Για έναν άλλο Λακάν*
- Dimitris Mitsopoulos
- October 29, 2025
Ζακ-Αλέν Μιλέρ
Παρέμβαση στην πρώτη Διεθνή Συνάντηση του Φροϋδικού Πεδίου στο Καράκας, τον Ιούλιο του 1980, που δημοσιεύτηκε στο Ornicar? τεύχος 28, Ιανουάριος 1984 (στενογραφημένη δημοσίευση στο δελτίο Delenda, νέα σειρά, τεύχος 2, με τίτλο «Διαλεκτική της επιθυμίας και σταθερότητα της φαντασίωσης», Οκτώβριος 1980). Την παρέμβαση αυτή ακολούθησαν δύο διαλέξεις που διοργάνωσε το Delenda, στις 20 και 27 Νοεμβρίου 1980, με τίτλο «Για το πέρασμα».
Στον χρόνο που έχω στη διάθεσή μου, θα προσπαθήσω να σας μιλήσω για έναν άλλο Λακάν.
Θα έχετε παρατηρήσει, χάρη στο ενδιαφέρον που μας δείχνουν οι δημοσιογράφοι της Βενεζουέλας, ότι πλέον το αξίωμα του Λακάν «το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν γλώσσα» φιγουράρει στους τίτλους των εφημερίδων.
Καλό είναι αυτό, πολύ καλό. Δεν μπορούσαμε -έτσι δεν είναι;- να ελπίζουμε ότι θα κρατήσουμε κάτι τέτοιο μόνο για εμάς – πόσο μάλλον όταν αυτό είναι κάτι που βγάζει μάτι, με κάθε δυνατό τρόπο, τόσο μέσα στην αναλυτική εμπειρία όσο και στα κείμενα του Φρόυντ. Το πρόβλημα είναι μάλλον να καταλάβουμε γιατί δεν το είχαμε αντιληφθεί πριν να το πει ο Λακάν.
Εφόσον λοιπόν το ότι το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν μια γλώσσα έχει γίνει πλέον κοινή αλήθεια, ίσως ήρθε η ώρα να τονίσουμε κάτι άλλο, να μετατοπίσουμε λίγο την στίξη.
Ποιος είναι λοιπόν αυτός ο «άλλος» Λακάν; Είναι κάποιος που θα έλεγε, για παράδειγμα, ότι το ασυνείδητο δεν είναι δομημένο σαν γλώσσα; Αυτό, ναι, θα ήταν πράγματι τίτλος στην El Nacional! Φανταστείτε να έγραφαν: «Το λακανικό συνέδριο στο Καράκας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το ασυνείδητο δεν μιλάει»!
Όχι, αυτός ο άλλος Λακάν είναι ο ίδιος με αυτόν που ακολουθείτε εδώ και καιρό, αλλά που, από τη περίφημη υπόθεσή του, άντλησε ορισμένες συνέπειες που δεν έχουν πάντα γίνει αντιληπτές.
Κι αυτό είναι κρίμα, γιατί πολλές από τις δυσκολίες που έχουμε συναντήσει τελευταία στον ψυχαναλυτικό θεσμό οφείλονται σε αυτήν την έλλειψη κατανόησης – που εξηγεί εξίσου καλά την στασιμότητα που παρατηρούμε στη θεωρία.
Αυτές οι συνέπειες αφορούν συγκεκριμένα το τέλος της ανάλυσης και τη στιγμή που ονομάζουμε «πέρασμα» (διέξοδο). Θα σας δώσω μερικά σημεία αναφοράς που έχω απομονώσει για τον εαυτό μου πάνω σε αυτό το σύνθετο ζήτημα.
Αδιέξοδο
Η passe, το «πέρασμα» (διέξοδος), η λέξη του Λακάν, αντλεί το νόημά της από το αδιέξοδο, το οποίο, σύμφωνα με τον Φρόυντ, είναι το φυσιολογικό τέλος της αναλυτικής εμπειρίας – και αυτό ισχύει για κάθε υποκείμενο. Υπάρχει ένα τέλος στην αναλυτική εμπειρία, αλλά αυτό το τέλος είναι ένα αδιέξοδο – αυτή είναι η μαρτυρία που μας άφησε ο Φρόυντ από την πρακτική του, και ειδικά στο άρθρο του «Η ανάλυση με τέλος και η ανάλυση χωρίς τέλος». Κάθε ψυχανάλυση, για τον Φρόυντ, σκοντάφτει σε μια ανυπέρβλητη αντίσταση.
