Συνέντευξη με τον Επαμεινώνδα Θεοδωρίδη για την δουλειά στο ίδρυμα
- Dimitris Mitsopoulos
- September 1, 2022
Επαμεινώνδας Θεοδωρίδης: ψυχαναλυτής (A.M.E.), ψυχίατρος, μέλος της ΝΛΣ και της ΠΕΨ, μέλος και πρώην Πρόεδρο της Ελληνικής Εταιρείας της ΝΛΣ και Διευθυντής ΕΣΥ του Τμήματος Ψυχιατρικής Εφήβων και Νέων του Γ.Ν.Α. «Γ. Γεννηματάς»
Γραφόσφαιρα: Κύριε Θεοδωρίδη, μπορείτε να μας περιγράψετε το θεσμό στον οποίο εργάζεστε και πώς προσέρχονται εκεί οι νέοι;
Επαμεινώνδας Θεοδωρίδης: Εργάζομαι εδώ και δεκαεπτά χρόνια στο Τμήμα Ψυχιατρικής Εφήβων και Νέων που ανήκει στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Γ. Γεννηματάς». Δεχόμαστε έφηβους και νέους από την ηλικία των 14 έως 23 ετών.
Το Τμήμα αποτελείται από τα εξωτερικά ιατρεία, όπου εργάζομαι, και το Νοσοκομείο Ημέρας. Στα εξωτερικά ιατρεία έρχονται οι έφηβοι ή νέοι μετά από ραντεβού, δεν δεχόμαστε δηλαδή ασθενείς ως ένα τμήμα επειγόντων. Οι ενδιαφερόμενοι τηλεφωνούν στο Τμήμα, αναφέρουν το λόγο για τον οποίο ζητούν ραντεβού, δίνουν τα στοιχεία τους και σε ένα δεύτερο χρόνο τους δίνεται το ραντεβού με έναν ψυχίατρο ή ψυχολόγο. Προσπαθούμε να μην υπάρχει μεγάλη λίστα αναμονής, δηλαδή το χρονικό διάστημα από το αίτημα έως την πρώτη συνάντηση με τον κλινικό να μην ξεπερνάει το μήνα. Βέβαια, υπάρχουν και οι επείγουσες περιπτώσεις, όπως όταν ο έφηβος έχει κάνει μια απόπειρα αυτοκτονίας ή όταν βρίσκεται γενικότερα σε κίνδυνο, οπότε ο έφηβος εξετάζεται άμεσα, την επομένη ή τη μεθεπομένη μέρα.
Γρ.: Είναι οι ίδιοι οι νέοι που τηλεφωνούν για να ζητήσουν ένα ραντεβού;
Ε.Θ.: Συνήθως τηλεφωνούν οι γονείς για να ζητήσουν ραντεβού για το παιδί τους, εξηγώντας τους λόγους, όπως αναφέραμε, για τους οποίους ζητάνε το ραντεβού. Δεν δίνουν όλο το ιστορικό, μόνο μια σύντομη περιγραφή των συμπτωμάτων ή των δυσκολιών που υπάρχουν με τον έφηβο ή το νέο. Ωστόσο συμβαίνει επίσης, οι τελειόφοιτοι Λυκείου ή οι φοιτητές, να απευθύνονται απευθείας σε εμάς, έχοντας πληροφορηθεί για την ύπαρξη του Τμήματός μας είτε από φίλους και γνωστούς, είτε από το διαδίκτυο. Όμως η πλειοψηφία των αιτημάτων προέρχεται από τους γονείς, από τις διάφορες κοινωνικές υπηρεσίες ή από τα σχολεία. Βέβαια, γίνεται σαφές στους γονείς ότι θα τους δεχτούμε εφόσον και ο έφηβος συμφωνεί, δηλαδή ζητάμε να υπάρχει η ρητή συγκατάθεση του εφήβου. Δεν έχει νόημα να τον συνοδεύσουν στο Τμήμα λέγοντάς του ψέματα ή αναγκάζοντάς τον. Θυμάμαι μια περίπτωση εφήβου που ήρθε στο πρώτο του ραντεβού και ο οποίος δεν ήθελε να με συναντήσει επειδή οι γονείς του είχαν πει ότι θα επισκεπτόταν τη θεία του… Επίσης, όταν ο έφηβος έρθει συνοδευόμενος από το γονέα ή τους γονείς του, βλέπουμε πρώτα τον έφηβο επειδή με αυτόν θα εργαστούμε. Αυτός είναι ο ενδιαφερόμενος στην υπόθεση. Δίνουμε μεγάλη σημασία η πρώτη επαφή να γίνει με τον ίδιο τον έφηβο. Συνήθως, στο τέλος της συνάντησής μας, αφού ζητήσουμε την άδεια από τον έφηβο, βλέπουμε και τους γονείς παρουσία του εφήβου για να μας εξηγήσουν τι έχουν παρατηρήσει, τι τους ανησυχεί σε σχέση με το παιδί τους, για να δώσουν ένα ιστορικό από την παιδική ηλικία κλπ. Κατά τη διάρκεια επίσης της θεραπείας ο κλινικός συναντάει τους γονείς όποτε χρειαστεί, εν γνώσει πάντα του εφήβου. Αυτός είναι ο τρόπος λειτουργίας της υποδοχής των εφήβων ή των νέων στα εξωτερικά ιατρεία. Εκτός από τα ηλικιακά όρια που αναφέραμε ήδη, δεν υπάρχει κάποιος άλλος περιορισμός στη θεραπεία και στην παρακολούθηση των εφήβων.
