Χρονικό : « Το ασυνείδητο στην κρίση »
 
Η Ελλάδα σύμπτωμα της Ευρώπης
 του Ρεζινάλντ Μπλανσέ
 
«Η πορεία της εξέλιξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης μοιάζει πολύ με μια ακολουθία ραγδαίας οικονομικής άνθησης και στη συνέχεια έκρηξης, δηλαδή με μια οικονομική φούσκα» (Georges Soros, Le Chaos financier mondial, εκδόσεις Presses de la Cité, Ιανουάριος του 2012, σελ. 42). Η  συρρίκνωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μια οικονομική φούσκα  θα μπορούσε να θεωρηθεί χοντροκομμένη διάγνωση αν δεν προερχόταν από έναν ειδήμονα. Ο γνωστός δισεκατομμυριούχος Georges Soros είναι επίσης ένας έμπειρος διαχειριστής κερδοσκοπικών κεφαλαίων. Προφανώς βέβαια θα μας βόλευε να ισχυριστούμε πως αυτός ο ειδήμων της διεθνούς χρηματοπιστωτικής αγοράς υποκύπτει εδώ στον επαγγελματικό αυτισμό που διακωμωδεί η γιαπωνέζικη παροιμία σύμφωνα με την οποία «εάν το μόνο σας εργαλείο είναι ένα σφυρί, όλα μοιάζουν μ’ ένα καρφί». Δεν πρόκειται όμως διόλου γι’ αυτό. Οι ειδικοί συμφωνούν όλοι μεταξύ τους. Η Ευρωζώνη κινδυνεύει με διάσπαση. Η οικονομική κρίση από την οποία πλήττεται μεταφράζει την αποκλίνουσα εξέλιξη των εθνικών οικονομιών που την απαρτίζουν.Πιο συγκεκριμένα, η Γερμανία παρουσιάζει ένα πλεονασματικό ισοζύγιο πληρωμών χάρη στη διαφορά που την χωρίζει από τους εμπορικούς ευρωπαίους εταίρους της που το εμπορικό τους ισοζύγιο παραμένει ελλειμματικό. Από την άλλη, εξαιτίας της πολιτικής συρρίκνωσης των μισθών που ακολουθήθηκε τη δεκαετία του ‘90 και των θυσιών στις οποίες συναίνεσε προς τούτο ο ενεργός πληθυσμός της, η γερμανική οικονομία έγινε η πιο ανταγωνιστική της Ευρώπης, κυρίως σε σχέση με τις χώρες του Νότου της Ευρωζώνης. Αυτό της επιτρέπει να χρηματοδοτεί το χρέος της με επιτόκια  πολύ πιο χαμηλά απ’ αυτά που πληρώνουν οι τελευταίες (Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία) και η Ιρλανδία.
Σε αυτό το πλαίσιο η Ελλάδα εμφανίζεται ως σύμπτωμα της οικονομικής και νομισματικής Ένωσης.Συμπυκνώνει την προβληματική και αποκλίνουσαεξέλιξη των οικονομιών της ζώνης: πτώση της ανταγωνιστικότητας, υπερχρέωση, βιομηχανικές μετεγκαταστάσεις. Βρίσκεται παγιδευμένη σε ένα ενιαίο νόμισμα που αντί να κάνει τις οικονομίες της ζώνης να συγκλίνουν προς κοινές σταθερές, όπως αναμενόταν, διευρύνει τις αποκλίσεις επιδόσεων. Αντί να αυξάνει την παραγωγικότητα