Η ύπαρξη αυτού του εμποδίου δεν οφείλεται καθόλου σε κάποια κλινική ιδιαιτερότητα του ασθενούς ή στην αδεξιότητα του αναλυτή. Δεν φτάνουμε σε αυτήν την αντίσταση επειδή το υποκείμενο είναι υπερβολικά νευρωτικό ή επειδή ο αναλυτής είναι ανεπαρκής. Καθόλου. Ο Φρόυντ ορίζει κάτι που είναι απολύτως μοναδικό: ένα δομικό αδιέξοδο που ισχύει για κάθε υποκείμενο. Και πράγματι, όσο πιο μακριά προχωρά η εμπειρία, όσο πιο μεθοδικά και σύμφωνα με τις υποδείξεις του Φρόυντ διεξάγεται, τόσο περισσότερο, κατά τη γνώμη του, πρέπει αυτό το αδιέξοδο να καθίσταται προφανές.
Γνωρίζετε το φροϋδικό όνομα αυτού του αδιεξόδου: Είναι το σύμπλεγμα ευνουχισμού, και ειδικά για τη γυναίκα, το Penisneid – αυτός ο «φθόνος», όπως συνήθως μεταφράζεται, που της είναι, αν τολμήσουμε να πούμε, βιδωμένος στο σώμα. Αυτό το σκόνταμμα δεν είναι, κατά τον Φρόυντ, τυχαίο· εμφανίζεται αναγκαστικά. Είναι ένα αδιέξοδο κατά το νόμο (de jure), όχι απλώς εκ των πραγμάτων (de facto). Η πιο σίγουρη κατεύθυνση της θεραπείας δεν μπορεί παρά να συγκρουστεί κατά πρόσωπο με αυτόν τον βράχο, ο οποίος τελικά αποδεικνύεται σκόπελος.
Η αναλυτική εμπειρία έχει λοιπόν για τον Φρόυντ ένα κλείσιμο, όσο κι αν αυτό ενοχλεί όσους δίνουν αξία μόνο στο «ανοιχτό» της εμπειρίας. «Πρέπει τα ερωτήματα να μένουν ανοιχτά!» λένε. Αυτή η κλειστοφοβία είναι κληρονομιά της φαινομενολογίας, η οποία δεν φαίνεται να είναι σύμφυτη με την ψυχανάλυση.
Υπάρχει εδώ μια ειρωνεία, ένα παράδοξο: η αναλυτική εμπειρία έχει ένα ιδανικό τέλος, διαφορετικό από οποιαδήποτε τυχαία ή άλλη διακοπή, ας πούμε για προσωπικούς λόγους, και αυτό το ιδανικό τέλος είναι η αποτυχία. Η μόνη καταληκτική ρήτρα2 είναι το σύμπλεγμα ευνουχισμού.
Λοιπόν, για να ξαναπιάσουμε τη συζήτηση του Λακάν με τον Φρόυντ — αφού ο Λακάν θεώρησε σκόπιμο να θέσει την παρούσα Συνάντηση σε αυτό το πλαίσιο — είναι φανερό ότι ο Λακάν επιδιώκει να προχωρήσει τις αναλύσεις του πέρα από το σημείο που ο Φρόυντ θεωρούσε ως το μη αναγώγιμο υπόλειμμα, το caput mortuum της εμπειρίας, πέρα από το φροϋδικό πέρας. Γι’ αυτό ο Λακάν μιλάει για το πέρασμα, για διέξοδο εκεί που ο Φρόυντ είχε επισημάνει ένα αδιέξοδο.
Παρ’ όλα αυτά, συμφωνούν στην περατότητα της αναλυτικής εμπειρίας. Όμως η καταληκτική ρήτρα του Λακάν διαφέρει ριζικά από αυτή του Φρόυντ, αφού περιλαμβάνει τη μετατροπή του αναλυόμενου σε αναλυτή, την αλλαγή θέσης από τη μία στην άλλη. Άρα πρόκειται για ένα ζήτημα που ενδιαφέρει όχι μόνο τον αναλυτή, αλλά πρώτα και κύρια τον αναλυόμενο.
Η passe (το πέρασμα) είναι ένας όρος εξαιρετικά πολυσημικός — ανοίξτε το λεξικό για να δείτε πώς παίζει με τα διαφορετικά νοήματα.