Από την άλλη υπάρχει και το Νοσοκομείο Ημέρας (ΝΗ), στο οποίο νοσηλεύονται οκτώ έφηβοι ή νέοι, οι οποίοι εξαιτίας της ψυχοπαθολογίας τους και των δυσκολιών τους, δεν μπορούν να ενταχθούν στο σχολικό περιβάλλον – που αποτελεί, έτσι όπως είναι δομημένη η κοινωνία μας, το φυσιολογικό θεσμό που δέχεται τους εφήβους σε αυτήν την ηλικία – και να επιτελέσουν κανονικά τη φοίτησή τους. Για αυτούς τους εφήβους υπάρχει η λύση του ΝΗ όπου καθημερινά, εκτός από την ψυχιατρική τους παρακολούθηση, συμμετέχουν σε διάφορες δραστηριότητες που διοργανώνονται από τη διεπιστημονική ομάδα – η οποία περιλαμβάνει ψυχολόγο, νοσηλευτές, εργασιοθεραπευτή, καθηγητές, εικαστικό. Η ύπαρξη των καθηγητών είναι σημαντική για τους εφήβους που θέλουν να συνεχίσουν τις σπουδές τους για να αποκτήσουν το απολυτήριό τους. Αυτοί οι έφηβοι συνήθως υπάγονται στο καθεστώς του «κατ’ ιδίαν διδαχθέντος» και είναι αξιοθαύμαστο ότι ορισμένοι κατορθώνουν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους.
Τα αιτήματα για το ΝΗ προέρχονται συνήθως είτε από την οικογένεια, είτε από τον ιδιώτη ψυχίατρο του εφήβου είτε από τον ψυχίατρο ή ψυχολόγο που παρακολουθεί τον έφηβο στα εξωτερικά ιατρεία και κρίνει ότι η παρακολούθηση ως εξωτερικός ασθενής δεν αρκεί και ως εκ τούτου χρήζει ένα περισσότερο δομημένο πλαίσιο φροντίδας. Και πάλι, για να νοσηλευτεί ένας έφηβος στο ΝΗ πρέπει να συναινεί και ο ίδιος, είναι το άλφα και το ωμέγα της διαδικασίας.
Γρ.: Οι γονείς έχουν κάποια σχέση με το Τμήμα; Βλέπετε και τους γονείς;
Ε.Θ.: Ναι, αυτό το κρίνει ο κάθε κλινικός που παρακολουθεί τον έφηβο. Συναντάμε τους εφήβους μια φορά τη βδομάδα ή μια φορά κάθε δυο βδομάδες, αλλά όλο τον υπόλοιπο χρόνο είναι στην οικογένειά τους, μαζί με τους γονείς τους. Υπάρχουν περιπτώσεις που χρειάζεται παρέμβαση στο επίπεδο των γονιών, επειδή η εργασία που γίνεται με τον έφηβο στο Τμήμα δεν θα πρέπει να ακυρώνεται από την οικογένειά του. Δεν κάνουμε θεραπεία γονέων, αλλά συμβουλευτική. Συνήθως η κοινωνική λειτουργός συναντάει τους γονείς, αλλά πάντοτε στο κέντρο του ενδιαφέροντος είναι ο έφηβος. Οι παρεμβάσεις της κοινωνικής λειτουργού με τους γονείς αποβλέπουν στο να καταστήσουν το οικογενειακό περιβάλλον ευνοϊκότερο ή λιγότερο τοξικό ως προς τον έφηβο έτσι ώστε να μην εμποδίζει την εξέλιξή του. Και αυτό βέβαια γίνεται και πάλι με τη συγκατάθεση του εφήβου που σπάνια αντιτίθεται, μάλιστα οι περισσότεροι λένε ότι και οι γονείς τους χρειάζονται να δουν κάποιον.
