Γεώργιος Βιζυηνός: σε σκαμνί ποιητικό

Μαρία Μπαλοπούλου

Το κείμενο εκφωνήθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου του Γιάννη Γραμματόπουλου “Εις τας Αθήνας εφάνη παράξενος τύπος” που διοργανώθηκε στο βιβλιοπωλείο Literature House σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Εκκρεμές στις 11 Νοεμβρίου 2022.

 

«Ήρθεν ένας από τόπο
βάρβαρο και θρακικό
και θρονιάστηκε με τρόπο
σε σκαμνί ποιητικό .»

«Το συμβούλιον των γραμματέων», Ατθίδες αύραι

 

Αν η λογοτεχνία στις λαμπρές της ώρες προσφέρει σε όσους την αγαπούν το βίωμα της πραγματωμένης ουτοπίας, τα συγκεκριμένα έργα της που λειτουργούν ως οχήματα μοιάζουν μερικές φορές σχεδόν αχειροποίητα. Τα διηγήματα του Γ. Βιζυηνού – τουλάχιστον τα τέσσερα από αυτά – γεννούν αυτή την αίσθηση. Είναι τόσο πλούσιοι, σχεδόν πλήρεις, κόσμοι που νομίζεις ότι υπήρχαν από πάντα και δεν γράφθηκαν, δεν πραγματώθηκαν, δεν αποσπάσθηκαν από το χάος μια ιστορική στιγμή και χάρη σε ένα συγκεκριμένο ανθρώπινο πλάσμα. Φυσικά πρόκειται για ρομαντικό  φενακισμό. Η ιστορική αυτή στιγμή υπήρξε και το έργο έγινε δυνατό, ενώ τίποτα και κανένας δεν το είχε προβλέψει, τίποτα και κανένας δεν θα μπορούσε να το είχε εγγυηθεί. Το βιβλίο « Εις τας Αθήνας εφάνη παράξενος τύπος» του Γιάννη Γραμματόπουλου έρχεται να μιλήσει ακριβώς για αυτό, έρχεται να αφηγηθεί την ιστορία της ανάδυσης ενός υποκειμένου που δημιουργεί τον εαυτό του και παίρνει την θέση του στην γραμμή που λέγεται Νεοελληνική Λογοτεχνία. Με αναλυτικά εργαλεία, προσεκτικά επιλεγμένα από την λακανική θεωρία, παρακολουθεί τον Γ. Βιζυηνό από τα πρώτα του χρόνια, όταν δεν ήταν παρά ο μικρός Γιωργής της Μιχαλιέσας από την Βιζώ της Ανατολικής Θράκης μέχρι την ώρα της κατάρρευσης που σήμανε το τέλος του έργου και λίγο αργότερα του κύκλου της ζωής. Ο κ. Γραμματόπουλος αξιοποιώντας το ίδιο το οιονεί αυτοβιογραφικό έργο, αλλά και μαρτυρίες και στοιχεία από το βίο του δημιουργού μελετά με σεβασμό και ευαισθησία, δίχως όμως διάθεση μυθοποιητική την περίπτωση Βιζυηνού, την περίπτωση ενός συγγραφέα που όχι μόνο ανήκει σήμερα ξεκάθαρα στο λογοτεχνικό κανόνα, αλλά  φέρει και τον τίτλο του πατέρα του νεοελληνικού διηγήματος στα τέλη του 19ου αιώνα, σύμφωνα με τον απολογισμό του Λίνου Πολίτη, του Παναγιώτη Μουλλά και άλλων έγκριτων φιλολόγων.