Το πέρασμα εισάγει κάτι πέρα από το σύμπλεγμα του ευνουχισμού; Θα ήταν ένας ωραίος τίτλος, αλλά ας μην βιαστούμε. Αντιθέτως, θέλω να δείξω πώς μπορεί να συνδεθεί ο Λακάν με τον Φρόυντ γιατί θέλω να δώσω έμφαση στον φροϋδικό Λακάν και όχι μόνο στον λακανικό Λακάν.
Μη-σχέση
Σε τι, σύμφωνα με τον Φρόυντ, σκόνταψε η εμπειρία; Τι της λείπει; Είναι η ρήτρα που θα έλεγε στον άντρα πώς να είναι άντρας για μια γυναίκα, και στη γυναίκα πώς να είναι γυναίκα για έναν άντρα. Ο Φρόυντ διαπιστώνει ότι αυτή η ρήτρα που περιμένει, απουσιάζει· και για αυτό θέτει ως μη αναγώγιμο το σύμπλεγμα του ευνουχισμού.
Αλλά τι! Τι περιμένει ο Φρόυντ από την εμπειρία; -αν όχι έναν τύπο που να είναι ο τύπος της σεξουαλικής σχέσης. Αυτό ελπίζει, και η απουσία του από το ασυνείδητο τον απελπίζει.
Τι συνέβη μετά τον Φρόυντ; Οι αναλυτές δεν σταμάτησαν να διαμορφώνουν τύπους της σεξουαλικής σχέσης για να λύσουν το ζήτημα του τέλους της ανάλυσης. Τοποθετώντας το τέλος της ανάλυσης στο επίπεδο μιας εφικτής σεξουαλικής σχέσης, οδηγήθηκαν αναγκαστικά να απαλείψουν το σύμπλεγμα του ευνουχισμού — αν μπορώ να το πω έτσι, με τη γόμα του «γεννητικού».
Ο Λακάν, αντίθετα, παραμένει πολύ κοντά στον Φρόυντ όταν διατυπώνει ότι δεν υπάρχει σεξουαλική σχέση. Η διατύπωση αυτή διαφυλάσσει το μη αναγώγιμο αυτού που ο Φρόυντ όριζε ως ευνουχισμό, αλλά υποδεικνύει επίσης ότι το ζήτημα του τέλους της ανάλυσης δεν τοποθετείται στο επίπεδο της σεξουαλικής σχέσης, γιατί αυτή δεν υπάρχει.
Το ζήτημα του τέλους της ανάλυσης δεν λύνεται εάν πρέπει να υπάρχει σεξουαλική σχέση. Μπορεί να λυθεί μόνο μέσα από την απουσία της.
Είναι γεγονός ότι η ψυχανάλυση δεν καθιστά υπαρκτή τη σεξουαλική σχέση. Ο Φρόυντ απελπιζόταν γι’ αυτό. Οι μετα-φροϋδικοί προσπάθησαν να το αντιμετωπίσουν, επινοώντας έναν «γεννητικό» τύπο. Ο Λακάν, όμως, το αποδέχεται. Το τέλος της αναλυτικής διαδικασίας δεν μπορεί να στηρίζεται στην ανάδυση της σεξουαλικής σχέσης. Εξαρτάται μάλλον από την ανάδυση της μη-σχέσης.
Έτσι, το τέλος της ανάλυσης βρίσκει λύση με τρόπο που ως τώρα ήταν αδιανόητος, δηλαδή σε ένα επίπεδο που οι μετα-φροϋδικές θεωρήσεις απορρίπτουν ως προγεννητικό, στο επίπεδο του αντικειμένου. Το αντικείμενο δεν είναι αυτό που εμποδίζει την εμφάνιση της σεξουαλικής σχέσης, όπως ένα σφάλμα οπτικής μπορεί να αφήσει να φανεί. Αντίθετα, το αντικείμενο είναι αυτό που επιπωματίζει τη σχέση που δεν υπάρχει, και της δίνει τη φαντασιακή της συνεκτικότητα.
Επομένως, το τέλος της ανάλυσης, δεδομένου ότι υποθέτει την εμφάνιση μιας απουσίας, εξαρτάται από διάσχιση της φαντασίωσης και από τον αποχωρισμό από το αντικείμενο.
Αυτή η προβληματική είναι αυτή του περάσματος. Όποιες κι αν είναι οι δυσκολίες της εφαρμογής του εντός της αναλυτικής ομάδας, τόσο πιο εμφανείς καθώς στην Φροϋδική Σχολή του Παρισιού προσπάθησαν επίμονα να διαστρεβλωθεί η διαδικασία, το πέρασμα αποτελεί μία από τις μείζονες προόδους στη διδασκαλία του Λακάν. Συνοψίζει τις θεμελιώδεις κατακτήσεις της.