Γρ.: Παρότι πρόκειται για ένα ψυχιατρικό πλαίσιο, είναι ήδη εμφανές τι κοινό μπορεί να υπάρχει στη λειτουργία του με τις αρχές της ψυχανάλυσης, καθώς και στις τρεις περιπτώσεις που μας περιγράψατε, αναζητείται κάτι από το υποκείμενο, είτε να τηλεφωνήσει το ίδιο, είτε να συμφωνήσει να έρθει, είτε στο να δείτε τους γονείς του…
Ε.Θ.: Ναι, διότι δεν θα μπορούσαμε να εργαστούμε διαφορετικά. Βεβαίως υπάρχει και η κατηγορία των εισαγγελικών εντολών, περιπτώσεις εφήβων που έρχονται με εντολή εισαγγελέως για διάγνωση ή και για παρακολούθηση, της οποίας το χρονικό διάστημα δεν καθορίζεται. Τότε δεν μπορούμε να αρνηθούμε ούτε εμείς, ούτε ο έφηβος. Σε αυτές τις περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι λιγότερο ή περισσότερο αίσιο. Από τη δική μου πείρα, εκείνοι που έρχονται με εισαγγελική εντολή παρακολουθούνται για ένα χρονικό διάστημα και μετά διακόπτουν, καθώς δεν έχουν επιλέξει οι ίδιοι να έρθουν. Είμαστε ωστόσο υποχρεωμένοι να ενημερώσουμε τον εισαγγελέα ανηλίκων για τη διακοπή της συνεργασίας.
Γρ.: Και τα ζητήματα που απασχολούν τους εφήβους και τους γονείς τους ποια είναι;
Ε.Θ.: Σας υπενθυμίζω ότι η περίοδος της εφηβείας χαρακτηρίζεται από μια πρωτόγνωρη αναταραχή στο σώμα, στο οποίο κάτι ανακινείται, διεγείρεται, μεταμορφώνεται. Το σώμα του εφήβου είναι ένα σώμα εργοτάξιο. Στο βιολογικό επίπεδο έχουμε μια δυσαρμονική και ετερογενή σωματική μεταμόρφωση – μεταβολές στην εικόνα του σώματος, στη λειτουργία του σώματος, ορμονικές μεταβολές, ανάπτυξη των γεννητικών οργάνων και εμφάνιση των δευτερογενών χαρακτηριστικών του φύλου, πρωτόγνωρες αισθήσεις -, η οποία αποτελεί αίνιγμα για τον έφηβο και δημιουργεί μια αμηχανία που τον ωθεί να επαναπροσδιορίσει τη σχέση με το σώμα του. Αυτή η μεταβατική περίοδος έντονης εσωτερικής αναστάτωσης σημασιοδοτεί ένα πριν και ένα μετά, που ορισμένοι έφηβοι τη βιώνουν με ιδιαίτερα επώδυνο τρόπο. Υπό αυτό το πρίσμα η έξοδος από την παιδική ηλικία μπορεί να έχει έναν τραυματικό χαρακτήρα, δεν είναι μια ομαλή μετάβαση προς την ενηλικίωση, αλλά μια ρήξη με τις παιδικές ταυτίσεις και φαντασιώσεις. Ο έφηβος οφείλει να κατασκευάσει την οριστική έμφυλη ταυτότητά του και να ανεξαρτητοποιηθεί από τη γονεϊκή εξουσία. Μια σημαντική διαφορά της εφηβείας ως προς την παιδική ηλικία έγκειται στο γεγονός ότι η πρώτη συνάντηση (ή μη) με το άλλο φύλο συμβαίνει συνήθως στην εφηβεία, όπου ο έφηβος έρχεται αντιμέτωπος με τη σεξουαλικότητά του και οφείλει να πάρει μια θέση.
