Το Είναι και το Eν
του Ζακ-Αλέν Μιλέρ
 
Το είναι και η ύπαρξη είναι δύο διαφορετικά πράγματα.[1] Ιδού αυτό που διδάσκω φέτος με αφετηρία την τελευταία διδασκαλία του Λακάν.
 Αυτός ο διαχωρισμός των μερών, των επιπέδων, είναι αναγκαίος προκειμένου να στοχαστούμε αυτό που επιβάλλεται από την πρακτική μας και που είναι ένα πεδίο πέραν του περάσματος, δηλαδή αυτό που θα αποκαλέσω επέκεινα του περάσματος (outrepasse). Είναι αυτό που καλούμαστε ως ψυχαναλυτές να επιβεβαιώσουμε σήμερα. Καλούμαστε να απαντήσουμε αφού είναι πολλοί εκείνοι που, πέρα από τη δοκιμασία του περάσματος επιτυχημένη ή όχι, εξακολουθούν να συνεχίζουν την ανάλυση τους. Υπάρχει – είναι μια διαπίστωση – το επέκεινα του περάσματος.
Έτσι, το επέκεινα του περάσματος καθορίζει την αναλυτική εμπειρία από την στιγμή που ξεκινάει. Πράγματι, αυτή η εμπειρία αρχίζει σαν μια αναζήτηση της αλήθειας, μια αναζήτηση που λαμβάνει την μορφή ενός αιτήματος του ψυχαναλυτή που είναι : πες μου την αλήθεια. Αυτό το αίτημα, είτε διατυπώνεται είτε όχι, εκλύει, ευνοεί, τρέφεται απ’ ό,τι έρχεται στον νου του ασθενή. Το αίτημα για αλήθεια εκφέρεται έμμεσα ή όχι ως εξής: πες μου χωρίς φιοριτούρες, χωρίς περιστροφές, με τρόπο ωμό, κάπως άγριο, αυτό που σκέφτεσαι. Και αυτό που θα μου πεις έτσι, θα είναι η αλήθεια σου.
Είναι μια αλήθεια της στιγμής. Ο αναλυτής ξέρει εκ των προτέρων ότι αυτή η αλήθεια δεν είναι οριστική, ότι είναι εξαιρετικά μεταβλητή. Ξέρει ότι ο ασθενής θα πει κάτι άλλο αργότερα, κάτι άλλο που δεν θα είναι το ίδιο. Υπάρχει λοιπόν, από την μεριά του αναλυτή, αυτή η γνώση ότι λέγοντας την αλήθεια λέμε ψέματα, και μάλιστα ότι δεν μπορούμε παρά να πούμε ψέματα. Είναι αυτό που ονομάζουμε το πραγματικό. Ονομάζουμε πραγματικό αυτό για το οποίο δεν μπορούμε να πούμε την αλήθεια παρά μόνο ψευδόμενοι. Το πραγματικό είναι ο λόγος [raison] της ψευδόμενης αλήθειας. Είναι ψεύτρα αν μη τι άλλο επειδή είναι μεταβλητή. Τι ονομάζουμε «το πραγματικό»; Είναι αυτό που δεν μπορούμε να πούμε παρά μόνο ψευδόμενοι. Είναι αυτό που είναι ατίθασο στην αλήθεια, στο ότι λέμε ότι κάτι είναι αλήθεια.
Εδώ διδάσκω. Αλλά δεν διδάσκω μόνο εδώ, κάνω επίσης μια παρουσίαση ασθενών. Είναι μια πρακτική που εγγράφεται στη συνέχεια του Λακάν. Ο ίδιος είχε πάρει την σκυτάλη αυτής της παρουσίασης που ήταν παραδοσιακή στους κύκλους των ψυχιάτρων της εποχής του. Συνίσταται στο να ρωτήσουμε ενώπιον ακροατηρίου ασθενείς που νοσηλεύονται υποθέτοντας ότι μπορούμε να καταδείξουμε τη δομή τους κατά την διάρκεια μιας μοναδικής συνέντευξης προς όφελος των μαθητευόμενων που αποτελούν το ακροατήριο. Είναι μια πρακτική που έχει επικριθεί αφού εγγράφεται στον ψυχιατρικό λόγο. Αλλά ο Λακάν απέρριψε τις ενστάσεις που διατυπώθηκαν στο όνομα μιας ορισμένης εξέγερσης εναντίον των ιδρυμάτων και έτσι αυτή η πρακτική διατηρήθηκε στο φροϋδικό πεδίο.