Πράγματι, το διήγημα του Βιζυηνού «Το αμάρτημα της μητρός μου»  δημοσιευμένο πρώτα στη Nouvelle Revue του Παρισιού και λίγες μέρες αργότερα στο Αθηναϊκό περιοδικό Εστία (Απρίλιος 1883) εγκαινιάζει την πολυαναμενόμενη ακμή του νεοελληνικού διηγήματος. Στους επόμενους 15 μήνες θα δημοσιευτούν άλλα τέσσερα  διηγήματα, ενώ το 1895, και όσο ο συγγραφέας του παραμένει έγκλειστος στο Δρομοκαΐτειο Ίδρυμα, θα δει το φως της δημοσιότητας ο «Μοσκώβ – Σελήμ». Τα διηγήματα αυτά εντάσσονται κατά κανόνα στο είδος της Ηθογραφίας,  αν και το σάλπισμα για το ηθογραφικό «ελληνικόν» διήγημα δόθηκε με τη μορφή ενός διαγωνισμού από το λαογράφο Νικόλαο Πολίτη μερικές μέρες μετά τη δημοσίευση  του Αμαρτήματος. Θα έλεγε κανείς ότι ο διηγηματογράφος Βιζυηνός είχε ήδη φτάσει εκεί που ο Πολίτης και άλλοι λόγιοι της Αθήνας προσδοκούσαν να οδηγήσουν, με τις πατερναλιστικές είναι αλήθεια κατευθύνσεις τους, τον ελληνικό λόγο, είχε ήδη φτάσει και είχε ήδη υπερβεί το στενό πλαίσιο του ηθογραφισμού. Στα διηγήματά του ασφαλώς αναγνωρίζουμε το χρώμα του καταγωγικού τόπου σύμφωνα με τις λαογραφικές αναζητήσεις της εποχής , πόσο όμως μακριά πηγαίνουν τα έργα αυτά από τις προγραμματικές επιδιώξεις που οραματιζόταν ο  Πολίτης για την εθνική λογοτεχνία! Ταυτόχρονα, τα έργα αυτά εντάσσονται στο κυρίαρχο πια στην Ευρώπη ρεύμα του Ρεαλισμού που διαδέχεται τον εκπνέοντα Ρομαντισμό  και φυσικά δανείζονται από εκεί όλο το οπλοστάσιο των αφηγηματικών μεθόδων που επιδιώκουν να στήσουν την ψευδαίσθηση του ντοκουμέντου, της αληθοφάνειας. Αλλά και πάλι, τι ιδιότυπος που είναι ο ρεαλισμός του Βιζυηνού, όπως σημειώνει ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος, πόσο δοκιμάζονται τα όρια της ρεαλιστικής αφήγησης, κάθε αφήγησης εν γένει, καθώς διεμβολίζονται από την ψυχογράφηση των χαρακτήρων με τέτοιο τρόπο, ώστε  τα διηγήματα να μετατρέπονται σε τραγικές καταβυθίσεις στα σκιερά σπήλαια της ανθρώπινης αυταπάτης! Μπαίνει κανείς στον πειρασμό να διερωτηθεί πόση ιστορία εντέλει, πόση ηθογραφία και πόσος ρεαλισμός απομένει στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής.

Αλλά ας αφήσουμε αυτές τις απορίες για άλλους αρμοδιότερους και ας  αντισταθούμε κι εμείς,  όπως το κάνει εύστοχα ο κ. Γραμματόπουλος στο βιβλίο του, ας αντισταθούμε στην συχνή άλλωστε μυθολόγηση και ρομαντικοποίηση  πτυχών του έργου και του βίου του Γ. Βιζυηνού. Ας  πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά και ας εξετάσουμε από την πλευρά της ιστορίας της λογοτεχνίας ποια ήταν η κατάσταση των ελληνικών γραμμάτων όταν εμφανίστηκε ο Βιζυηνός και πώς έφτασε, στην κορύφωση του έργου του. 

Αν και καταγόταν από φτωχή και άσημη οικογένεια, αν και προοριζόταν «να ράψει» και όχι να γράψει, ο Βιζυηνός κατόρθωσε πρώτα-πρώτα ως έφηβος να σπουδάσει σε καλά σχολεία στην Πόλη, την Λευκωσία, την Αθήνα. Το πιθανότερο ήταν πως δε θα είχε κατορθώσει να ικανοποιήσει τη ροπή που θα πρέπει να ένιωθε από μικρός προς τα γράμματα, αν δεν επωφελείτο από την αρκετά διαδεδομένη συνήθεια του μαικηνισμού που ανθούσε στους κύκλους των εύπορων εμπόρων και ιερωμένων του Φαναρίου. Οι άνθρωποι αυτοί για αρκετά χρόνια του προσέφεραν όλο εκείνο το οικονομικό, κοινωνικό, πολιτισμικό και ιδεολογικό κεφάλαιο προκειμένου να σταθεί στη ζωή όπως ονειρευόταν, ως ποιητής και λόγιος. Ήδη στα μαθητικά του χρόνια γράφει τα πρώτα του ποιήματα κάτω από την επίδραση του καθηγητή του στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης,  Ηλία Τανταλίδη, ποιητή επίσης. Μάλιστα πολύ νωρίς, τον Απρίλιο του 1873, τυπώνεται η πρώτη του ποιητική συλλογή «Ποιητικά Πρωτόλεια». Είναι 24 ετών. Την επόμενη χρονιά γράφει το πολύστιχο ποίημα «Ο Κόδρος» και συμμετέχει για τέσσερις συνεχείς χρονιές στο λεγόμενο «Βουτσιναίο» ποιητικό διαγωνισμό, αποσπώντας δύο φορές το βραβείο («Κόδρος» και «Βοσπορίδες Αύραι»). Αποφοιτά μεγάλος από το Β Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών και γράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή. Απογοητευμένος από το επίπεδο σπουδών εκεί, αποσπά την οικονομική υποστήριξη του Θρακιώτη Γ. Ζαρίφη προκειμένου να σπουδάσει στη Γερμανία στοιχεία φιλοσοφίας, παιδαγωγικής, αισθητικής και ψυχολογίας. Ζει στην Ευρώπη το διάστημα 1875-1884. Στη Γερμανία αλλά και στο Λονδίνο και το Παρίσι είναι σε επαφή με κύκλους ομογενών και λογίων, γράφει και δημοσιεύει και άλλες ποιητικές συλλογές, εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή, έρχεται σε επαφή με σχολές, ιδέες και ρεύματα της επιστήμης και των γραμμάτων. Μολονότι επισκέπτεται συχνά τον τόπο του αλλά και την Αθήνα, φροντίζοντας να μένει σε επαφή με πρόσωπα και πράγματα, δεν επιστρέφει οριστικά παρά το έτος 1884 μετά τον θάνατο του πιο γενναιόδωρου προστάτη του, Ζαρίφη. Ακριβώς την περίοδο εκείνη τυπώνονται και τα πέντε από τα έξι του διηγήματα. 