Αντιλαμβάνεστε λοιπόν την πολυπλοκότητα όλης αυτής της διαδικασίας περάσματος στην ενηλικίωση, πόσο μάλλον που οι σύγχρονοι έφηβοι έχουν να αντιμετωπίσουν επιπλέον αφενός τους νέους εκτός φύλου τρόπους απόλαυσης που η τεχνολογία και η αγορά επιβάλλουν μέσω των ηλεκτρονικών αντικειμένων, και αφετέρου τις διάφορες οικογενειακές και κοινωνικές απαιτήσεις. Επιβαρύνουμε τους εφήβους με όλους τους δυνατούς και πιθανούς τρόπους : πίεση για το σχολείο και τα μαθήματα, φροντιστήρια, εξωσχολικές δραστηριότητες, απουσία ελεύθερου χρόνου, απαίτηση επιτυχίας στις εξετάσεις για την εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο κλπ.
Για να επανέλθω στο ερώτημά σας, μπορώ να πω ότι στην πρακτική μας συναντάμε όλη την κλίμακα των ψυχοπαθολογικών καταστάσεων, από τις νευρωσικές διαταραχές έως την ψύχωση, τον αυτισμό, τις διαταραχές ταυτότητας φύλου και όποια άλλη παθολογία σκεφτείτε. Βέβαια, σημείο των καιρών μας είναι ότι ορισμένοι έφηβοι έρχονται στο Τμήμα μας με τη διάγνωση στην τσέπη τους, έχουν δηλαδή κάνει την αναζήτησή τους στο σύγχρονο Άλλο της γνώσης που είναι το διαδίκτυο για να μάθουν από τι πάσχουν και στην πρώτη μας συνάντηση λένε ότι έχουν για παράδειγμα κοινωνική φοβία ή διάσπαση προσοχής.
Ενδεικτικά αναφέρω ότι δεχόμαστε συχνά αιτήματα για αγχώδεις διαταραχές με ή χωρίς κρίσεις πανικού – οι έφηβοι εξαιτίας του άγχους δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους, το οποίο πολλές φορές συνοδεύεται και από χαμηλή αυτοεκτίμηση –, για προβληματικές σχέσεις με την οικογένεια ή το σχολείο, για έντονα ψυχαναγκαστικά συμπτώματα που τους εμποδίζουν να έχουν μια κανονική ζωή, για καταθλιπτικά σύνδρομα– οι έφηβοι για κάποιο λόγο έχουν χάσει την όρεξη για ζωή, δεν βρίσκουν νόημα στη ζωή τους, που αυτό βέβαια έχει επίπτωση σε όλη τους την ύπαρξη, στις σχέσεις τους με το σχολείο, τους φίλους- και για διάφορα περάσματα στην πράξη – απόπειρες αυτοκτονίας, αυτοτραυματισμοί, επιθετικές συμπεριφορές και πρακτικές.
Μια άλλη σημαντική κατηγορία είναι οι ψυχώσεις, όπου εδώ το θέμα είναι να τεθεί η διάγνωση της ψύχωσης όταν οι παθολογικές εκδηλώσεις είτε δεν είναι τόσο εμφανείς είτε το κυρίαρχο σύμπτωμα παραπέμπει σε άλλου τύπου παθολογία. Για παράδειγμα, έντονα ψυχαναγκαστικά συμπτώματα, απροσδιόριστο γενικευμένο άγχος, η πτώση της σχολικής επίδοσης, η απομόνωση, η πλήρης έλλειψη ενδιαφερόντων, διάφορα παρανοϊκά στοιχεία «μιλάνε για μένα, με κοροϊδεύουνε, με κοιτάζουν περίεργα», ένα ξαφνικό πέρασμα στην πράξη, όλα αυτά μπορεί να εγγράφονται σε μια ψυχωσικού τύπου αποδιοργάνωση. Εδώ ο κλινικός θα πρέπει να μπορέσει να διακρίνει την ψύχωση. Αν ακολουθούσαμε τα κριτήρια του DSM, θα θέταμε σπάνια τη διάγνωση της ψύχωσης. Είναι λίγοι οι έφηβοι που έρχονται με ένα οργανωμένο παραλήρημα ή με ψευδαισθήσεις. Παρομοίως και με τις διάφορες απόπειρες αυτοκτονίας. Το θέμα είναι να μπορέσεις να διακρίνεις πώς εγγράφονται οι απόπειρες στην ψυχική λειτουργία του υποκειμένου: αν απευθύνονται στον Άλλον, στο οικογενειακό, φιλικό, ερωτικό περιβάλλον, ή αν συνιστούν ένα παρορμητικό πέρασμα στην πράξη που δεν είναι ένα κάλεσμα προς τον Άλλον, αλλά καθαρά αυτοκαταστροφικού τύπου, καθαρή εκδήλωση της ενόρμησης του θανάτου. Είναι σημαντικό να μπορείς να αξιολογήσεις σωστά τη δομή του υποκειμένου που έκανε την απόπειρα διότι από αυτό εξαρτάται και ο τρόπος αντιμετώπισής του.