έγινε η πηγή του σχηματισμού μια σειράς από φούσκες με βάση μια γενικευμένη υπερχρέωση. Η Ελλάδα αποτελεί τυπικό παράδειγμα αυτού του φαινομένου. Παγιδεύτηκε σ’ αυτή τη γενική κίνηση των οικονομιών που το πραγματικό της την ξεπερνάει. Όχι πως δεν απέσπασε κι αυτή, με άνισο όμως τρόπο για τα διαφορετικά τμήματα του πληθυσμού της, κάποιο κέρδος απ’ αυτό. Όχι επίσης πως δεν πρόσθεσε τη δική της αστάθεια στην παγκόσμια αστάθεια. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η παρούσα κρίση φέρει τα χαρακτηριστικά μιας στιγμής αλήθειας. Είναι η στιγμή κατά την οποία πρέπει να λάβουμε υπόψη μας την αποχαλίνωση του πραγματικού χωρίς ωστόσο να μπορούμε να εντοπίσουμε τη λύση που θα απαιτούσε η αντιμετώπισή της. Εξόν επίσης και τα φαινόμενα σύγχυσης ή και υποκειμενικής απόκλισης που παρατηρούνται στους άμεσα εμπλεκόμενους, και κυρίως στους πολιτικούς και οικονομικούς υπεύθυνους. Τέτοιος είναι ο αντίκτυπος του αδιεξόδου του πραγματικού. Με τους όρους του Georges Soros, η κατάσταση της κρίσης θα απαιτούσε «να συλλογιστούμε το αδιανόητο προκειμένου να καταστήσουμε δυνατό το αδύνατο». Σα να θέλαμε, με άλλα λόγια, να λύσουμε τον τετραγωνισμό του κύκλου.
Με τον ίδιο τρόπο, ο Jacques Sapir (Faut-il sortir del’euro?, εκδόσεις LeSeuil, Ιανουάριος του 2012) αναφέρεται στο «κλασικό φαινόμενο γνωστικής ασυμφωνίας» που πλήττει τους παράγοντες της πολιτικής και οικονομικής ζωής. «Η γνωστική ασυμφωνία περιγράφει την απόκλιση που υπάρχει ορισμένες φορές ανάμεσα στην αναπαράσταση της πραγματικότητας και την ίδια την πραγματικότητα». Λαμβάνει τη μορφή «μιας σύγχυσης και μιας σχεδόν σωματικής δυσκολίας για τους πρωταγωνιστές να δράσουν. Είναι αυτό που αποκαλούμε άρνηση της πραγματικότητας, τόσο εκούσια (περίπτωση όπου μπορούμε να μιλάμε για απόκρυψη) όσο και ακούσια, και μάλιστα ασυνείδητη» (σ. 138-39, σ. 181). Δεν θα μπορούσε κανείς να είναι πιο σαφής όσον αφορά τα αποτελέσματα του πραγματικού, εξ ορισμού μη αφομοιώσιμου από το υποκείμενο, και τη δύναμη που έχει να αποδιοργανώνει το υποκείμενο : στην τάξη της σκέψης, και δη της αντίληψης, αλλά επιπλέον στην τάξη της δράσης, και δη της πράξης.Οι επαναλαμβανόμενες αμφιταλαντεύσεις των ευρωπαίων ηγετών όσον αφορά τη στάση που πρέπει να κρατήσουν σε κάθε επιδείνωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης το αποδεικνύουν επαρκώς.