Αν και σήμερα τον συνδέουμε σχεδόν αποκλειστικά με αυτά τα διηγήματα, η αλήθεια είναι ότι, όπως είπαμε, ο Βιζυηνός και μπήκε στα γράμματα ως ποιητής και υπήρξε συνεχώς και ιδιαίτερα παραγωγικός, αλλά και ιδιαίτερα δραστήριος στη δημόσια υποστήριξη και διάδοση του ποιητικού έργου του. Διαμόρφωσε βέβαια τις  πρώτες του ποιητικές εργασίες μέσα στο φαναριώτικο περιβάλλον, πράγμα που εξηγεί και την αρχαϊκή σε γενικές γραμμές γλώσσα τους και τη μίμηση των στιχουργικών μοντέλων των Φαναριωτών ποιητών.

Έχει συζητηθεί αρκετά η δυσμενής αντιμετώπιση του Βιζυηνού από τους Αθηναϊκούς λογοτεχνικούς κύκλους ιδιαίτερα κατά τα χρόνια της συμμετοχής και διάκρισής του στους Βουτσιναίους  διαγωνισμούς. Πράγματι καταγράφονται στα περιοδικά και τις εφημερίδες της εποχής πλήθος επικριτικά για το ποιητικό του έργο σχόλια, παρωδίες και σάτιρες, αλλά όχι μόνο για αυτό. Οι δηκτικές πένες δε διστάζουν να καταγράψουν μια συνολικότερη απόρριψη της προσωπικότητας του νεαρού άρτι αφιχθέντος από τα καλά σχολεία της Ανατολής. Το ντύσιμό του, το μουστάκι του, η μελαχρινάδα του, η φωνή του, ο εξεζητημένος τρόπος απαγγελίας του, η επιδεικτική χειρονομία του, όλη του η ύπαρξη εντέλει ξενίζει, παραξενεύει, προσλαμβάνεται ως ανοίκεια, αλλόκοτη, άτοπη. Για να κατανοήσουμε κάπως τη δυσφορία απέναντι στην διαφορά του , θα ήταν χρήσιμο ίσως  να δούμε τι συμβολοποιούσε στα μάτια «του Αθηναϊκού Άλλου», όπως μας λέει ο κ. Γραμματόπουλος, ο νεαρός ποιητής. Γιατί το θέμα συνδέεται με μια σειρά ιδεολογικών, ταξικών και προσωπικών αντιπαραθέσεων που σφραγίζουν τα πράγματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας στα τέλη του 19ου αιώνα. 

Ας θυμηθούμε εν προκειμένω ότι όλα αυτά διαδραματίζονται στο νεόκοπο ελληνικό βασίλειο στο τέλος της πρώτης 50ετίας της  ζωής του. Στο διάστημα 1830- 1880 το μικρό κράτος της Νότιας Βαλκανικής που έγινε δυνατό να αποσπασθεί από την Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν συνιστά παρά ένα μικρό μέρος του Μείζονος Ελληνισμού που κατοικεί στα αλύτρωτα ακόμα εδάφη. Αν και αρκετοί ετερόχθονες Έλληνες ήρθαν να πολεμήσουν στην Ελληνική επανάσταση ή να εγκατασταθούν αργότερα στα απελευθερωμένα εδάφη, ο μεγάλος όγκος της εύπορης και δραστήριας σε εφοπλιστικούς, τραπεζικούς, βιομηχανικούς  χώρους ομογένειας  ζει και πλουτίζει στην Κωνσταντινούπολη, στην Σμύρνη, στην Αλεξάνδρεια, στο Λονδίνο, στις αγορές του κόσμου. Ο κοσμοπολιτισμός των κοινωνικών αυτών ομάδων βρίσκεται έτσι στον αντίποδα της ανερχόμενης κυρίαρχης Μεγάλης Ιδέας που οραματίζεται την ενσωμάτωση των αλύτρωτων εδαφών στον εθνικό κορμό και τη δημιουργία ενός κραταιού έθνους – κράτους. 