Γρ.: Έχετε υποδεχθεί περιπτώσεις εφήβων όπου εκλύεται η ψύχωση;
Ε.Θ.: Ναι, βέβαια. Η έκλυση της ψύχωσης εκδηλώνεται με ποικίλους τρόπους όπως με διωκτικές ιδέες, λεκτικές ψευδαισθήσεις, έντονο άγχος, αυτοκαταστροφικές ή περίεργες συμπεριφορές, βαθμιαία απομόνωση, διακοπή της σχολικής φοίτησης – δηλαδή την αποσύνδεση από τον κοινωνικό Άλλο -, και με διάφορα περάσματα στην πράξη.
Γρ.: Είναι αυτό που κινητοποιεί το περιβάλλον…
Ε.Θ.: Ναι, αντιλαμβάνονται τότε ότι κάτι δεν πάει καλά. Ο έφηβος, παραδείγματος χάριν, απομονώνεται όλο και περισσότερο στο δωμάτιό του, κλείνει τα παντζούρια, διακόπτει τις σχέσεις με τους συνομήλικους, δεν του αρέσει το σώμα του, θεωρεί ότι αλλοιώνονται τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, τα μέλη του, χαρακώνεται, ακούει φωνές μέσα στο κεφάλι του να τον βρίζουνε κλπ.
Γρ.: Ο ψυχαναλυτής με την κατάρτισή του έχει την ευαισθησία να αναζητήσει τη δομή του υποκειμένου και να εντοπίσει τι υπάρχει πίσω από τα φαινόμενα. Απ’ την άλλη, όταν το ίδρυμα και η ομάδα που δεν έχουν μια τέτοια κατάρτιση, πόσο εύκολο είναι να υιοθετήσουν μια παρόμοια προσέγγιση;
Ε.Θ.: Το Τμήμα μας δεν είναι εχθρικό προς την ψυχανάλυση, δεν υπάρχει η εχθρότητα απέναντι στην ψυχανάλυση που συναντιέται αλλού. Δεν κάνουμε απλώς διαγνώσεις και στέλνουμε τα παιδιά να κάνουν τη θεραπεία τους αλλού. Αναλαμβάνουμε εμείς οι ίδιοι τη θεραπεία των εφήβων και των νέων. Επίσης, όλοι οι εργαζόμενοι δείχνουν την ίδια ευαισθησία με τους εφήβους, ανεξάρτητα από το θεωρητικό προσανατολισμό του καθενός.
Αφετέρου, το Τμήμα δεν είναι ένας θεσμός που προσανατολίζεται από την ψυχανάλυση, είναι ένας θεσμός που λειτουργεί με το λόγο του κυρίου (discours du maître), δεν μπορεί να λειτουργήσει διαφορετικά. Υπάρχει ιεραρχία, υπάρχουν ειδικότητες, ο κάθε εργαζόμενος έχει έναν τίτλο, μια θέση με τις αντίστοιχες ευθύνες και υποχρεώσεις οι οποίες καθορίζονται από τους νόμους του κράτους. Το ζήτημα είναι ότι ως θεσμός που διέπεται από το λόγο του κυρίου έχει ένα ιδανικό: το ιδανικό της θεραπείας, ότι «κάνω καλά τον άλλο». Ο θεσμός υπάρχει για να ανταποκριθεί στο αίτημα για θεραπεία, και στο οποίο ανταποκρίνεται με περισσότερη ή λιγότερη επιτυχία. Ωστόσο, είναι ένα μεγάλο θέμα τι σημαίνει θεραπεύω στον τομέα της ψυχικής υγείας. Η θεραπεία γενικά στηρίζεται στην ιδέα της επανόδου σε μια προηγούμενη από την παθολογική κατάσταση που υποτίθεται πως ήσουν υγιής. Εκεί είναι όλο το ζήτημα. Στον τομέα μας, αυτή η προηγούμενη κατάσταση δε σημαίνει ότι είναι υποχρεωτικά συνώνυμη με την υγεία.
Ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ λέει ότι ένας δείκτης της ψυχικής υγείας στις κοινωνίες μας είναι η ένταξη, δηλαδή να είναι κανείς εγγεγραμμένος στον Άλλο, να είναι εντός του λόγου (discours), του κοινωνικού δεσμού. Ο Λακάν προς το τέλος της διδασκαλίας του έλεγε ότι «όλος ο κόσμος είναι τρελός, δηλαδή παραληρεί», με την έννοια ότι νεύρωση και ψύχωση είναι διαφορετικές εκφάνσεις της ανθρώπινης κατάστασης. Το νευρωσικό παραλήρημα, δηλαδή οι φαντασιώσεις, και το ψυχωσικό παραλήρημα, δεν είναι παρά άμυνες απέναντι στο πραγματικό του τραύματος που συνίσταται στην υλική συνάντηση της γλώσσας και του έμβιου σώματος. Αυτή η νέα προοπτική, ότι είμαστε όλοι ίσοι απέναντι στο πραγματικό του τραύματος, δεν καταργεί τις νοσογραφικές ταξινομήσεις αλλά τις ανατρέπει. Μπορεί να υπάρχει μια συνέχεια, εν είδη καμπύλης του Γκάους (Gauss), ανάμεσα στη νεύρωση και στην ψύχωση, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ένας νευρωσικός θα γίνει ψυχωσικός ή το αντίθετο. Στην κλινική μας μάλιστα πρακτική έχει ιδιαίτερη σημασία η διάγνωση και η διάκριση νεύρωσης-ψύχωσης, επειδή η καθοδήγηση της θεραπείας στην κάθε περίπτωση είναι διαφορετική.
Η «ψυχική υγεία» δεν υφίσταται, με την έννοια ότι δεν υπάρχει μια «κανονικότητα» που θα όριζε τι είναι η ψυχική υγεία. Το τι αποτελεί «καλό» για κάποιον δεν ισχύει και για το διπλανό του. Επειδή ο άνθρωπος είναι ένα ομιλ-όν (parlêtre), η γλώσσα παρεμβάλλεται στη σχέση του με τον κόσμο και τους άλλους και αυτό είναι που ανακάλυψε ο Φρόιντ ως ασυνείδητο. Για την ψυχανάλυση, σε τελευταία ανάλυση, υπάρχει ένα δομικό ελάττωμα στο ανθρώπινο είδος που απαγορεύει κάθε είδους αρμονίας ή ισορροπίας. Αντιθέτως, η δυσλειτουργία και η αστοχία είναι ο κανόνας.
