειλημμένα στο άνοιγμα της πράξης του. Επομένως, η λακανική επανάληψη δεν οφείλεται στη μάταιη νοσταλγία της επανένωσης με ένα χαμένο αντικείμενο. Είναι η πράξη που κάνει ώστε αυτό το αδύνατο αντικείμενο, το αντικείμενο ως έλλειψη, να εξ-ίσταται. Η επανάληψη δεν είναι καθόλου εντολή του παρελθόντος. Δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι «αναπαράγει» παρά μόνο αν καταστεί «επανάληψη που πρέπει να παραχθεί»7. Η ποιητική δημιουργική αρετή της επανάληψης είναι επομένως υπό προϋποθέσεις.

Μετάφραση: Πολίνα Αγαπάκη

 



* Η διάλεξη του Rodolphe Adam στους σπουδαστές της ΑΚΣΠΑ έγινε online στις 14 Φεβρουαρίου 2022. Μετά το τέλος της ομιλίας ακολούθησαν ερωτήσεις και συζήτηση που επιφυλασσόμαστε να δημοσιεύσουμε στο προσεχές τεύχος. Ο Rodolphe Adam είναι ψυχαναλυτής στο Bordeaux της Γαλλίας. Είναι Διδάκτωρ Bασικής Ψυχοπαθολογίας. Είναι συγγραφέας μαζί με τον Philippe La Sagna του βιβλίου «Contrer l’universel – L’étourdit de Lacan à la lettre». Είναι μέλος της Ecole de la Cause freudienne και διδάσκει στο Κλινικό Τμήμα (Section Clinique) του Bordeaux.


[2] J. Lacan, Le Séminaire XX, Encore (1972-73), Seuil, Paris, 1975, p. 71.


[3] Εξ ου και η συχνή σύγκριση με τον Κάφκα και τον πατέρα του


[4] J. Lacan, Ibid., p. 59.


[5] S. Freud, Ibid., p. 45.  Dit genuss (jouissance) et non pas Lust (plaisir).


[6] S. Kierkegaard, Ibid., p. 66.

[7] J. Lacan, « La logique du fantasme, Compte-rendu du séminaire 1966-67 » (1969), in Autres écrits, Seuil, Paris, 2001, p. 325.

Το ψηφιακό περιοδικό της ΑΚΣΠΑ
ΤΕΥΧΟΣ 1

ΤΕΥΧΟΣ 1

ΤΕΥΧΟΣ 2

ΤΕΥΧΟΣ 2

ΤΕΥΧΟΣ 3

ΤΕΥΧΟΣ 3

ΤΕΥΧΟΣ 4

ΤΕΥΧΟΣ 4