Για την ώρα, βέβαια, τα σύνορα της μικρής χώρας δεν περιλαμβάνουν ούτε τη Θεσσαλία, οι πόροι του είναι ελάχιστοι και οι υποδομές του ανύπαρκτες. Από την άλλη ακριβώς για αυτό ο νέος τόπος προσφέρει κάποιες ευκαιρίες για γρήγορο και εύκολο πλουτισμό και ακριβώς αυτή τη χρήση του επιφυλάσσουν  περί την δεκαετία του 1870 ευκαιριακοί επενδυτές της διασποράς, οι οποίοι – όπως τους χρεώνουν – όχι μόνο δεν επιτελούν το εθνικό τους χρέος απέναντι στην μικρή και άπορη πατρίδα, αλλά την εκμεταλλεύονται κιόλας με τον καιροσκοπικό τρόπο των ξένων. «Χρυσοκάνθαρους» αποκάλεσαν τους πλούσιους αυτούς ομογενείς και «νεοφαναριώτες», όσοι τους επιτίμησαν για το ότι έθεσαν πάνω από το εθνικό καλό το επιχειρηματικό τους συμφέρον φροντίζοντας βέβαια να μεταμφιέζουν τις προθέσεις τους πίσω από χορηγίες και ευεργετισμούς. Η περίπτωση του Ανδρέα Συγγρού είναι χαρακτηριστική και το σκάνδαλο των Λαυρεωτικών, που σχετίζεται με το όνομά του, βρίσκεται στην κορύφωσή του ακριβώς την περίοδο που εξετάζουμε.

Αλλά όχι μόνο στο επιχειρηματικό πεδίο, αλλά και στα λογοτεχνικά πράγματα οι Φαναριώτες διαμορφώνουν την κυρίαρχη κατά την πρώτη 50ετία Ρομαντική σχολή των Αθηνών, που διέπεται μάλιστα από άμετρη αρχαιολατρία. Ο Αλέξανδρος – Ρίζος Ραγκαβής, ο  Αλέξανδρος και Παναγιώτης Σούτσος, ο Ιάκωβος – Ρίζος  Νερουλός κυριαρχούν στην ποίηση της εποχής, που, καταργώντας τις κατακτήσεις των δημοτικιστών Επτανησίων, χρησιμοποιεί την καθαρεύουσα και επιδιώκει μέσω αυτής «την λύτρωση του έθνους από την βαρβαρότητα αιώνων». Το κράτος άλλωστε επιβάλλει παντού την ενιαία γλώσσα της διοίκησης και των θεσμών συμπιέζοντας τις διαλέκτους. Η ποίηση και οι ποιητές βρίσκονται έτσι στο επίκεντρο μιας σειράς πολλαπλών κοινωνικών, πνευματικών, ιδεολογικών, γλωσσικών και αισθητικών αναζητήσεων και αναστατώσεων που αφορούν τις προσπάθειες του νέου κράτους να προσδιορίσει την ταυτότητά του, τις σχέσεις του με το παρελθόν, το παρόν, τη Δύση, την Ανατολή. Ο ποιητής σε αυτό το πλαίσιο πολύ περισσότερο από το να πασχίζει να εκφραστεί, όπως μάλλον είναι το διακύβευμα σήμερα, έχει μια σαφώς κοινωνική λειτουργία, είναι εξωστρεφής, ενώ γίνεται και ιδιαίτερα ορατός στο δημόσιο χώρο – τουλάχιστον στον μικρόκοσμο της πρωτεύουσας. Στο πλαίσιο αυτό ένας έμπορος της Τεργέστης αρχικά, ο Αμβρόσιος Ράλλης,  και 10 χρόνια αργότερα ένας άλλος έμπορος από την Οδησσό, ο Ιωάννης Βουτσινάς, αναθέτουν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών την διεξαγωγή ποιητικών διαγωνισμών και αναλαμβάνουν την χρηματοδότησή τους. Από το 1851 ως το 1877 η ποίηση συνδέεται στενά με θεσμούς και συγκεκριμένες ιδεολογικές ανάγκες.

Από την αρχή της λειτουργίας τους, οι Ράλλειοι και Βουτσιναίοι ποιητικοί διαγωνισμοί σφραγίστηκαν από πολλά επεισόδια. Αιτία δεν είναι μόνο οι προσωπικοί ανταγωνισμοί των υποψηφίων ή οι δυσαρέσκειες των απορριφθέντων. Λειτούργησαν κιόλας ως πεδία έκφρασης νεανικής αντίδρασης και διάθεσης ανατροπής που εκφράστηκε είτε μέσω της ελευθερόστομης σάτιρας θεσμών και προσώπων είτε μέσω της επιλογής αιρετικών και προκλητικών θεματολογιών. 