Γρ.: Με την παρουσία του αναλυτή στο ίδρυμα μπορεί να γίνει μια τέτοια δουλειά που δεν έχει φόντο το ιδανικό;
Ε.Θ.: Το ερώτημά σας θίγει το αιώνιο πρόβλημα της ψυχανάλυσης στο θεσμό. Γι’ αυτό το λόγο ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ επινόησε την έννοια της «πρακτικής με πολλούς» (pratique à plusieurs) για τους θεσμούς και ιδρύματα που προσανατολίζονται στη λειτουργία τους από την ψυχανάλυση. Ο Λακάν διέκρινε την καθαρή ψυχανάλυση και την εφαρμοζόμενη στη θεραπεία ψυχανάλυση. Η ψυχανάλυση στο θεσμό ανήκει στην εφαρμοζόμενη στη θεραπεία ψυχανάλυση. Επειδή τα ψυχαναλυτικά αποτελέσματα δεν εξαρτώνται από το πλαίσιο αλλά από τον ψυχαναλυτικό λόγο, ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ έλεγε ότι μπορούμε να αντιληφθούμε τον ψυχαναλυτή ως ένα νομαδικό αντικείμενο και την ψυχανάλυση ως μια κινητή εγκατάσταση που μπορούν να μετακινούνται σε νέα περιβάλλοντα και ειδικότερα στους θεσμούς. Έτσι, το αν θα εγκατασταθεί ή όχι ο ψυχαναλυτικός λόγος εξαρτάται από τον ίδιο τον ψυχαναλυτή, ο οποίος θα επιτρέψει ή μη να λειτουργήσει ο ψυχαναλυτικός λόγος. Σε αντίθεση με το λόγο του κυρίου, ο ψυχαναλυτικός λόγος δεν έχει ως ιδανικό να θεραπεύσει τον άλλον, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αφήνει τον άλλο να υποφέρει, αλλά ότι πηγαίνει πέρα από τα θεραπευτικά αποτελέσματα, στοχεύει δηλαδή στην ενικότητα (singularité) του υποκειμένου για να μπορέσει να βρει το δικό του δρόμο, κάτι που είναι εντελώς αντίθετο με την ένταξή του σε καθολικού τύπου θεραπευτικά πρωτόκολλα. Και εδώ έγκειται η ηθική της ψυχανάλυσης. Για παράδειγμα, δύο υποκείμενα μπορεί να έχουν τα ίδια ακριβώς συμπτώματα, αλλά αυτό που ενδιαφέρει την ψυχανάλυση είναι ως προς τι διαφέρουν μεταξύ τους, τι συνιστά τη μοναδικότητά τους, η οποία δεν μπορεί να ενταχθεί σε ένα σύνολο, σε μια ταξινόμηση. Εν κατακλείδι, υπάρχει κάτι το δομικά ελαττωματικό στον άνθρωπο, ο καθένας μας είναι λίγο-πολύ «ασθενής», μη κανονικός, αποκλίνων, μια νοσογραφική κατηγορία από μόνος του.
Προσωπικά, όταν συναντώ έναν έφηβο, προσπαθώ μαζί με τον έφηβο να κατανοήσουμε πρώτα τι τον οδήγησε έως το Τμήμα μας, δηλαδή, τι ήταν αυτό που συνέβη στον ίδιο ή στη σχέση του με την οικογένειά του, τους φίλους του ή το σχολείο του και το οποίο δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει, να διαχειριστεί μόνος του και αναγκάστηκε να έρθει στο Τμήμα. Ένα άλλο θέμα είναι τι περιμένει ως βοήθεια από τις συναντήσεις μαζί μου, σε τι πιστεύει ότι μπορεί να βοηθηθεί. Θέλω να πω ότι είναι σημαντικό να τον βοηθήσω να καταλάβει τι του συμβαίνει, τι τον οδήγησε στο Τμήμα, διότι μόνο έτσι θα μπορέσουμε τις όποιες δυσκολίες είχε ή έχει να τις δουλέψουμε μαζί. Πρέπει, όμως, πρώτα να εντοπιστούν. Με άλλα λόγια ο αρχικός στόχος είναι η συγκρότηση ενός συμπτώματος με την ψυχαναλυτική έννοια του όρου.
Γρ.: Ο αναλυτής προσπαθεί, λοιπόν, να υποστηρίξει το υποκείμενο να εμφανιστεί το ίδιο.
Ε.Θ.: Ακριβώς. Για να βρει τη δική του πορεία, τα σημεία καμπής της δικής του ιστορίας. Οι άλλοι παραπονούνται για το τι κάνει ή το τι δεν κάνει ο έφηβος. Το δικό μου μέλημα είναι ο ίδιος τι λέει για όλα αυτά και αν υπάρχει κάτι που απασχολεί τον ίδιο, όχι τους άλλους, το σχολείο ή την οικογένεια. Όλα τα προηγούμενα αποτελούν, θα μπορούσαμε να πούμε, μια διαφορετική ως προς την κλασσική ψυχιατρική προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία προσπαθείς να τον εντάξεις σε μια νοσογραφική κατηγορία τύπου DSM ή ICD-10 και να συνταγογραφήσεις απλά τη φαρμακευτική θεραπεία.