Στο ασυνείδητο υπάρχει ένα σημείο μη-γνώσης: του άντρα για τη γυναίκα και της γυναίκας για τον άντρα. Αυτό μπορεί να ειπωθεί απλά ως εξής: τα δύο φύλα είναι ξένα το ένα προς το άλλο, εξόριστα.
Όμως αυτή η συμμετρική διατύπωση δεν είναι η πιο ακριβής. Γιατί η μη-γνώση που συζητάμε αφορά κυρίως τη γυναίκα. Αν δεν γνωρίζουμε τίποτα για το άλλο φύλο, αυτό οφείλεται πρωτίστως στο ότι δεν γνωρίζουμε τίποτα για τη γυναίκα στο ασυνείδητο. Εξού η γραφή: Άλλο φύλο, για να πούμε ότι είναι απόλυτα Άλλο.
Ο Διογένης και το φανάρι του
Πράγματι, το σημαίνον του άντρα το έχουμε, έχουμε μάλιστα μόνο αυτό. Είναι η διαπίστωση του Φρόυντ — υπάρχει ένα μοναδικό σύμβολο της λίμπιντο, αυτό το σύμβολο είναι αρσενικό· το σημαίνον της γυναίκας, αντίθετα, είναι ένα χαμένο σημαίνον. Ο Λακάν είναι απολύτως φροϋδικός όταν διατυπώνει ότι Η γυναίκα δεν υπάρχει. Ίσως όμως ο Φρόυντ να μην είναι απολύτως φροϋδικός…
Αυτό εξηγεί γιατί το υποκείμενο που τοποθετείται στο αναλυτικό πλαίσιο υπόκειται σε μια δομική υστερία. Δεν συμβαίνει μόνο επειδή νιώθει διαιρεμένο από τις επιδράσεις του σημαίνοντος αλλά και επειδή, θέλοντας και μη, κυνηγά το σημαίνον Της γυναίκας που θα χρειαζόταν για να υπάρξει η σεξουαλική σχέση.
Ο ψυχαναλυτής δεν χρειάζεται να γράψει στην πόρτα του «μηδείς μη αναζητών Τη γυναίκα εισίτω» γιατί αν μπεις, θα την ψάξεις, ακόμα κι αν είσαι γεωμέτρης.3
Η απουσία του σημαίνοντος Της γυναίκας εξηγεί επίσης την ψευδαίσθηση του απείρου που γεννά αυτή η εμπειρία παρόλο που σηματοδοτείται από την περατότητα, αλλά που είναι εμπειρία του λόγου. Η διακριτική δομή της γλώσσας, όπου ένα σημαίνον αποκτά αξία μόνο σε σχέση με ένα άλλο (S1 —► S2), ανοίγει την ομιλία ως τέτοια σε μια επαναληπτικότητα που δεν έχει τέλος.
Προφανώς αν το άλλο σημαίνον, αυτό Της γυναίκας, υπήρχε, μπορούμε να υποθέσουμε ότι το πράγμα θα σταματούσε. Γι’ αυτό ο αναλυόμενος είναι ένας Διογένης με το φανάρι του, αλλά που ψάχνει Τη γυναίκα, όχι έναν άνθρωπο, όχι έναν άντρα— άντρες βρίσκονται πάντα, μπορείς μάλιστα να πάρεις τους μεν για τους δε.
Το πάθος για το συμβολικό δεν έχει άλλη ρίζα. Αν υπάρχει Η επιστήμη είναι επειδή Η γυναίκα δεν υπάρχει. Η γνώση ως τέτοια έρχεται στη θέση της γνώσης του Άλλου φύλου. Αυτή η διατύπωση έχει άμεση εφαρμογή. Για παράδειγμα, σήμερα σε όλες τις εφημερίδες του Καράκας αναρωτιούνται γιατί όλοι παίζουν την πυραμίδα. Λοιπόν, μπορούμε να δώσουμε την επιστημονική απάντηση που επιβάλλεται: όλοι παίζουν την πυραμίδα γιατί Η γυναίκα δεν υπάρχει!
Η σχέση S1 —► S2 συνιστά τη ορθολογική βάση της αυταπάτης της άπειρης ανάλυσης. Ακριβώς επειδή δεν υπάρχει σεξουαλική σχέση μπορεί πάντα να περιμένει κανείς ότι αυτή θα εμφανιστεί αργότερα.