Οι σφοδρές επιθέσεις εναντίον του βραβευμένου στους Βουτσιναίους διαγωνισμούς Βιζυηνού θα πρέπει λοιπόν να ενταχθούν σε αυτό το συγκείμενο. Βέβαια στο διάστημα 1873- 1877 όπου καταγράφεται η συμμετοχή του οι διαγωνισμοί αυτοί είχαν ουσιαστικά απαξιωθεί και άρα η επίθεση των κριτικών στους νικητές ισοδυναμεί με μια επίθεση στον ίδιο τον αχρείαστο πια θεσμό. Οι τρόποι βέβαια της πολεμικής αποτυπώνουν το είδος της δυσφορίας που προκαλούσε ο ξενομερίτης και μάλιστα Τουρκομερίτης ιδιόρρυθμος νέος στους συναδέλφους του. Στην ξιπασμένη πρωτεύουσα του νέου ελληνικού βασιλείου που πολύ γρήγορα ξέχασε το οθωμανικό χωριό που ήταν και η οποία έχει ήδη συγκροτήσει το ναρκισσιστικό της είδωλο μέσω αφενός της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς και αφετέρου του εξευρωπαϊσμένου νέου τρόπου ζωής, ο ομογενής που έρχεται από τα μέρη της Θράκης, της Κωνσταντινούπολης, της Κύπρου και που φέρει πάνω του, στην ενδυμασία του, στην προφορά, στην χειρονομία, το στίγμα της Ανατολίτικης καταγωγής, τίθεται ανηλεώς στο στόχαστρο. Η Αθηναϊκή κοινωνία δε χάριζε κάστανα και ασφαλώς όχι σε κείνον που δεν ήταν ένας απλός Ανατολίτης, αλλά προστατευόμενος του πάμπλουτου Κωνσταντινουπολίτη  τραπεζίτη  Ζαρίφη και που ως εκ τούτου δεν χρειαζόταν να αγωνιά για τίποτα, αλλά είχε την πολυτέλεια να φοιτά ακόμα στα σχολεία, να περιφέρεται επιδεικνύοντας τα ποιητικά του επιτεύγματα, να νικά (λόγω των διασυνδέσεών του, όπως ρητά του καταμαρτυρούν) στους διαγωνισμούς και να τυπώνει τα έργα του σε πολυτελείς εκδόσεις. Εξάλλου η συγκεκριμένη ιστορική στιγμή έχει αναζωπυρώσει στην Αθήνα το μίσος εναντίον των χρυσοκάνθαρων νεοφαναριωτών, όπως είπαμε, και άρα ο Βιζυηνός εισπράττει σε μεγάλο βαθμό μια γενικότερη δυσφορία που δεν αφορά μόνο τον ίδιο  ως υποκείμενο και τον τρόπο που επιδιώκει να εδραιωθεί, αλλά και τις ταυτότητες της καταγωγής και του γεωγραφικού, πολιτισμικού και οικονομικού περιβάλλοντος που τον στηρίζει. Θα λέγαμε ότι το συμβολικό κεφάλαιο χάρη στο οποίο  διευκολύνεται να παρουσιαστεί στην Αθήνα, το κέντρο μοιραία των γραμμάτων, και να διεκδικήσει την θέση που επιδίωκε, λειτουργεί ταυτόχρονα ως μηχανισμός προσκομμάτων, τα οποία καλείται να υπερκεράσει.

Ειδικά το πολύστιχο ποίημα του «Ο Κόδρος», που υμνεί σε αρχαϊζουσα γλώσσα, με τους τρόπους δηλαδή του φαναριώτικου λογιωτατισμού, τον ηρωικό θάνατο του τελευταίου βασιλιά της αρχαίας Αθήνας, χλευάστηκε ανελέητα. Ο Σουρής τον παρώδησε ως «Κορόιδο», ενώ ένας νεαρός δημοσιογράφος της εφημερίδας Νεολόγος γελοιοποιεί τον Βιζυηνό χαρακτηρίζοντας το ποίημα «άραις μάραις κουκουνάραις ». Η φράση βέβαια αναπαράχθηκε προκαλώντας άφθονο γέλιο και χλεύη με τρόπο που πολλά μας θυμίζει για το σύγχρονο τρόπο λειτουργίας των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Είναι σαφές ότι η πολεμική αυτή πλήγωσε τον 25χρονο ποιητή μας, όπως δείχνει άλλωστε το γεγονός ότι το αυτοαναφορικό θέμα της εξόντωσης του νέου ποιητή από την κακόβουλη κριτική επανέρχεται με σκωπτικό τόνο σε αρκετά ποιήματά του έκτοτε. Απολαυστικό ανάμεσά τους είναι το ποίημα «Η κυρά η Κριτική» που πολύ εύστοχα ανθολογεί ο κ. Γραμματόπουλος. 

Ἡ κυρὰ ἡ Κριτική,
ποῦ, μὲ λύχνο δίχως φέξη,
πασπατεύ’ ἐδὼ κ’ ἐκεῖ
ναὕρῃ κἄτι νὰ τὸ ψέξῃ.

[…]

Κ’ εἶχε ’μάτια, γυριστὰ
τὸ καθένα’ σὲ μιὰ κώχη·
κ’ ἔβλεπε παντοῦ σωστά,
μόνον ἐμπροστά της ὄχι.