Η Ελλάδα σύμπτωμα της Ευρώπης δηλώνει λοιπόν καταρχήν την απελπισία μπροστά σ’ αυτό το πραγματικό του οποίου κανένας δεν κρατάει πια πραγματικά τα ηνία.Οι οικονομολόγοι και οι πολιτικοί αναλυτές υπογραμμίζουν εν χορώ πως η χρηματοπιστωτική κρίση αυτοεκπληρώνεται. Το απεχθές χρέος, εκείνο του οποίου η εξόφληση δεν είναι αξιόπιστη λόγω της κατάστασης μιας δεδομένης οικονομίας γεννάει απεχθές χρέος, δηλαδή χρέος που δεν μπορεί να εξοφληθεί δεδομένων των υψηλών επιτοκίων δανεισμού που πρόκειται να του εφαρμοστούν εξαιτίας ακριβώς της αμφιβόλου εξόφλησής του. Για τους ίδιους λόγους η υπερχρέωση παράγει υπερχρέωση, επειδή η εξυπηρέτηση του χρέους πολλαπλασιάζει το χρέος στο άπειρο. Η λογική επί το έργον είναι εκείνη της κατάρρευσης. Το σύστημα αυτοκαταστρέφεται: το όριό του είναι το χωρίς όρια, δηλαδή το μηδέν ή η αιωνιότητα, όπως αγαπάτε. Η κρίση είναι η στιγμή όπου το ενδεχόμενο της αυτοκαταστροφής γίνεται απτό.Είναι γεγονός ότι, όπως το σημειώνει ο J. Sapir, «οι αρχές της Ευρωζώνης έχουν εφεξής χάσει κάθε έλεγχο πάνω στις εξελίξεις». Για να αποκαταστηθεί αυτή η δυνατότητα ελέγχου, θα έπρεπε να τροποποιηθεί εξ ολοκλήρου η αντίληψη των πραγμάτων, να οριστεί μια πολιτική ικανή να συμβιβάζει τα πλέον ασυμβίβαστα (τα συμφέροντα και τις προσδοκίες των μεν και των δε), και αυτό να γίνει χωρίς χρονοτριβή. Ο χρόνος της κρίσης, ο χρόνος που πιέζει είναι ένας καθοριστικός παράγοντας.Οι απαντήσειςπου ήταν λίγο ως πολύ έγκυρες σε μια δεδομένη στιγμή παύουν να ισχύουν το αμέσως επόμενο διάστημα. Καθίστανται αβέβαιες και αντιφατικές. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει λύση. Ακόμα και κάποιου είδους πρόχειρη λύση μοιάζει επισφαλής.
Απ’ αυτή την άποψη επίσης η Ελλάδα εμφανίζεται ως κατεξοχήν σύμπτωμα.Η κατάστασή της είναι απλούστατα αδύνατη. Ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους — είναι το μόνο γεγονός που στέκει, το σημείο του πραγματικού σε σύγκριση με το οποίο όλα τα υπόλοιπα δεν είναι παρά φιλολογία: η Ελλάδα είναι αφερέγγυα. Εφόσον οι συνθήκες παραμείνουν ως έχουν, δεν μπορεί, δεν θα μπορεί να είναι διαφορετικά.Εφεξής λοιπόν δεν υπάρχουν παρά μόνο δύο εναλλακτικές. Στην ουσία είτε η χώρα χρεοκοπεί είτε το χρέος της διαγράφεται. Στην πρώτη περίπτωση η έξοδός της από το ευρώ επιβάλλεται. Θα επιτρέψει στην οικονομία να ανακτήσει την ανταγωνιστικότητα που χρειάζεται η ανάκαμψή της. Η σοβαρή υποτίμηση της δραχμής θα είναι ο μοχλός για αυτό. Το μέγεθός της θα προκαλέσει βραχυπρόθεσμα οικονομική καταστροφή, που σημαίνει τεράστιες θυσίες απ’ όλους. Έχουμε ωστόσο λόγους να φοβόμαστε ότι οι πιο αδύναμοι είναι αυτοί που θα πληρώσουν στην ουσία το βαρύτερο τίμημα. Από την άλλη, απουσία μιας εξωτερικής αρχής που θα τόνιζε την αναγκαιότητά τους, και που ενδεχομένως θα τις επέβαλλε, οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις τις οποίες έχει επείγουσα ανάγκη η χώρα και που σχετίζονται κυρίως με την αναδιοργάνωση του κρατικού μηχανισμού, θα βρίσκονταν αφημένες στην τύχη των περιστάσεων, και ενδεχομένως του