Γρ.: Σαν να μην υπάρχει κάποια έγνοια για το υποκείμενο…
Ε.Θ.: Βέβαια, θα μπορούσε να πει κάποιος «νοιαζόμαστε, κάνουμε τη διάγνωση, δίνουμε τα φάρμακα, πηγαίνει καλύτερα, είναι πιο ήρεμος, ξαναβρήκε την όρεξη κλπ», ωστόσο δεν ξέρεις τι είναι σημαντικό για τον ίδιο τον ασθενή. Ως ψυχίατρος και ψυχαναλυτής, προσεγγίζω τον έφηβο έχοντας ως εργαλείο τις ψυχαναλυτικές έννοιες. Καταρχήν, όπως είπαμε, προσπαθώ να ακούσω τι μου λέει ο ίδιος ο έφηβος και όχι μόνο τι λένε οι πέριξ του εφήβου, για να μπορέσει να αναδυθεί ποια είναι η δική του δυσκολία, τι συνάντησε που του δημιούργησε άγχος ή που τον οδήγησε στην απόπειρα ή στην εγκατάλειψη των σπουδών του. Ας μη ξεχνάμε ότι η εφηβεία είναι η περίοδος κατά την οποία συχνά εκλύεται η ψύχωση. Γι’ αυτό θα πρέπει να μπορείς να διαγνώσεις την ψύχωση ώστε να δώσεις την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή και να μην αφήσεις τον έφηβο έρμαιο της αποδιοργάνωσής του ή του άγχους που τον κατακλύζει.
Γρ.: Ο ψυχαναλυτής δε θα πει όχι εξ ορισμού στο φάρμακο…
Ε.Θ.: Όχι βέβαια. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν θα αφήσουμε τον έφηβο που έχει εκλύσει τη ψύχωσή του να κατακλύζεται από τα ψυχωσικά φαινόμενα. Αν μάλιστα θέτει και σε κίνδυνο τη ζωή του, υπάρχει ένας λόγος παραπάνω για να δώσουμε αγωγή, ώστε να μπορέσει να ανακουφιστεί και να βρει την ηρεμία που θα του επιτρέψει να εργαστούμε. Αν είναι υπό την επήρεια φωνών ή αποδιοργανωτικού άγχους, δε θα μπορέσει να κάνει τίποτα. Σε αυτές λοιπόν τις περιπτώσεις θα τον βοηθήσουμε οπωσδήποτε με φαρμακευτική αγωγή, για να μπορέσει να συνεχίσει τη θεραπεία του. Φάρμακα χορηγούμε και σε μη ψυχωσικές καταστάσεις, όταν τα συμπτώματα του εφήβου τον εμποδίζουν και τον δυσκολεύουν στην καθημερινή του ζωή. Με το φάρμακο στοχεύουμε στην ανακούφιση του εφήβου έτσι ώστε να καταστεί εφικτή η θεραπεία του, να συνεχίσει δηλαδή να έρχεται στις συναντήσεις μας.
Γρ.: Στην εποχή μας, η οποία χαρακτηρίζεται από την ταχύτητα και την πληθώρα από ετοιμοφόρετες επιλογές από τις οποίες κατακλύζονται, πώς ανταποκρίνονται οι νέοι σε μια ψυχαναλυτική προσέγγιση, όπου απαιτείται χρόνος και μια διαδικασία υποκειμενικής ανάληψης του λόγου, πολύ διαφορετική από αυτή που συνηθίζεται στις άλλες πτυχές της ζωής τους;
Ε.Θ.: … είναι αυτό το πνεύμα της ταχύτητας της εποχής, το fast track. Η προσέγγισή μας βρίσκεται στον αντίποδα αυτής της λογικής, είναι μια ολόκληρη διεργασία, θέλει το χρόνο της. Ως προς αυτό, η μεταβιβαστική σχέση έχει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο, αν εγκατασταθεί η μεταβίβαση με τον κλινικό, τότε δεν τίθεται ζήτημα χρόνου, ο έφηβος έρχεται κανονικότατα στα ραντεβού του όσο καιρό χρειάζεται.
Γρ.: Η ψυχανάλυση λοιπόν στο ίδρυμα αντέχει;
Ε.Θ.: Αντέχει, αν αγκιστρωθεί και ο ενδιαφερόμενος. Είναι θέμα ευτυχούς συνάντησης, ο έφηβος έχει τη δυνατότητα να συναντήσει τον ψυχαναλυτικό λόγο διαμέσου των ψυχαναλυτών που εργάζονται στους θεσμούς και στα ιδρύματα.