Ωστόσο ,αν και παρουσιάζεται πληγωμένος, όχι μόνο δεν πτοείται, όχι μόνο δεν κρύβεται, μα σίγουρος για την αξία του και αποφασισμένος στη διεκδίκησή του «να καθίση σε σκαμνί ποιητικό» (ή αλλιώς στο λακανικό βάθρο), αντιδρά κιόλας με τολμηρό και ευφάνταστο τρόπο. Επιστρέφοντας τη διακωμώδηση στους αποστολείς της επιγράφει την νέα συμμετοχή του στο διαγωνισμό «Άραις μάραις κουκουνάραις»! Έχει ήδη δε, φροντίσει να διεκδικήσει και να εξασφαλίσει εκλεκτές σπουδές στα πανεπιστήμια της  Γερμανίας. Μετά τις σπουδές εκεί περνά κάποιους μήνες στο Παρίσι και στο Λονδίνο.  Πρόκειται για την Ευρωπαϊκή φάση της ζωής του που διαρκεί σχεδόν 10 χρόνια (1875-1884) και που αποδεικνύεται σίγουρα καταλυτική  για το έργο του. Στην Ευρώπη κατορθώνει να απεκδυθεί το ξένο ρούχο που ως τότε φορούσε, να ξεφύγει από τη φαναριώτικη μίμηση που μάλλον εύστοχα, αν και επιθετικά, του είχε επισημάνει η κριτική ότι τον οδηγεί σε ρηχές, απλοϊκές και επίπεδες ποιητικές φόρμες και να πλησιάσει περισσότερο στη δυνατότητα αποτύπωσης του προσωπικού του αισθήματος και ιδιώματος. Πόσο συγκινητική είναι αυτή ακριβώς η στιγμή όπου το έργο αναδύεται ως δυνάμενο να γραφτεί. 

Προς την κατεύθυνση αυτή έχει σημειωθεί ότι υποστηρίχθηκε αρχικά από την ανάγνωση Γερμανών λογοτεχνών, όπως ο Goethe, ο Schiller, ο Heine ή ο λιγότερο γνωστός σε εμάς Ρομαντικός ποιητής και δημοκράτης Ludwich Uhland. Μέσω αυτών αλλά και της κυρίαρχης την εποχή εκείνη λαογραφικής τάσης, ανακαλύπτει την αξία των τραγουδιών του λαού και αρχίζει να συνθέτει μπαλάντες ή «βαλλίσματα», όπως τα αποκαλεί, αφηγηματικά παραδοσιακά τραγούδια με δραματική κορύφωση, για τα οποία αργότερα κατέθεσε και μια ενδιαφέρουσα φιλολογική μελέτη. Θα λέγαμε δηλαδή ότι οι ακαδημαϊκοί δρόμοι οδήγησαν το Βιζυηνό να ξεκαθαρίσει  τη στάση του απέναντι τόσο στη λαϊκή παράδοση και τη λογοτεχνική αξιοποίησή της όσο και στη λαϊκή  γλώσσα. Θα πρέπει σταδιακά να του γίνεται ξεκάθαρο γιατί… η μηλιά δεν μπορεί να γίνει μηλέα. Και προφανώς κάτι τέτοιο είναι εξόχως σημαντικό, γιατί τον επανασυνδέει ως λογοτέχνη με την πραγματική φωνή των τόπων και των προσώπων των παιδικών του χρόνων καθιστώντας δυνατή  πια την εξόρυξη του πιο πολύτιμου μετάλλου από το κοίτασμα αυτό. Το είδος αυτό των ποιημάτων που τα αποκαλεί «βαλλίσματα»,  διαμόρφωναν μια ατμόσφαιρα που θα πρέπει πράγματι να αναγνωρίστηκε από το Βιζυηνό ως εκείνη ακριβώς που συντονίζεται  με τις βαθύτερες εκφραστικές του ανάγκες. Όσα γράφει ο ίδιος και σταχυολογεί ο Παναγιώτης Μουλλάς σε σχετική με τις μπαλάντες αρθρογραφία  δεν αφήνουν περιθώρια παραγνώρισης: «Εν Γερμανία το Βαλλιστικόν άσμα […] προσέλαβε εμφάνισιν και δράσιν φαντασιωδών όντων οποία είναι οι βρυκόλακες, οι καλλικάντζαροι, αι νεράιδες και άλλα της εθνικής φαντασίας πλάσματα, των οποίων η αγρία και κακοποιός φύσις προσέδωκεν […] εν γένει τραγικόν χαρακτήρα. Επιτέλους, το εγχείρημα φαίνεται θελκτικό, να δημιουργείς στην ποίηση θλιβεράν ως επί το πλείστον κατάστασιν από της μελαγχολίας ως της φρικιάσεως εξικνουμένην, διαλέγοντας ως υπόθεση πλαστόν ή πραγματικόν τι συμβάν, η βραχυλόγος του οποίου αφήγησις, σκιαγραφικώς και ως εν ονείρω υποτυπουμένη, αιχμαλωτίζει την φαντασίαν δια του δεσπόζοντος εν αυτω πάθος.» Είναι σαφές ότι εδώ ανοίγει ένας δρόμος που εύκολα πια οδηγεί στην κορύφωση των διηγημάτων. 