Ότι δεν υπάρχει αποκτά ωστόσο συνεκτικότητα όσο προχωρά η εμπειρία, και ο Λακάν υποστηρίζει ότι το ασυνείδητο το φωνάζει με όλη του τη δύναμη, ότι δεν υπάρχει. Το φροϋδικό πλαίσιο, με κάποιο τρόπο, εκπροσωπεί αυτή την απουσία.
Μια ωραία έκφραση μου έρχεται στο μυαλό για αυτό από τον Quevedo. Μιλάει για νεαρές παρθένες: vestidas de noli me tangere. Ο αναλυτής σίγουρα είναι ντυμένος με noli me tangere, και γι’ αυτό, πιο συχνά απ’ όσο θα ήθελε, η κλίση του αναλυτή, ειδικά της γυναίκας αναλύτριας, είναι να ταυτιστεί με την Κυρία της ιπποτικής αγάπης.
Ερμηνεία
Θα ήθελα τώρα να επιστήσω την προσοχή σας σε ένα σημείο: τι συμβαίνει με την ερμηνεία, στο μέτρο που βασίζεται στο εξής, ότι δηλαδή ένα σημαίνον αποκτά την αξία του μόνο από ένα άλλο; Συνεπάγεται ότι είναι άπειρη. Δεν υπάρχει τύπος για το κλείσιμο της αναλυτικής εμπειρίας. Αυτό ακριβώς ο Φρόυντ το ονόμασε ομφαλό. Επομένως, αν η ερμηνεία λειτουργεί μέσω της ανάδρασης του S2 στο S1, δεν υπάρχει τέλος της ανάλυσης στο επίπεδο της ερμηνείας. Υπάρχει ανάλυση unendlich.
Ας μην ξεχνάμε ότι είναι η θρησκεία που μας μαθαίνει την ερμηνεία. Και επίσης το ερμηνευτικό παραλήρημα.
Παρατηρείται σήμερα στους ψυχαναλυτές, τουλάχιστον σε εκείνους που μιλούν λατινογενείς γλώσσες, μια υπερτίμηση της ερμηνείας ως σημαντικής. Σε αυτή την οδό, η ψυχανάλυση κλίνει προς το ερμηνευτικό παραλήρημα. Υπάρχει μια αφελής πίστη στο ασυνείδητο που είναι απολύτως παρανοϊκή. Ξέρετε τον παλιό ορισμό του Λακάν για την ψυχανάλυση ως κατευθυνόμενη παράνοια. Σε τελική ανάλυση, ποιος θα μπορούσε να κατευθύνει καλύτερα μια παράνοια από έναν παρανοϊκό;
Υπάρχει μια τάση στην ψυχανάλυση που πηγαίνει προς αυτή την κατεύθυνση. Γι’ αυτό ακριβώς ο Λακάν συνιστά τις προκαταρκτικές συνεδρίες κατά την είσοδο στην ανάλυση. Το αναλυτικό στήσιμο, σαν στήσιμο ερμηνείας, ευνοεί σε μεγάλο βαθμό την εμφάνιση της ψύχωσης. Αυτό που στην ψυχιατρική κλινική ονομάζεται «ψυχονοητικός αυτοματισμός», τι άλλο είναι από το «υποτιθέμενο υποκείμενο που ξέρει»; Το υποτιθέμενο υποκείμενο που ξέρει όλα όσα σκέφτομαι… Είχαμε δει στο νοσοκομείο Σαιντ-Αν μια πολύ ωραία περίπτωση χρόνιας ψευδαισθητικής ψύχωσης, συνδεδεμένης με έναν ψυχαναλυτή που θεωρείτο χειριστής της μηχανής επιρροής. Δεν είναι σπάνιο.
Εδώ κριτικάρουμε πολλούς, τη Μέλανι Κλάιν, τους Βορειοαμερικανούς ψυχαναλυτές· ίσως θα μπορούσαμε να κριτικάρουμε λίγο και τον Λακάν, ή μάλλον ορισμένες από τις επιπτώσεις της διδασκαλίας του που ευνοούν τον υπερτονισμό της λειτουργίας της ερμηνείας. Στον ίδιο τον Λακάν δεν υπάρχει καθόλου αυτή η υπερτίμηση, και θα προσέξετε πως είναι τελικά εξαιρετικά διακριτικός για την ερμηνεία. Συχνά περιοριζόταν στο να λέει πως πρέπει να γίνεται σωστά, κάτι που, ομολογουμένως, δεν αποτελεί ιδιαίτερη παρότρυνση.