Έχω λοιπόν τακτικά την ευκαιρία να συνομιλήσω με αυτά τα υποκείμενα που νοσηλεύονται και που έχουν επιλεγεί θεωρούμενα έτοιμα για αυτή την άσκηση. Οι περισσότεροι από αυτούς τους ασθενείς το επιθυμούν, και τις περισσότερες φορές, αν όχι πάντα, είναι διαγνωσμένοι ως ψυχωτικοί. Ε λοιπόν, οφείλω να διαπιστώσω, εδώ και πολλά χρόνια που επιδίδομαι σε αυτή την άσκηση, ότι στην πράξη με εκνευρίζει αυτή η διάγνωση, και τούτο γιατί αναφέρεται στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα δηλαδή στην λειτουργία του πατρός θεωρούμενη στην καθολικότητά της. Αυτή ακριβώς η λειτουργία του πατρός είναι εδώ το θέμα.
Η καθολικότητα ως τέτοια υποστηρίζεται στο επίπεδο του είναι. Αλλά η καθολικότητα ενός ορισμού δεν εξασφαλίζει με κανέναν τρόπο ότι μια ύπαρξη την εγγυάται. Η ύπαρξη είναι άλλης τάξεως από την καθολικότητα. Τον πατέρα τον στοχαζόμαστε με αφετηρία το καθολικό, δηλαδή σαν εκείνον που λέει όχι, σαν τη λειτουργία που εγείρει τον ευνουχισμό σε γενικό νόμο -και ποιος εξαιρείται; Είναι αυτό που προβλημάτισε τον Λακάν και τον οδήγησε στη σύνδεση του οιδιποδείου συμπλέγματος με την φροϋδική κατασκευή του Τοτέμ και Ταμπού. Επανήλθε σ’ αυτό πολλές φορές, αλλά είναι στην τελευταία διδασκαλία του που συνάγει τα συμπεράσματά του ξεριζώνοντας τον πατέρα από το καθολικό- τον πατέρα που όταν αναφέρεται στον ενικό τον εγείρεται σε τοτέμ της καθολικότητας.
Ο Λακάν έκανε πολλά, στην προηγούμενη διδασκαλία του, για να καθολικοποιήσει τη λειτουργία του πατέρα. Αυτή την άρση του πατέρα σε εκείνον που λέει όχι την έκαναν μάλιστα ένα διακριτικό γνώρισμα του λακανισμού. Πρόκειται για τον πατέρα που λέει όχι, που απελευθερώνει το υποκείμενο από την υποβολή του στην σχέση με την μητέρα και στην απόλαυση που αυτή η σχέση συνεπάγεται. Είναι μάλιστα από αυτή την σκοπιά που διδάσκουν συνήθως τον Λακάν, δηλαδή σαν εκείνον που κατάφερε να εξαγάγει από τον Φρόιντ την καθολικότητα της πατρικής λειτουργίας. Ε λοιπόν, η τελευταία διδασκαλία του Λακάν ξεριζώνει, αντίθετα, τον πατέρα από το καθολικό. Τον εγκαθιστά όχι στην καθολικότητά του αλλά στην ενικότητά του. Πρέπει μάλιστα να απορρίψουμε, στο όνομα αυτής της ενικότητας, τον ενικό που καθιστά καθολικό τον πατέρα. Πράγματι, αυτό που κάνει κάποιον πατέρα, τον δικό σας πατέρα, είναι εκείνο που ενικοποιεί την επιθυμία του για μία γυναίκα ανάμεσα σε όλες τις άλλες. Είναι κανονιστικός μόνον εφόσον η επιθυμία του είναι ενική. Αυτό ο Λακάν το αποκάλεσε στροφή-προς-τον-πατέρα [père-version][2]. Αυτή η λέξη κυκλοφόρησε χωρίς να καταλαβαίνουμε την λογική της, ενώ αυτό που ο Λακάν κατονόμαζε έτσι ήταν η ενικότητα του κάθε πατέρα σε σχέση με την καθολικότητα του πατέρα, επισημαίνοντας με αυτό τον τρόπο, ότι αν ένας πατέρας ταυτίζεται με την καθολική λειτουργία του πατέρα, αυτό δεν μπορεί παρά να παράγει ψυχωτικά αποτελέσματα.