Ταυτόχρονα οι ίδιες οι σπουδές του τον έφεραν στο επίκεντρο των αναζητήσεων στους χώρους της νεοεμφανιζόμενης ψυχολογίας, όπως δείχνει καλά και το διήγημα «Αι συνέπειαι της  παλαιάς ιστορίας». Αν σε αυτά προσθέσουμε το ασταμάτητο ενδιαφέρον για την παιδική ηλικία, που έχει ήδη εκδηλωθεί και από την παρουσία του παιδιού στην ποίησή του και από την επιλογή του θέματος της πρώτης διδακτορικής του διατριβής, θα έχουμε πια, αν και διάσπαρτα ακόμα, όλα εκείνα τα κομμάτια που δεν αναμένουν παρά την στιγμή της σύρραψης. 

Η στιγμή αυτή έρχεται στο Λονδίνο, όταν με την παρότρυνση, όπως έχει λεχθεί, του λόγιου εμπόρου Δημητρίου Βικέλα, συγγραφέα του μυθιστορήματος «Λουκής Λάρας», αφήνει για λίγο την ποίηση και κατορθώνει σε σύντομο χρονικό διάστημα 

«να ράψη τα νυφιάτικα χωρίς ραφή και ράμμα», 

να γράψει τα διηγήματα που τον έκαναν μεγάλο συγγραφέα, όπως ο χρόνος έχει πια δείξει. Στα διηγήματα αυτά  δεν είναι ο μιμητής κανενός. Είναι ο εαυτός του. Γίνεται ο εαυτός του και κατορθώνει όχι μόνο να πει όσα, από ό,τι φαίνεται, σκίαζαν την ψυχή του, αλλά να τα αποτυπώσει με τέτοιο τρόπο, ώστε να προαγάγει την νεοελληνική λογοτεχνία οδηγώντας την ξεκάθαρα στο επόμενο επίπεδο. Τη λύτρωση από τις φωνές των άλλων και την εύρεση της δικιάς του φωνής ίσως διευκόλυνε το γεγονός ότι το διήγημα ήταν ακόμα ανύπαρκτο ουσιαστικά είδος στα νεοελληνικά γράμματα. Φυσικά δανείζεται τις φόρμες και τις συμβάσεις από τις τάσεις της εποχής. Όμως ακόμα κι έτσι, ακόμα κι αν δεχτούμε ότι ο Δημήτριος Βικέλας άνοιξε τον δρόμο, στην πραγματικότητα μια τεράστια απόσταση χωρίζει το δικό του  προγραμματικό «Λουκή Λάρα» από το «Αμάρτημα της μητρός μου». Ενώ δηλαδή ο «Λουκής Λάρας» είναι δέσμιος των εξωλογοτεχνικών ιδεολογικών και ηθικολογικών στοχεύσεων του συγγραφέα του, με το Αμάρτημα βρισκόμαστε στο έδαφος της αληθινής λογοτεχνίας, που υπερβαίνει ίσως και τις ίδιες τις συνειδητές στοχεύσεις του συγγραφέα της. 

Αν και στην εποχή τους αντιμετωπίστηκαν με αμηχανία, τα διηγήματα του Βιζυηνού συστοίχησαν με τη συνειδητή στροφή προς την εγκατάλειψη του κυρίαρχου ως τότε ιστορικού μυθιστορήματος και την προσπάθεια για «ελληνικό διήγημα», διήγημα με λαογραφικό υπόστρωμα, που να αναπαριστά την αγνή ζωή της ελληνικής υπαίθρου και όχι πια να μιμείται τα ξενικά πρότυπα. Το ότι ο Βιζυηνός προηγήθηκε και μάλιστα πρόσφερε μια σειρά διηγημάτων που, αν και διαθέτουν τοπικό χρώμα, η κανονική τους  εντοπιότητα είναι η  αιωνίως άτοπη και άχρονη ψυχή, το είπαμε κιόλας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο έτερος σπουδαίος διηγηματογράφος της εποχής, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης,  είναι ακόμα όμηρος του παλιού και δε θα βρει τον δικό του αληθινό τόπο να σταθεί παρά μετά το παράδειγμα του Βιζυηνού, στα 1887 με το «Χριστόψωμο».