Η λειτουργία της ερμηνείας βρίσκει ασφαλώς θέση στη δομή που καθιστά τη γλώσσα γλώσσα του Άλλου, αφού είναι ο ακροατής που αποφασίζει για τη σημασία του εκφερόμενου. Όταν τονίζει αυτό το σημείο, ο Λακάν δεν διστάζει να πει πως ο αναλυτής είναι ο κύριος της αλήθειας. Είναι μια φράση του 1953 που δεν επανέλαβε στη συνέχεια, αλλά εξηγεί γιατί η ερμηνεία μπορεί να περιοριστεί σε ένα απλό τονισμό, μια απλή στίξη.
Το να υπάρχει ένας κύριος της αλήθειας μπορεί να βασιστεί στην σημασιακή ανάδραση του S2 στο S1. Με αυτή την έννοια, προσέξτε, το S2 είναι το σημαίνον-κύριος της αλήθειας. Όμως ο αλγόριθμος του ζεύγους των σημαινόντων στηρίζει και το αντίθετο — δεν υπάρχει κύριος της αλήθειας ως σημασίας, επειδή η αλήθεια είναι στο έλεος ενός μεταγενέστερου σημαίνοντος. Η σημασία, από τη φύση της, γλιστράει κατά μήκος της σημαίνουσας αλυσίδας. Η μετωνυμία της εξηγεί το ότι η αλήθεια λέγεται κατά το ήμισυ.
Διαλεκτική της επιθυμίας
Ξέρετε πως ο Λακάν, διαχωρίζοντας το φροϋδικό Wunsch σε αίτημα και επιθυμία, θεωρεί την επιθυμία αποτέλεσμα του σημαίνοντος και την επακόλουθη μετωνυμική σημασία αποτέλεσμα τού για ένα άλλο [σημαίνον]. Εξού και η διανυσματική αναπαράσταση της λειτουργίας της επιθυμίας, που σας είναι οικεία.
Αυτό είναι που ενθουσίασε τους αναγνώστες του Φρόυντ στον Λακάν, γιατί βρήκαν εκεί την έμφαση στην φροϋδική εμπειρία, αυτήν των απαρχών. Η επιθυμία που δεν συλλαμβάνεται, ευμετάβλητη, σαν κουνάβι που διαφεύγει, με μεταμορφώσεις, όντας πάντα λειτουργία κάτι άλλου, πάντα αλλού, τόσο ακατάλυτη όσο και η αλυσίδα που συνεχίζεται, και ταυτόχρονα εύπλαστη από το σημαίνον, υπάκουη και ακατάβλητη, υποταγμένη και ανεξέλεγκτη…
Εκεί ακριβώς πρέπει να αναζητήσουμε το θεμέλιο της μετουσίωσης, της δυνατότητάς της, αν όχι της ευκολίας της. Η επιθυμία είναι φυσικά συγχρονισμένη με το σημαίνον, το φτάνει. Σκεφτείτε μόνο πόσο μεταβάλλονται ανά τους αιώνες οι εικόνες της γυναίκας. Στη δική μας εποχή αλλάζουν μάλιστα και από μήνα σε μήνα. Δεν θα υπήρχε το φαινόμενο της μόδας αν η επιθυμία δεν ήταν έτσι συντονισμένη με το σημαίνον, δηλαδή αρθρωμένη στον Άλλο.
Ο τίτλος του Λακάν «Ανατροπή του υποκειμένου και διαλεκτική της επιθυμίας…» σας είναι οικείος. Σκεφτείτε μόνο πως δεν είναι αυτονόητο ότι η επιθυμία ως σεξουαλική έχει μια διαλεκτική. Ότι η επιθυμία ήταν ακατάλυτη μεν αλλά υποκείμενη σε μεταμορφώσεις, δεν είχε διαφύγει από τον Γιουνγκ, που έδωσε όλη την έμφαση στην φαντασιακή πλευρά — μεταμορφώσεις της λίμπιντο, όπως το ονόμαζε. Ξέρουμε πού τον οδήγησε αυτό, στην αποσεξουαλικοποίησή της. Και αυτό γίνεται κατανοητό, η πλαστικότητα της επιθυμίας είναι η προϋπόθεση της μετουσίωσης.
Τι άλλο συνέβη με τον Λακάν; Γιατί οι φιλόσοφοι, οι λογοτέχνες που διάβασαν τον Λακάν και έμαθαν από αυτόν να αποκρυπτογραφούν τον Φρόυντ, ύμνησαν τόσο πολύ τη μετωνυμία; Ας είμαστε σαφείς: εκεί βρήκαν έναν τρόπο, μέσω του Λακάν, να αποσεξουαλικοποιήσουν την επιθυμία.