Στο καθολικό επίπεδο, στο επίπεδο του για κάθε χ – για να χρησιμοποιήσω εδώ τους όρους της ποσοτικής λογικής– έχουμε, βεβαίως, μια καθολική αλήθεια, η οποία όμως δεν είναι λειτουργική. Δεν είναι λειτουργική γιατί δεν εγγυάται καμία ύπαρξη. Στο επίπεδο του καθολικού μπορείτε βεβαίως να στηρίξετε το είναι του πατέρα, αλλά η ύπαρξη ενός πατέρα που λειτουργεί ως τέτοιος είναι άλλο πράγμα. Είμαστε λοιπόν στο επίπεδο της ενικότητας, και είναι αυτή η ενικότητα που αξίζει να χαρακτηρισθεί διαστροφική. Είναι διαστροφική επειδή διαψεύδει και απορρίπτει κάθε νόρμα, κάθε στάνταρτ, κάθε για κάθε χ.
Εκεί αρμόζει να ακολουθήσουμε τη διαφορά ανάμεσα στο είναι και την ύπαρξη. Το είναι βρίσκεται στο επίπεδο του καθολικού και αυτό το επίπεδο ως τέτοιο αδιαφορεί για την ύπαρξη. Ένας ορισμός ισχύει ακόμα και αν κανένα είναι δεν εγγράφεται σε αυτόν. Αυτό ανέδειξε η σύγχρονη λογική σε σχέση με τον Αριστοτέλη. Ο Λακάν επέμεινε σε αυτή τη λογική επειδή απαντούσε σε αυτό που η εμπειρία του υποδείκνυε. Το είναι βρίσκεται στο επίπεδο της καθολικότητας, αλλά η ύπαρξη βρίσκεται στο επίπεδο της ενικότητας.
Οφείλω να διαπιστώσω ότι όταν κάνω την παρουσίαση ασθενών προσπαθώ να μην ακολουθώ τη διάγνωση της ψύχωσης. Όχι ότι την απορρίπτω. Μπορώ να την παραδεχθώ, φυσικά, αν μπω στις συντεταγμένες που υπαγορεύει η καθολικοποιούσα κλινική που χαράζει ένα απροσπέλαστο όριο ανάμεσα στην νεύρωση και την ψύχωση. Αλλά ας πούμε ότι προσπαθώ μάλλον να διαλύσω την εγγραφή του περιστατικού στην καθολικότητα. Αγνοώ το καθολικό για να επικεντρωθούμε στην ενικότητα, και μάλιστα στην πρωτότυπη επινόηση που επιδεικνύει το εν λόγω υποκείμενο – υποκείμενο που σε κάποια δεδομένη στιγμή βρέθηκε σε σύγχυση, χαμένο, αυτοκτονικό, σαστισμένο, μέχρι να φτάσει να ζητήσει να νοσηλευτεί στο νοσοκομείο. Είναι όμως ένα υποκείμενο που προηγουμένως είχε επινοήσει κάτι το ενικό που υποστήριζε για κείνο την πατρική λειτουργία, και που του επέτρεπε να τακτοποιήσει την εμπειρία του, την εμπειρία που είχε από τον κόσμο. Εξάλλου, στην πράξη, δεν υπάρχουν δύο που να είναι όμοια. Αλλά για να το αντιληφθούμε, πρέπει να διαγράψουμε την γνώση που αποκτούμε από το καθολικό.
Αυτό που ο Λακάν σε τελική ανάλυση, ονομάζει «ο πατέρας» είναι αυτό που συνιστά εξαίρεση και ύπαρξη σε σχέση με την καθολικότητα. Ο πατέρας δεν είναι το καθολικό, είναι αυτό που ως ενικό κρατιέται εκτός του καθολικού. Το καθολικό είναι στο επίπεδο της λειτουργίας, αλλά αυτή η λειτουργία δεν ενσαρκώνεται και δεν λειτουργεί παρά με τη μορφή της ενικότητας. Αυτό σημαίνει ότι αρμόζει να μην πνίξουμε την ύπαρξη μέσα στην πίστη μας στο όλο, στην άποψή μας που θέλει κάτι να ισχύει για όλους, αλλά να το υποκαταστήσουμε με την οπτική του Ενός. Αυτό μας υποδεικνύει η έκφραση του Λακάν: Υπάρχει Εν. Την παίρνω εδώ στο κλινικό επίπεδο καθώς και σαν πρόσκληση να θυσιάσουμε τον ολοκληρωτισμό της καθολικότητας στην ενικότητα του Ενός. Θεωρώντας τον πατέρα με το οριστικό άρθρο που τον φέρει στην ουσία στο επίπεδο του Ενός, τον επανατοποθετούμε στο επίπεδο του συμπτώματος.