Στην πορεία των δεκαετιών τα διηγήματα του Βιζυηνού αναγνωρίστηκαν. Η κατάρρευση και ο θάνατός του λίγο αργότερα συνέτειναν στο να διαμορφωθούν μύθοι. Το πώς λέμε όμως την ιστορία κάποιου λέει μάλλον περισσότερα πράγματα για εμάς παρά για εκείνον. Ο ποιητής Γ. Μπλάνας έχει γράψει ότι με τον θάνατο του ποιητή Βιζυηνού πεθαίνει και η παλιά ποίηση. Η αλήθεια είναι ότι, εκτός από τα διηγήματα,  η οριστική αποτίμηση της υπόλοιπης παραγωγής του, των ποιητικών συλλογών και του επιστημονικού έργου του, δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί, αν και από ό, τι έχει δειχθεί ως τώρα μπορούμε – πέρα από μύθους – να σχηματίσουμε το πρόσωπο ενός άοκνου, ανήσυχου και πολύπλευρου Θρακιώτη και Έλληνα, Έλληνα και Ευρωπαίου  του 19ου αιώνα, η φωνή του οποίου, σε αντίθεση με άλλους της εποχής του, φτάνει ως εμάς.

Ειδικά μάλιστα σήμερα που τα ενδιαφέροντά μας συχνά στρέφονται όχι πια στις μεγάλες στρογγυλές αφηγήσεις, αλλά στις υποφωτισμένες ως τώρα περιοχές της μεθορίου ή της ενικότητας, εκεί όπου οι βεβαιότητες υπονομεύονται, οι συμπαγείς ταυτότητες θρυμματίζονται, εκεί όπου η εθνότητα, η θρησκεία, το φύλο εκλαμβάνονται και αλλιώς, και όπου η φρικίασις αλλόκοτων συμβάντων ταράζει τον ύπνο μας, ο Βιζυηνός, αυτός ο ιδιότυπος ξενιστής της Αθήνας του fin de siècle,  φαίνεται να μας νεύει. Μπορούμε να τον εμπιστευτούμε όσο λίγους.

Η Μαρία Μπαλοπούλου είναι καθηγήτρια φιλόλογος και ποιήτρια. Κυκλοφορούν οι ποιητικές συλλογές της: “Υδάτινοι Πόροι” και “Αντίδοτα” (εκδόσεις Στιγμή).

 


 

Βιβλιογραφία

Αθανασόπουλος Βαγγέλης, Οι μάσκες του ρεαλισμού – Εκδοχές του νεοελληνικού αφηγηματικού λόγου, Τόμος Α′, Καστανιώτη, Αθήνα 2003

Αθανασόπουλος Βαγγέλης, Οι μύθοι της ζωής και του έργου του Γ. Βιζυηνού, Καρδαμίτσα , Αθήνα 1992

Βαρελάς Λάμπρος, Μετά θάρρους ανησυχίαν εμπνέοντος. Η κριτική πρόσληψη του Γ.Μ. Βιζυηνού (1873-1896), University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2014

Βιζυηνός Γ.Μ., Νεοελληνικά Διηγήματα, Επιμέλεια Παναγιώτη Μουλλά Ερμής, Αθήνα, 1980

Βιζυηνός Γ.Μ., Τα ποιήματα, επιμέλεια Έλενα Κουτριάνου, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, τόμοι Α′ , Β′ και Γ′, Αθήνα 2003

Δημαράς Κ.Θ., Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Ίκαρος, Αθήνα

Κουτριανού Έλενα, Γ.Βιζυηνός, Τα ποιήματα, Τόμος Α, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, 2003

Μουλλάς Παναγιώτης , Η λογοτεχνία από τον αγώνα ως τη γενιά του 1880, Ιστορία του ελληνικού έθνους , τόμος ΙΓ, Εκδοτική Αθηνών 1977

Μουλλάς Παναγιώτης, Η λογοτεχνία από το 1880 ως τον Α′ Παγκόσμιο πόλεμο, Ιστορία του ελληνικού έθνους, τόμος ΙΔ′, Αθήνα 1977

Πολίτης Λίνος, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, MIET, Αθήνα 1998

Ρασιδάκη Αλεξάνδρα, Υπό ρομαντική οπτική γωνία, Γερμανικός ρομαντισμός και Γεώργιος Βιζυηνός, Άγρα, Αθήνα 2019

Συλλογικό, Το εύρος του έργου του Γ. Βιζυηνού : παλαιότερες αναγνώσεις και νέες προσεγγίσεις, Διημερίδα, Σοκόλη – Κουλεδάκη, 2012

Χρυσανθόπουλος Μιχάλης, Γεώργιος Βιζυηνός : Μεταξύ φαντασίας και μνήμης, Εστία, Αθήνα 1994

Το ψηφιακό περιοδικό της ΑΚΣΠΑ
ΤΕΥΧΟΣ 1

ΤΕΥΧΟΣ 1

ΤΕΥΧΟΣ 2

ΤΕΥΧΟΣ 2

ΤΕΥΧΟΣ 3

ΤΕΥΧΟΣ 3

ΤΕΥΧΟΣ 4

ΤΕΥΧΟΣ 4