Ναι, ο Λακάν θεωρήθηκε ένας νέος Γιουνγκ, ο Γιουνγκ του σημαίνοντος. Όπου κι αν έγινε αισθητή η επιρροή του Λακάν, η διδασκαλία του συρρικνώθηκε στην ανάδειξη του παιχνιδιού των σημαινόντων. Όμως ο Λακάν δεν είναι αυτό, ούτε κατά διάνοια.
Οι ιριδισμοί της επιθυμίας, η ικανότητά της να ξετρυπώνει από παντού, οι μεταμορφώσεις της αλά Φρεγκόλι, οι αρλεκινιάδες της — φυσικά όλα αυτά υπάρχουν στην εμπειρία. Η ανάλυση αφήνει βέβαια στο υποκείμενο, παρά το ότι κινείται πάνω στις ράγες του σημαίνοντος, έναν χώρο περιπλάνησης. Αυτό είναι άλλωστε που δίνει τη χαρά της ερμηνείας — και δεν είναι άραγε σε τελευταία ανάλυση αυτό που πληρώνουμε, η υπεραξία της απόλαυσης, το υπερ-απολαμβάνειν που απελευθερώνει η διαδικασία;
Ωστόσο, ο αναλυτής που θεωρεί πως είναι λακανικός φαντάζεται ότι η ερμηνεία είναι ένα «πάθος του λέγειν», εξυμνεί την ερμηνεία ως ποιητική δημιουργία, συγχέει τον ψυχαναλυτή με τον συγγραφέα και προφητεύει.
Αυτός ο ζήλος επικαλείται τον Λακάν. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε τι από τη διδασκαλία του επιτρέπει αυτή την απόκλιση. Αλλά η θέση ότι το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν γλώσσα δεν συνεπάγεται καθόλου την μονομερή αξιοποίηση του ποιητικού σημαίνοντος και τις πρακτικές συνέπειές του
Σταθερότητα της φαντασίωσης
Προτίθεμαι τώρα να στρίψω το τιμόνι στην αντίθετη κατεύθυνση. Ούτε ο αναλυτής ούτε ο αναλυόμενος οφείλουν να είναι εμπνευσμένοι. Η αναλυτική εμπειρία είναι μια διαδικασία που ακολουθεί μια εξαιρετική τακτικότητα, μια ρουτίνα έχοντας ένα σχεδόν γραφειοκρατικό ύφος, επισημαίνει ο Λακάν. Η επιθυμία αναμφίβολα αστράφτει και γλιστράει. Αλλά, όπως το κουνάβι, συμβαίνει να κάνει κύκλους.
Αυτή η κυκλική κίνηση ονομάζεται φαντασίωση.
Α! Πόσο η θεωρία της φαντασίωσης είναι λιγότερο διασκεδαστική από τη μετωνυμία της επιθυμίας! Ωστόσο, η δεύτερη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την πρώτη, εκτός αν τη αναγάγουμε σε μια άγευστη εξύμνηση μιας παρέκκλισης της γραφής.
Αν το υποκείμενο της επιθυμίας είναι σίγουρα νομάς, είναι ωστόσο προσκολλημένο σε ένα σταθερό σημείο, σε ένα πασσαλάκι γύρω από το οποίο παρασύρεται, αλλά κυκλικά. Είναι το «μικρό κατσικάκι του κυρίου Σεγκέν».
Πρόκειται εδώ για μια διάσταση της αναλυτικής εμπειρίας, η φαινομενολογία της οποίας είναι σίγουρα διαφορετική από αυτή της μετωνυμίας. Εκεί αφηνόμαστε στη νομαδική παρέκκλιση του υποκειμένου. Εδώ υπογραμμίζουμε την καθήλωσή του.
Θυμηθείτε ότι το S1–S2 σημαίνει πως το υποκείμενο δεν μπορεί να βρει στο σημαίνον έναν δικό του προσδιορισμό, έναν απόλυτο εκπρόσωπο, μια σίγουρη ταυτότητα. Το υποκείμενο του ασυνειδήτου δεν έχει όνομα στον Άλλο του σημαίνοντος.