Η διδασκαλία του Λακάν που εγκαινιάζεται με το «Λειτουργία και πεδίο της ομιλίας και της γλώσσας στην ψυχανάλυση» κορυφώνεται με το ζήτημα της φαντασίωσης. Καθορίζει στην ανάλυση ένα τέλος που μεταφράζεται με την έννοια της υπέρβασης της φαντασίωσης. Είναι στο επίπεδο της φαντασίωσης που υποτίθεται ότι θα λυθεί για το υποκείμενο το ζήτημα του είναι, δηλαδή το δικό του Ποιος είμαι; και μάλιστα το δικό του Τι είμαι; Το είναι εμφανίζεται ουσιαστικά με την μορφή ενός ερωτήματος καλώντας απαντήσεις που είναι εξαιρετικά μεταβλητές και που συγκλίνουν προς ένα ορισμένο τίποτα ή προς αυτό το κάτι που ο Λακάν ονόμασε αντικείμενο α, και που είναι μια ορισμένη τροπικότητα του είναι δηλαδή ακόμα ένα προσποιητό.
Η τελευταία διδασκαλία του Λακάν έχει μια άλλη πυξίδα, που είναι το σύμπτωμα και που εγκαινιάζεται με την έκφρασηυπάρχει Εν[yadlUn]. Εκεί το σύμπτωμα δεν είναι ερώτηση αλλά απάντηση του υπάρχοντος, απάντηση του Ενός που είναι το υποκείμενο. Ε, λοιπόν λέω ότι αυτό καθορίζει τον τρόπο που λειτουργεί ο αναλυτής από την αρχή μιας ανάλυσης. Δεν είναι το ίδιο πράγμα να προσανατολίζεται με βάση τη φαντασίωση και το ζήτημα του είναι με το να προσανατολίζεται με βάση το σύμπτωμα ως απάντηση του υπάρχοντος.
Ας πούμε ότι μπορούμε να κάνουμε ένα βραχυκύκλωμα. Στο επίπεδο της φαντασίωσης είναι προς επίλυση το ζήτημα των σημασιών του είναι που υποστηρίζονται από την επιθυμία με δεδομένο ότι αυτές οι σημασίες είναι ικανές μιας επίλυσης που, σε όλες τις περιπτώσεις, τείνει προς το μηδέν – ρέπω εδώ προς το καθολικό, αλλά θα το μερικοποιήσω λέγοντας: σε όλες τις περιπτώσεις όπου υπάρχει φαντασίωση, σε όλες τις περιπτώσεις όπου τίθεται το ζήτημα του είναι και όπου το υποκείμενο θεωρεί ότι είναι το μόνο που μπορεί να απαντήσει. Αυτή η επίλυση, το είπα, τείνει προς το μηδέν, δηλαδή σε αυτό που ο Λακάν ονομάζει αποποίηση του είναι [desêtre]. Το ζήτημα του είναι, σε όλες τις περιπτώσεις όπου τίθεται, καταλήγει στην αποποίηση του είναι. Πρόκειται για μια οντολογική επίλυση. Εξάλλου έχει γίνει αντιληπτή σε μεγάλο βαθμό πέραν του λακανικού κύκλου. Αντιλήφθηκαν πολύ καλά αυτή την δραστηριότητα συρρίκνωσης και συγκέντρωσης στην ανάλυση, σε σημείο που ο αναλυτής χαρακτηρίστηκε shrink head, συρρικνωτής κεφαλιού. Ήταν ένας τρόπος για να εκφραστεί αυτή η οντολογική επίλυση.
