Παιδοφιλία πρωταρχική και παιδοφιλία ύστατη

Print Friendly, PDF & Email

Réginald Blanchet

Δεν πάει πολύς καιρός που την βλέπω. Έρχεται γιατί η ζωή δεν της έχει φερθεί καλά. Συγκεκριμένα ταλαιπωρείται από μια καταστροφική μητέρα. Η σχέση τους είναι θυελλώδης. Δεν αντέχει άλλο, όμως δεν καταφέρνει και να απαλλαγεί. Η ζωή της είναι η ακριβής αντανάκλαση αυτού του παράδοξου. Το αδιέξοδο είναι ολοκληρωτικό, δεν ξέρει τι να κάνει με τη ζωή της. Καθώς η δυσφορία που αισθάνεται είναι σε τέτοιο βαθμό ριζική, αναρωτιέται μήπως είναι το αποτέλεσμα μιας πρωταρχικής και αθεράπευτης δυστυχίας, μήπως δηλαδή πρόκειται για τη μοίρα της. Η ψυχοθεραπεύτριά της, που εν τω μεταξύ έχει εγκαταλείψει, δεν της το είχε εξάλλου επισημάνει; Με δυο λόγια αναρωτιέται αν υπήρξε ως παιδί θύμα σεξουαλικής κακοποίησης. Η ίδια δεν έχει καμμία ανάμνηση. Θα ήθελε να το πιστέψει. Πιέσθηκε να το πιστέψει. Αναμφίβολα το έκανε γιατί δεν είχε καλύτερη εξήγηση, γιατί δεν εύρισκε το λόγο της απουσίας της από τον εαυτό της, γιατί δεν μπορούσε να αποδώσει το βάσανό της ούτε σε κάποιον ούτε σε κάτι άλλο. Θα μπορούσε να υπάρχει κάποιο πράγμα που θα ήταν της τάξεως του συμβάντος, του αντικειμενικού συμβάντος, ενός συμβάντος από το οποίο η ίδια απουσίαζε και που την διαμόρφωσε όπως είναι. Δηλαδή να μην μπορεί να κατανοήσει τον εαυτό της παρά μονάχα μέσα από αυτή την αδιανόητη αγκίστρωση σε αυτήν την παντοδύναμη και τυραννική  μητέρα, της οποίας είναι το ανόητο παιχνιδάκι. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν εξεγείρεται! Όμως η εξέγερση εξαντλείται σε συγκρούσεις που καταλήγουν σε κόλαση χωρίς διέξοδο. Εν ολίγοις η Μαρία ζει υποταγμένη σε μια μητέρα που δεν μπορεί να αποχωριστεί και που της κάνει όμως το βίο αβίωτο. Είναι το αντικείμενό της.

Αυτή είναι συνοπτικά η αλήθεια του πρώτου συμβάντος στο οποίο το υποκείμενο μπαίνει στον πειρασμό να αποδώσει ακόμη και την αδυνατότητα να ζήσει αλλιώς από το να γίνεται μονάχα το δουλικό αντικείμενο της θέλησης του Άλλου. Αυτή η αλήθεια έχει ως οφείλει δομή μυθοπλασίας. Είναι αυτό που αποκαλύπτει η εμβληματική σκηνή που μου διηγήθηκε. Ο ιεραρχικά ανώτερος της στην εργασία την προσέγγισε ερωτικά. Η ίδια δεν τον επιθυμούσε. Θα μπορούσε να έχει βάλει τέλος στη συνεργασία τους και το τίμημα δεν θα ήταν υπερβολικό. Δεν συνευρίσκεται  λοιπόν μαζί του αλλά θα δεχτεί, νιώθοντας ωστόσο εξαναγκασμένη, να είναι παρούσα στην αυτοϊκανοποίησή του όπως εκείνος της το είχε ζητήσει. Αντικείμενο βλέμμα κι αντικείμενο φετίχ ταυτόχρονα, ιδού λοιπόν που ανάγεται διαμιάς στο καθεστώς του αντικειμένου που συνιστά συνθήκη της απόλαυσης του Άλλου.