πολιτικού καιροσκοπισμού, του τόσο βαθιά ριζωμένου στα ήθη. Η είσπραξη των φόρων, με αναγκαία προϋπόθεση την καθυπόταξη όλων στην υποχρέωση συνεισφοράς και η κατάργηση των σκανδαλωδών εξαιρέσεων (μεταξύ άλλων εφοπλιστές, πλούσια Ορθόδοξη Εκκλησία), όπως και η μετέπειτα ισομερής κατανομή τους, θα επιβαλλόταν αναμφίβολα σαν μια από τις βασικές προτεραιότητες. Η οδός της νομισματικής χειραφέτησης αποτελεί επομένως ένα στοίχημα. Είναι ένα στοίχημα με υψηλό ρίσκο. Συνδυάζει τη βεβαιότητα μιας βίαιης οικονομικής ταραχής με το αβέβαιο των τελείως απαραίτητων μεταρρυθμίσεων. Το στοίχημα όμως αυτό παραλείπει επιπλέον τη βαρύτητα του ενδεχόμενου, την εμφάνιση «του απρόσμενου γεγονότος», η οποία καθίσταται πάντα πιθανή, και μάλιστα δυνατή σε μια συγκυρία σοβαρής κρίσης που οι ανυπολόγιστες επιπτώσεις της ενδέχεται να φτάσουν — δεν μπορούμε να το αποκλείσουμε — μέχρι το πολιτικό και κοινωνικό χάος. Αντικρίζουμε τότε το εύρος της πρόκλησης. Είναι πραγματικά αποτρεπτική. Σπάνιοι όσοι εδώ δηλώνουν διατεθειμένοι να υποστηρίξουν αυτό το στοίχημα. Οι Έλληνες ψηφοφόροι, από την πλευρά τους, το κατέδειξαν πρόσφατα με μαζικό τρόπο. Επιθυμούν να παραμείνουν μέσα στην Ένωση και μέσα στο ευρώ.
Η εναλλακτική της ουσιαστικής διαγραφής του χρέους προϋποθέτει την χρηματοδότησή του από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην παρούσα κατάσταση η προοπτική αυτή εμφανίζεται ως χίμαιρα. Η Ευρώπη του Βορρά το αρνείται.Ακόμα κι αν η χώρα προσανατολιζόταν έτσι πολιτικά, υπό την προϋπόθεση ότι η οικονομική βοήθεια δε θα ήταν άνευ όρων και δε θα αποτελούσε μια επιχορήγηση χωρίς επιστροφή, οι θεσμικοί όροι εφαρμογής της θα απαιτούσαν μακρές διαδικασίες διαμόρφωσης. Ας σκεφτούμε μόνο τη μεταρρύθμιση του καταστατικού της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας: απαιτεί την θέσπιση πλήθους συνταγματικών τροποποιήσεων στο εσωτερικό των κρατών-μελών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, και πιο απλά η ευρωπαϊκή δημοσιονομική και φορολογική ένωση, δεν είναι για το άμεσο μέλλον. Οι μεταβιβάσεις εθνικής κυριαρχίας από το εθνικό προς το ευρωπαϊκό επίπεδο θα εγείρουν επιπλέον λεπτά ζητήματα σχετικά με την εξάσκηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Σε κάθε περίπτωση, κι αν υποθέσουμε ότι οι λαοί θα έδιναν τη συγκατάθεσή τους σ’ ένα τέτοιο σχέδιο — προοπτική διόλου σίγουρη —, η υλοποίησή του θα απαιτήσει σίγουρα πολύ χρόνο. Αλλά πολύ περισσότερο κι από το ασυνείδητο, η κρίση δεν αφήνει χρόνο στον χρόνο. Οι μεταβιβάσεις πόρων από τον Βορρά προς το Νότο, το είδος του σχεδίου Marshall που προτείνουν οι οικονομολόγοι ώστε να διορθωθούν τα δομικά ελλείμματα των οικονομιών της ευρωπαϊκής περιφέρειας, δε θα μπορούν να πραγματοποιηθούν απουσία αυτής της συνθήκης: μια ομοσπονδιακή λύση επιβάλλεται. Αυτό σημαίνει για την ώρα πως οι πολιτικές δημοσιονομικής πειθαρχίας ή, με άλλα λόγια, λιτότητας και οικονομικής ύφεσης που επιβάλλει η γερμανική ηγεμονία θα ακολουθηθούν σε πείσμα του οικονομικού παράλογου που καταγγέλλουν οι ειδικοί.