Όταν έχουμε να κάνουμε με έναν νευρωτικό στον οποίο δίνουμε την δυνατότητα να πει ό,τι του περνάει από το μυαλό, ε λοιπόν γενικά αρκεί να περιμένουμε. Αρκεί να περιμένουμε για να φτάσουμε στην αποποίηση του είναι. Αλλά στο επίπεδο του συμπτώματος, δεν υπάρχει ακριβώς επίλυση μέσω της αποποίησης του είναι. Η αποποίηση του είναι δεν αγγίζει τουπάρχον. Ο δρόμος που μας υποδεικνύει ο Λακάν στα τελευταία χρόνια της διδασκαλίας του, επικεντρώνεται ακριβώς στο σύμπτωμα, δηλαδή στο υπάρχον και όχι στο είναι. Το σύμπτωμα δεν είναι, αν μπορώ να το πω έτσι, ένα μόρφωμα της ομιλίας. Συνδέεται με μια εγγραφή καθώς είναι μόνιμο. Εκεί διαχωρίζεται από το όνειρο, το ευφυολόγημα, την παραδρομή και την παραπραξία. Έτσι, το σύμπτωμα μας υποχρεώνει να πάμε πέρα από την λειτουργία της ομιλίας στο πεδίο της γλώσσας. Λόγω της μονιμότητάς του υποχρεώνει να εισάγουμε την βαθμίδα της γραφής.
Είναι αυτό ακριβώς που οδήγησε τον Λακάν να μην ικανοποιείται με τον ορισμό του ασυνειδήτου ως λόγου του Άλλου, αλλά να το καταστήσει επίσης μια γνώση. Είναι αυτό που τον απέτρεψε από το να συλλάβει το ασυνείδητο μόνο με όρους αλήθειας – που είναι αλήθεια της στιγμής, αλήθεια που αρνείται τον εαυτό της, και μάλιστα που απωθείται. Μπορούμε να μιλάμε δια μακρών για το ασυνείδητο με όρους αλήθειας αλλά το σύμπτωμα ενίσταται στο ότι όλο για το ασυνείδητο βρίσκεται σε αυτό το επίπεδο. Ο Φρόιντ το προσπάθησε αλλά συνάντησε την ένσταση της μονιμότητας του συμπτώματος, ακόμα και μετά την ερμηνεία του. Χρειάστηκε να επινοήσει την αρνητική θεραπευτική αντίδραση για να εξηγήσει την αντίσταση του συμπτώματος να εξαφανιστεί παρόλο που η αλήθεια του έχει αποσαφηνιστεί. Αντίθετα, η τελευταία διδασκαλία του Λακάν εκκινεί από αυτήν ακριβώς την αντίσταση και μας καλεί να αναστοχαστούμε την ψυχανάλυση θεωρώντας το ασυνείδητο όχι μόνο το λόγο του Άλλου, αλλά θεωρώντας το επίσης μια γνώση.
Πώς πρέπει να αντιληφθούμε αυτή τη γνώση; Μπορούμε να την αντιληφθούμε –έτσι εξάλλου ο Λακάν την εισήγαγε - σαν μια γνώση που προσδίδει νόημα, που συμπληρώνει ένα σημαίνον S1 με ένα άλλο σημαίνον S2, σημαίνον της γνώσης που προσδίδει νόημα στο πρώτο. Υπάρχει όμως και ένας άλλος ορισμός της γνώσης που δεν περνά μέσα από την απόδοση νοήματος που αποδεικνύεται ανίκανη να απορροφήσει εκείνο που ο ίδιος ο Φρόιντ ονόμαζε τα υπολείμματα του συμπτώματος. Αυτός ο άλλος ορισμός είναι ο ορισμός μιας γνώσης ως σκέτηςεπαναληπτικότητας του S1, πρόκειται δηλαδή για μια ταυτότητα του εαυτού με τον εαυτό που διατηρείται και που αποτελεί το ίδιο θεμέλιο του υπάρχοντος.
Ο Λακάν μας προσκάλεσε τελικά να στοχαστούμε το ασυνείδητο, όχι με αφετηρία αυτό που προσδίδει νόημα, όχι με αφετηρία την αλήθεια, αλλά σαν αυτό που συνίσταται σε ένα σημαίνον που μπορεί να εγγραφεί με ένα γράμμα. Εκεί βέβαια ταλαντεύτηκε. Δεν κατέληξε εκεί εξαρχής, προσπάθησε να βρει πώς να προσαρμοστεί. Πέρασαν χρόνια πριν πει, αντίθετα με αυτό που ήταν η πιο γνωστή διδασκαλία του, ότι το ασυνείδητο πρέπει να το στοχαστούμε με αφετηρία την επαναληπτικότητα, την σκέτηεπαναληπτικότητα και όχι με αφετηρία την απόδοση νοήματος. Αν μπόρεσε να πει, στο τελευταίο του γραπτό της συλλογής που ονόμασα Άλλα γραπτά, ότι το ασυνείδητο είναι πραγματικό, είναι επειδή επέλεξε να τοποθετήσει το ασυνείδητο στο επίπεδο του συμπτώματος, του συμπτώματος που εξακολουθεί να εμμένει μετά την ερμηνεία, του συμπτώματος που παραμένει μετά την αλήθεια.