Ετσι εκφράζεται η μορφή της παθητικότητας της. Το όχι που προφέρει δεν ακούγεται. Παραμένει ρητορικό και αμφιλεγόμενο, εκκρεμές, μισοτελειωμένο. Δεν συγκροτεί το υποκείμενο. Στην πραγματικότητα αυτό είναι το τραύμα της. Ο Φρόυντ διέκρινε στην απουσία αντίδρασης του θύματος της σεξουαλικής κακοποίησης, στην «παθητικότητά» του, το χαρακτηριστικό του τραύματος. Ο τρόμος που την κυριεύει εν προκειμένω δεν αποδεικνύει άραγε ότι η απόλαυση που της προκαλεί φρίκη και την αιχμαλωτίζει είναι τελικά η δική της; Ο Άλλος εδώ δεν είναι παρά μέσο απόλαυσης και η κατάχρηση  του δεν είναι παρά η μάσκα, το προσωπείο του υποκειμένου που καταργείται  μέσα στην απόλαυση.

Η παθητικότητα ήταν ο απόλυτος τρόμος των Ελλήνων και των Ρωμαίων στην αρχαιότητα κι ιδιαίτερα η παθητική θέση ενός άνδρα στην σεξουαλική πράξη που τον έβαζε έτσι σε θέση δούλου υποχρεωμένου να υπηρετήσει την απόλαυση ενός άλλου παρά να απολαύσει ελεύθερα σαν  απόλυτος κύριος. Εν ολίγοις ο κανόνας εδώ ήταν ένας κανόνας κυρίων. Απέκλειε τη θέση απόλαυσης του αντικειμένου. Όμως καθιέρωνε παράλληλα το πρωτόκολλο του αναγκαίου ερωτικού παιχνιδιού στο οποίο  έπρεπε να επιδοθεί ο ερωτευμένος πολίτης προκειμένου να επιτύχει την κατάκτηση του εφήβου που ήταν αντικείμενο της ερωτικής του φλόγας. Ο τελευταίος αφού καθίστατο ερώμενος όφειλε να μην υποκύψει μόλις άρχιζε το «κυνήγι» και να αρκεστεί στο να ικανοποιεί τον εραστή του… χωρίς να απολαμβάνει ο ίδιος σαρκικά αλλιώς θα τον κάλυπτε ντροπή και όνειδος. Ο Λακάν είναι σαφής εδώ. Πρόκειται, λέει, για μετουσιωμένη απόλαυση μέσω της οποίας ο έρωτας κατανέμεται σε έρωτα του κάλλους απο την πλευρά του εραστή και σε θαυμασμό και έρωτα για γνώση απο την πλευρά του εφήβου που βρίσκεται σε κατάσταση να μαθαίνει αυτό που πρέπει να ξέρει για να ζήσει.  

Αντιλαμβανόμαστε ότι η φοβερή φρίκη που προκαλεί η πρακτική που έχει καταγραφεί ως παιδοφιλία και με αυτή την έννοια αποδοκιμάζεται βιαίως στις δικές μας κοινωνίες μας δεν θα μπορούσε να εξομοιωθεί με την αρχαία πρακτική του έρωτα των παιδιών που ήταν αυστηρά κωδικοποιημένη και κανονικοποιημένη. Ο ισχυρισμός ότι η μεν νομιμοποιεί τη δε είναι απάτη. Η παιδοφιλική απόλαυση με τα σημερινά της χαρακτηριστικά έχει να κάνει με την κατάχρηση εξουσίας  του ενήλικα πάνω στον έφηβο του οποίου έχει την ευθύνη. Κατάχρηση τερατώδης διότι ασκείται στην κατεξοχήν φιγούρα της ευαλωτότητας που συνιστά το παιδί. 