Αυτό που σταματά το υποκείμενο και το σταθεροποιεί είναι το αντικείμενο. Η υποκειμενική βεβαιότητα βρίσκεται πάντα στο επίπεδο του αντικειμένου. Αντίθετα από το σημαίνον που ενθουσιάζει τους πάντες, το αντικείμενο δεν είναι αντικαταστάσιμο, δεν εκπροσωπεί τίποτε για κάποιον άλλον, δεν γλιστρά. Ρυθμίζει την επιθυμία, την υποστηρίζει, της δίνει τη συνεκτικότητά της. Μπορούμε να πούμε ότι το αντικείμενο είναι το θεμέλιο της απατηλής ενότητας του υποκειμένου. Αν ψάχνουμε τα θεμέλια του εγώ, τα βρίσκουμε στη φαντασίωση, καθώς αυτή είναι η λειτουργία που συντονίζει το νομαδικό υποκείμενο της επιθυμίας με το αντικείμενο που το σταθεροποιεί.
Μιλώντας, το υποκείμενο βιώνει την αποστέρηση του εαυτού, το υπό έλλειψη είναι του (S/), ιδίως την έλλειψη εκπροσώπησης από ένα σημαίνον. Αντίθετα, στη φαντασίωση το υποκείμενο αποκτά πρόσβαση σε αυτό που το σημαίνον του παραχωρεί να είναι.
Εξού και η παράδοξη δομή της φαντασίωσης, που συντονίζει δύο ετερόκλητα στοιχεία — και η αναφορά του Λακάν στην τοπολογία του cross-cap για να το αποδώσει (το cross-cap αποτελείται από ένα κομμάτι σφαίρας και μια λωρίδα του Moebius). Το υποκείμενο του σημαίνοντος είναι πάντα εκτοπισμένο και στερείται είναι. Είναι μόνο παρόν μέσα στο αντικείμενο που ντύνεται με τη φαντασίωση. Το ψευδο-Dasein του υποκειμένου είναι το αντικείμενο, που αποκαλείται α.
Ελπίζω να σας βοήθησα να καταλάβετε γιατί, σύμφωνα με τον Λακάν, το τέλος της ανάλυσης παίζεται στο επίπεδο της φαντασίωσης και αφορά ειδικά τη λειτουργία του αντικειμένου α. Η «passe» είναι το όνομα που δίνει στην αποσύνδεση που λαμβάνει χώρα κατά την αναλυτική εμπειρία ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο, δηλαδή τη ρήξη ή, διάσχιση, της φαντασίωσης.
Η βασική δομή της φαντασίωσης δεν είναι η δομή των μορφωμάτων του ασυνειδήτου. Ενώ ο αναλυτικός λόγος υποστηρίζεται από τη δεύτερη, αναδεικνύει την πρώτη — και αποτελείται από την άρθρωση αυτών των δύο ζευγών: S1–S2 και S/–α.
Όταν η δήθεν «επιρροή του Λακάν» μεταφράζεται σε μονομερή ανάδειξη του «παιχνιδιού των σημαινόντων», έχει ως αποτέλεσμα τον πλήρη αποπροσανατολισμό της αναλυτικής εμπειρίας.
Η εμπειρία εξιδανικεύεται όταν αποσιωπούμε τη λειτουργία της επανάληψης της φαντασίωσης, την αδράνεια που εξασφαλίζει στην επιθυμία, το βάλτωμα που επιφέρει στη μετωνυμία της, το ύφος της στασιμότητας, έναν αέρα από ξαναειπωμένα λόγια που φυσάει στο μεγαλύτερο μέρος της εμπειρίας.
Όμως, με έναν παράδοξο τρόπο, ο ενθουσιασμός, ακόμα και η ψευδο-μανιακή έξαρση που προκαλεί η ίδια η διαδικασία της passe, συχνά ενίσχυσε αυτή την εξιδανίκευση σε εκείνους που θα έπρεπε να είναι οι πλέον κατάλληλοι να την αναχαιτίσουν.
Η διάσχιση (υπέρβαση) της φαντασίωσης δίνει ασφαλώς φτερά, αλλά να που μερικοί γίνονται άλμπατρος και άλλοι τα περιστέρια του Πλάτωνα!
Μετάφραση: Άννα Πίγκου, Νασία Λινάρδου
*[1] Miller, Jacques-Alain, « D’un autre Lacan », στο Comment finissent les analyses, Navarin éditeur, Paris 2022, pp. 30-39.
[2] Ο πρωτότυπος τίτλος της διάλεξης του ΖΑΜ στο Καράκας ήταν «Clâusulas de clausura de la experiencia analitica».
[3] «Μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω» ήταν η επιγραφή στην είσοδο της Ακαδημίας του Πλάτωνα.