Ο Φρόιντ, στην αρχή της πρακτικής του, δεν βρέθηκε ποτέ αντιμέτωπος με αυτό. Αλλά όταν οι αναλύσεις άρχισαν να επιμηκύνονται σε διάρκεια σχημάτισε μια ιδέα, και ήταν αυτό που τον ανάγκασε να αναθεωρήσει την τοπική του, να επινοήσει μια δεύτερη για να προσπαθήσει να κατανοήσει αυτή την ύπαρξη του συμπτώματος επέκεινα της ερμηνείας δηλαδή ως επαναληπτικότητα. Ο Λακάν συνέλεξε μέσα από το στόμα ενός από τους ασθενείς του μια διατύπωση που υιοθέτησε και που καθιστούσε το σύμπτωμα ισοδύναμο των αποσιωπητικών, ένα και ούτω καθεξής. Αυτός είναι ένας τρόπος να εκφραστεί με αφετηρία τα σημεία στίξης της γραφής το ότι η ομιλία – εκείνη που ο αναλυτής ζητάει και εκείνη που του παρέχουμε μέσα στην εμπειρία – εξαρτάται από μια γραφή, αρθρώνεται με τη μονιμότητα του συμπτώματος που επαναλαμβάνεται.
Η επαναληπτικότητα δρα επαναλαμβάνοντας μια διαδικασία. Όταν οι πλάνες έχουν εξαφανιστεί, όταν έχουν διαλυθεί μέσα στην αποποίηση του είναι, παραμένει, πέρα από αυτή την αποποίηση του είναι, η επαναληπτικότητα. Η επαναληπτικότητα του συμπτώματος ενέχει –τουλάχιστον είναι εντοπισμένη σε αυτό- ένα ενικό γεγονός [semelfactif]. Semelστα λατινικά σημαίνει «μία φορά».  Ένα ενικό γεγονός είναι ένα μοναδικό γεγονός που, θα λέγαμε, ότι έχει αξία τραύματος. Η τελευταία διδασκαλία του Λακάν μας προσκαλεί να προσεγγίσουμε, για την ακρίβεια πέρα από την φαντασίωση, αυτό το ενικό γεγονός που ονομάζεται στην κλινική «τραύμα» και που είναι η συνάντηση με την απόλαυση. Εκεί βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στην απόλαυση με την έννοια του Λακάν και τη φροϋδική λίμπιντο. Η απόλαυση συνδέεται σε όλες τις περιπτώσεις με μια συνάντηση με ένα ενικό γεγονός που διατηρείται ανέγγιχτο και προηγείται κάθε διαλεκτικής.
Αυτό που απομένει από το σύμπτωμα όταν έχει ερμηνευθεί, όταν η φαντασίωση έχει εξαντληθεί, όταν η αποποίηση του είναι έχει κατακτηθεί, είναι ό,τι δεν είναι διαλεκτικό αλλά παρουσιάζει και αντανακλά το μία μόνη φορά. Όταν το σύμπτωμα είναι αποσαφηνισμένο, όταν μέσα στην εμπειρία, και φυσικά μέσα στην ομιλία, γίνεται αντιληπτό στην πιο καθαρή του μορφή, φαίνεται ότι είναι, όπως λέμε στα μαθηματικά, ομώνυμο. Αντιλαμβανόμαστε ότι το σύνολο είναι όμοιο με ένα από τα μέρη του και ως προς αυτό το σύμπτωμα είναι κλασματογενές. Όταν ασχολούμαστε με αυτό που μένει πέραν του περάσματος είναι αυτό που συναντάμε: το σύμπτωμα ως ομώνυμο, πράγμα που μας επιτρέπει να διακρίνουμε ότι όλα όσα είχαμε διανύσει προηγουμένως δεν αντανακλούσαν παρά αυτή την ίδια δομή.