Αλλά ακόμη κι έτσι θα συνιστούσε κίνδυνο αφού παραγνωρίζει τον ευνουχισμό της απόλαυσης που χρειάζεται για να συσταθεί κοινωνία και που το σύστημα των κανονικοτήτων μεταφράζει. Απουσία των κοινωνικών κανονικοτήτων που θα την καθιστούσαν άλλο πράγμα από την κατάχρηση εξουσίας και το εργαλείο σεξουαλικής εκμετάλλευσης που είναι σήμερα, η παιδοφιλία έχει να κάνει με το όνειδος και το απαράδεκτο. Είναι παράγοντας άγχους διότι εγγράφεται στον ορίζοντα της κατάργησης της ίδιας της δυνατότητας κοινωνικού δεσμού. Έχει την ίδια βαρύτητα με την παραβίαση του ταμπού της αιμομειξίας με την οποία συνδέεται συχνά στην πράξη. Πράγματι είναι μέσα στην οικογενειακή εστία που λαμβάνουν χώρα οι σεξουαλικές κακοποιήσεις  των παιδιών από τον γονέα, εκείνον που τον υποκαθιστά ή κάποιον άλλο κοντινό του. 

Εξόν και η ένταση των καταγγελιών των συντηρητικών κύκλων ενάντια στον γάμο για όλους, την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή και την παρένθετη μητρότητα. Σε όλα αυτά τα θέματα το ζήτημα που τίθεται αφορά αποκλειστικά το παιδί, το παιδί ως αντικείμενο επιθυμίας και απόλαυσης που αφήνεται στην πλήρη διακριτικότητα του καθενός. Πρόκειται λοιπόν για το παιδί ως αντικείμενο μικρό α ενσωματωμένο στις ποικίλες και διαφορετικές τροπικότητες της σεξουαλικής απόλαυσης (ετερό, ομό, μοναχικής, απέχουσας, χωρίς καμία διάκριση φύλου, κτλ.) εκείνων που διεκδικούν το δικαίωμα να γίνουν γονείς. Να λοιπόν  τι ώθησε στον πανικό πολλούς συμπολίτες μας που έβλεπαν να καταρρέει μπροστά στα μάτια τους το τελευταίο οχυρό που πρότασσαν απέναντι στο φάντασμα μιας αποχαλινωμένης σεξουαλικότητας που με καταιγιστικό τρόπο απειλεί να καταπιεί  αυτό που συνιστά τον άνθρωπο δηλαδή τον περιορισμό της απόλαυσης και την ηθική  που κάθε φορά ορίζει  τους όρους της.

Η πρωταρχική παιδοφιλία, της οποίας η Μαρία παρά τη θέλησή της παραμένει αιχμάλωτη, δηλαδή η καταχρηστική αγάπη της μητέρας (εδώ η γενική είναι τόσο υποκειμενική όσο και αντικειμενική) είναι επίσης ύστατη παιδοφιλία αφού η αγάπη, το πάθος της αγάπης στο έπακρο, τείνει στην ανάλωση του αντικειμένου της. Αγαπάμε το νεογέννητό μας όπως αγαπάμε το φρικασέ. Το προσαρμόζουμε, το μαγειρεύουμε σύμφωνα με το γούστο μας. Τα πάντα θέλουν την τέχνη τους. Αλλά η αισθητική για να μπει σε έργο απαιτεί μια ηθική. Θα μπορούσε να είναι όλο λεπτότητα, για παράδειγμα, δηλαδή με μεγάλη προσοχή στην ευαλωτότητα του αγαπημένου πλάσματος, ειδικότερα όταν είναι σε τρυφερή ηλικία, και άρα να επιδεικνύει επιφυλακτικότητα απέναντι του, γεγονός που θεωρητικά δεν θα μπορούσε να εμποδίσει τίποτε αλλά θα μπορούσε να αλλάξει τα πάντα. 

Μετάφραση: Νασία Λινάρδου με τη συνεργασία της Φιλομένης Σωτηρίου

Το ψηφιακό περιοδικό της ΑΚΣΠΑ
ΤΕΥΧΟΣ 1

ΤΕΥΧΟΣ 1

ΤΕΥΧΟΣ 2

ΤΕΥΧΟΣ 2

ΤΕΥΧΟΣ 3

ΤΕΥΧΟΣ 3