Είναι το άλλο πρόσωπο του ελληνικού συμπτώματος της Ευρώπης. Δεν εκφράζει μόνο αυτό που δεν πάει καλά μέσα στο πραγματικό, το αναπαράγει κιόλας και το εντείνει. Η πολιτική που σκοπεύει να αντιμετωπίσει το σύμπτωμα (δηλαδή τα μέτρα λιτότητας) επιδεινώνει τον επισφαλή χαρακτήρα της οικονομίας και επιβαρύνει την αφερεγγυότητά της. (Βλ. επίσηςτοάρθροτου Paul Krugman στο New York Times, 17/6/2012, «Greece as Victim»). Ιδού λοιπόν το αδιέξοδο. Η έξοδος από το ευρώ ή η παραμονή σ’ αυτό με τους όρους της ύφεσης που επιβλήθηκαν εμφανίζεται ως αδύνατη επιλογή. Αυτή είναι η καρδιά του ελληνικού δράματος: για διαφορετικούς λόγους βέβαια οι δυο εναλλακτικές είναι εξίσου ανεφάρμοστες. Αν συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό που ισχύει για την Ελλάδα ισχύει, τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών, και για τις υπόλοιπες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, το συμπέρασμα που μοιάζει να επιβάλλεται είναι το εξής: «Δεν αντιμετωπίζουμε πλέον μια κρίση διακυβέρνησης, αλλά μια υπαρξιακή κρίση της Ευρώπης.» Εάν η κατεύθυνση των σημερινών πολιτικών παραμείνει αμετάβλητη, το ζήτημα της διάλυσης της Ευρώπης θα τεθεί, αν μην τι άλλο το ζήτημα της διάλυσης του ενιαίου νομίσματος. Αυτή είναι η άποψη αξιόλογων αναλυτών είτε τοποθετούνται ως υπέρμαχοι του ευρώ, όπως ο Georges Soros, ο Jacques Attali(«Le cinquièmesuicideeuropéen », «Η πέμπτη ευρωπαϊκή αυτοκτονία», 21/11/2011, LExpress, «ConstruisonslEuropedelarelance», «Ας χτίσουμε την Ευρώπη της ανάκαμψης», LeMonde , 9/5/2012) ή ο MichelAglietta (Zoneeuro – Éclatementoufédération, Ευρωζώνη – Διάσπαση ή ομοσπονδία, εκδόσεις Michalon, Ιανουάριος του 2012) είτε ως πολέμιοί του, όπως ο Jacques Sapir(Le Monde, 25/5/2012 ) ή ο FrédéricLordon («Le commencementdelafin», «Η αρχή του τέλους», Le Monde diplomatique, LesblogsduDiplo, 1/09/2011, «Lafaussesolutiondeseurobonds», «Η λανθασμένη λύση των ευρωομολόγων», LesblogsduDiplo, 1/06/2012).