Αυτό έχει συνέπειες όσον αναφορά τον τρόπο που ακούει ο ψυχαναλυτής. Ο αναλυτής μπορεί να ακούει στο επίπεδο της διαλεκτικής δηλαδή να ακούει συμβαδίζοντας και ακολουθώντας της διακυμάνσεις της οντολογίας του λόγου του ασθενή, δηλαδή αυτού που αποκτά νόημα για κείνον. Στη συνέχεια, κατά την διάρκεια της ανάλυσης, αυτό το νόημα σταδιακά ξεθωριάζει, μαραίνεται και εξαφανίζεται. Σε γενικές γραμμές αυτή η οντολογία κατευθύνεται προς την αποποίηση του είναι και ακολουθείται από επιπτώσεις που για το υποκείμενο είναι επιπτώσεις κατάθλιψης αφού δεν είχε επιθυμήσει παρά αέρα κοπανιστό, αλλά επίσης και ενθουσιασμού αφού απελευθερώθηκε από αυτό που βάραινε τη λιβιδινική του ζωή.
Βεβαίως, ο ψυχαναλυτής μπορεί τότε να αποκρυσταλλώσει αυτή την ερμηνεία του αναλυόμενου με παρεμβάσεις που να την ευνοούν και που είναι πάντα ερμηνείες της αποποίησης του είναι. Αλλά υπάρχει και ένας δεύτερος τρόπος να ακούει ο ψυχαναλυτής με βάση την επαναληπτικότητα, τρόπος που κατευθύνεται προς την ύπαρξη. Ο αναλυτής κινείται ανάμεσα σε αυτούς τους δυο τρόπους γιατί υπάρχουν εκεί δύο διαστάσεις που δεν συνδέονται παρά από ένα χάσμα. Όπως λέει ο Λακάν στο προτελευταίο του γραπτό, «Τζόυς το σύμπτωμα», υπάρχει μια διάσταση όπου το υποκείμενο ζει από το είναι. Ο Λακάν παίζει με ένα διφορούμενο,  με το η ζωή τού είναι [viedel’être] και το εκκενώνει είναι [videdel’ être]. Το υποκείμενο ζει από το είναι και την ίδια στιγμή το εκκενώνει. Μοίρα του υποκειμένου είναι αυτή η εκκένωση όπου και το συνοδεύουμε.
Όμως υπάρχει και η άλλη διάσταση, δηλαδή το γεγονός ότι το υποκείμενο έχει ένα σώμα. Πρέπει να προσεγγίσουμε τη διαφορά του είναι και της ύπαρξης για να δώσουμε αξία στη διαφορά του είναι και του έχειν. Το έχειν, έχω ένα σώμα, είναι από την μεριά της ύπαρξης. Είναι μια γνώση που δεν σημαδεύεται παρά μόνο με βάση το κενό του υποκειμένου. Γι’ αυτό, όταν εγκατέλειψε τον όρο του υποκειμένου, του υποκειμένου της ομιλίας κυρίως, ο Λακάν επινόησε τον όρο του ομιλ-όντος. Βασικά ανέδειξε έτσι τη ρίζα αυτού που ονόμαζε προηγουμένως το υποκείμενο ως εν ελλείψει είναι. Με αυτόν τον όρο του ομιλ-όντος υπογράμμισε ότι το είναι που έχει αυτό το υποκείμενο σχετίζεται μόνο με την ομιλία, αλλά δεν μπορεί να τεθεί ως τέτοιο –αυτό τουλάχιστον άφησε να εννοηθεί ο Λακάν– παρά με βάση το σώμα, με βάση το γεγονός ότι το υποκείμενο έχει ένα σώμα. 
Τι κάνει το υποκείμενο αυτό το σώμα που έχει; Το σώμα σημαδεύεται κυρίως από το σύμπτωμα, και είναι ως προς αυτό που το τελευταίο μπορεί να ορισθεί ως σωματικό συμβάν. Αυτό υποθέτει ότι αυτό το σώμα είναι σημαδεμένο από το σημαίνον- δηλαδή από τι; Από την ομιλία ως εγγεγραμμένη και που μπορεί συνεπώς να εκπροσωπηθεί από ένα γράμμα. Είναι αυτή η εγγραφή που μπορεί να χαρακτηρισθεί με το όνομα «φροϋδικό ασυνείδητο».
Όλα αυτά – σας το επισημαίνω –προέρχονται από την έκφραση υπάρχει Εν.   Αυτή η έκφραση σημαίνει ότι υπάρχει σύμπτωμα. Πέραν της αποποίησης του είναι, παραμένει το σωματικό συμβάν. Το υπάρχει Εν είναι μια διατύπωση που αποτελεί το πρώτο βήμα του δεν υπάρχει (σεξουαλική) σχέση ανάμεσα στα φύλα. Το ότι δεν υπάρχει σχέση ανάμεσα στα φύλα είναι η συνέπεια της πρωτοκαθεδρίας του Ενός καθώς σημαδεύει το σώμα με ένα συμβάν απόλαυσης.
Αυτό το Ένα δεν είναι, όπως ξέρετε, το Ένα της συγχώνευσης, αυτό που με αφετηρία το δύο θα έκανε τον Έρωτα στον οποίο αναφέρθηκε ο Φρόιντ. Αναφέρθηκε στον Έρωτα αλλά έπρεπε την ίδια στιγμή να αναδυθεί και ο Θάνατος για να αντιταχθεί στη συγχώνευση. Ε λοιπόν, η ανάδυση του Θανάτου δίπλα στον Έρωτα είναι αυτό που ο Λακάν επεξηγεί λέγοντας ότι υπάρχει Εν, δηλαδή ότι δεν υπάρχουν δύο, ότι δεν υπάρχει σχέση ανάμεσα στα φύλα.
Έτσι λοιπόν η μοναξιά του Ενός-ολομόναχου, του Ενός-ολομόναχου που μιλάει μόνο του, είναι η αφετηρία της τελευταίας διδασκαλίας του Λακάν. Στην ανάλυση, φυσικά, υπάρχει το δυο. Επαναφέρουμε το δύο στο Ένα απλώς μέσα από το γεγονός ότι προσθέτουμε την ερμηνεία. Σε αυτό το Ένα-ολομόναχο προσθέτουμε για όσο χρόνο χρειάζεται το δύο που του επιτρέπει να παράγει νόημα, αλλά ακριβώς για να αποκτήσει το υποκείμενο την εμπειρία ότι αυτό δεν επιλύει το σύμπτωμά του. Το εγγράφουμε σε μια γνώση, του δίνουμε νόημα για να φτάσουμε στην αποποίηση του έχειν και του νοήματος. Υπάρχει μέσα στο σύμπτωμα, ένα Ένα αδιαφανές, μια απόλαυση που ως τέτοια δεν είναι της τάξης του νοήματος. Αλλά για να την απομονώσουμε, αυτή την απόλαυση, πρέπει να περάσουμε από τις παρακάμψεις της διαλεκτικής και της σημασιολογίας.
Συμβαίνει η ανάλυση να ικανοποιεί με το νόημα που απελευθερώνει, αλλά αυτό είναι ένα είδος φενάκης. Διότι το αληθινό διακύβευμα είναι ακριβώς το επέκεινα του περάσματος να ιχνηλατήσει, με την δοκιμασία που θα επικύρωνε, τους μαιάνδρους της ψευδόμενης αλήθειας προς την πρόσβαση στην αποποίηση του είναι αλλά για να κορυφωθεί τελικά στην υποκειμενική ανάληψη αυτού που καθιστά το πραγματικό ανυπότακτο στο αληθινό.
Αυτό μπορούμε να το αποκαλέσουμε πεπρωμένο. Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν ένας άλλος τρόπος να κατοικήσουμε τη δοκιμασία που ο Λακάν κληροδότησε στους μαθητές του με το όνομα του περάσματος. Θα σήμαινε, πέρα από τη φαντασίωση, να κατοικήσουμε αυτό το πέρασμα σαν επέκεινα του περάσματος, δηλαδή ως υποκειμενική ανάληψη του μη νοήματος αυτού του Ενός που μέσα στο σύμπτωμα θα έλεγα ότι επαναλαμβάνεται χωρίς ομοιοκαταληξία, ούτε λόγο [raison].
 
Μετάφραση: Ντόσια Αβδελίδη
με επιμέλεια Νασίας Λινάρδου
 


[1]Μάθημα της 4ης Μαΐου 2011, αποκατάσταση κειμένου στα γαλλικά από τον Jacques Peraldi.
[2] Υπενθυμίζουμε ότι πρόκειται για ομοηχία με τη λέξη perversion που σημαίνει διαστροφή.

ΑΡΘΡΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΑΙΡOΤΗΤΑ

Νέο Βιβλίο

Σινεμά και ψυχανάλυση 25/11/2018