Απ’ αυτή την άποψη, το αποτέλεσμα των εκλογών της 17ης Ιουνίου δε λύνει τίποτα. Όχι πως τα πράγματα θα ήταν πιο ευνοϊκά αν οι κάλπες είχαν βγάλει άλλο αποτέλεσμα. Οι δυο παρούσες επιλογές παρέμειναν. Μπορούσε όμως άραγε να γίνει αλλιώς σ’ αυτές τις συνθήκες οξείας κρίσης και κλονισμού της ίδιας της πολιτικής αντιπροσώπευσης; Πέρα από το διακύβευμα των εκλογών εκείνο που αναδεικνύεται δεν είναι τίποτε λιγότερο από την ανασυγκρότηση του κοινωνικού και πολιτικού συνόλου γύρω από ένα σχέδιο που να ορίζει τον τρόπο με τον οποίο επιθυμεί να εξακολουθεί να ζει μαζί αλλά αλλιώς. Διότι ουδέν κακόν αμιγές καλού. Μπορούμε πλέον να αποφασίσουμε τι δεν πάει άλλο σ’ αυτά που πάνε στραβά. Ο φόβος εν προκειμένω αποδεικνύεται κακός σύμβουλος, και ο πολιτικός τυχοδιωκτισμός επικίνδυνος. Δε φταίνε σ’ αυτό μόνο οι πολιτικοί. Σε περιόδους κρίσης, οι ίδιοι οι λαοί έχουν την τάση να χάνουν το δρόμο τους και να επιρρίπτουν στον Άλλον που τους διχάζει την ευθύνη γι’ αυτό που δεν πάει καλά μέσα στο πραγματικό.Οι πολιτικές του Όμοιου βρίσκουν εδώ εφαλτήριο. Είναι καταρχάς η Γερμανία που ονειρεύεται μια Ευρώπη κατ’ εικόνα και ομοίωσή της. Είναι στην άλλη άκρη ο νέο-ναζιστικός εθνικισμός που μόλις έκανε μια ανησυχητική είσοδο στο ελληνικό Κοινοβούλιο και προωθεί την κάθαρση του ελληνικού αίματος. Ως φόρο υποτέλειας απαιτεί να χυθεί το αίμα του Άλλου: ανθρωποκυνηγητά, σωματικές επιθέσεις εις βάρος μεταναστών και προδοτών που ανέχονται την παρουσία τους. Η δια της βίας ανάδειξη της μυθοπλασίας ενός «εμείς μόνοι μας» χωρίς Άλλον ισοδυναμεί εξ ορισμού με την τοποθέτηση του αντικειμένου απόλαυσης στον Άλλον (ορισμός του ρατσισμού). Αντίστοιχα η στόχευση του Άλλου και της απόλαυσής του (η έλλειψη δημοσιονομικής πειθαρχίας των χωρών του Νότου σε αντίθεση με τον πατροπαράδοτο εγωισμό των χωρών του Βορρά) είναι ένας ύπουλοςτρόπος άρνησης του δικαιώματός του να υπάρχει με την ιδιαιτερότητά του. Η πιο περίπλοκη πτυχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης που σαρώνει την Ευρώπη και πιθανόν προσεχώς ολόκληρη τη Δύση θα μπορούσε όντως τελικά να οφείλεται σ’ αυτόν τον πόλεμο των απολαύσεων. Το χαρακτηριστικό αυτού του πολέμου είναι πως κινητοποιεί μια φαντασιωτική κοστολόγηση της απόλαυσης που ο ισολογισμός της δεν μπορεί ποτέ να ισορροπήσει. Το αξίωμά του που δεν μπορεί εξ ορισμού να διαψευσθεί είναι ότι παντού και πάντα ο Άλλος απολαμβάνει περισσότερο και πέραν του επιτρεπτού. Η Ευρώπη θα καταφέρει άραγε να γίνει και πάλι σύνθωμα, να γίνει δηλαδή εκείνη η μυθοπλασία που θα αποδειχτεί ικανή να συγκρατήσει μαζί αυτά που δεν είναι προορισμένα να ανέχονται το ένα το άλλο; Το ευρωπαϊκό σχέδιο είδε το φως αμέσως μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Επινοήθηκε ακριβώς— πρέπει άραγε να το υπενθυμίσουμε ; — για να απαντήσει στην παράνοια αυτού του πολέμου δηλαδή στη βούληση που εννοεί να καθυποτάξει τον Άλλον, και μάλιστα να τον αφανίσει για να καταργήσει έτσι την Απόλαυση στην πεμπτουσία της.
 
Μετάφραση: Ελένη Μόλαρη και Δημήτρης Αλεξάκης
με επιμέλεια της Νασίας Λινάρδου

ΑΡΘΡΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΑΙΡOΤΗΤΑ

Νέο Βιβλίο

Σινεμά και ψυχανάλυση 25/11/2018