ΤΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ
από τον Ρεζινάλντ Μπλανσέ
 
ΤΟ ΜΠΕΡΔΕΜΑ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΣΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΦΑΙΡΑ[1]
 
Το πέρασμα στην πράξη του Γιώργου Παπανδρέου
Η κατάπληξη υπήρξε γενική και η ομοβροντία παγκόσμια. Και αυτό δίχως υπερβολή. Η αναπάντεχη απόφαση του Έλληνα Πρωθυπουργού μόλις γύρισε από τις Βρυξέλλες να υποβάλει σε δημοψήφισμα τα μέτρα που και με δική του σαφή έγκριση είχαν μετά βίας συμφωνηθεί τα χαράματα της 27ης Οκτωβρίου 2011 για να αποφευχθεί η επικείμενη στάση πληρωμών της Ελλάδας μπορεί να ερμηνευτεί μόνο με βάση τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκε και εν συνεχεία τις συνέπειές της. Πρόκειται καταρχάς για την απόφαση ενός ανθρώπου μόνου. Παρόλο που είχε φροντίσει να συμβουλευτεί τους πιο κοντινούς του συνεργάτες, η πρωτοβουλία ήταν κυρίως  δική του. Το ήθελε πολύ προσωπικά. Ήταν όμως επίσης η πράξη ενός ανθρώπου εναντίον όλων, όπως είχε καταλήξει να είναι ο Γ. Παπανδρέου κατά την εξέλιξη της κρίσης. Τα καλέσματα που είχε απευθύνει προς την αξιωματική αντιπολίτευση για να σχηματίσουν ένα κοινό μέτωπο, με δεδομένο ότι η χώρα αντιμετώπιζε μια κατάσταση εξαίρεσης, είχαν μείνει κενό γράμμα. Οι διαδηλώσεις διαμαρτυρίας εναντίον της λιτότητας είχαν πάρει ανησυχητικές διαστάσεις και γίνονταν όλο και πιο θυελλώδεις. Η κατάσταση είχε φτάσει σε σημείο ρήξης. Το κοινωνικό και πολιτικόσώμα στην ολότητά του ζητούσε πρόωρες εκλογές. Ο Πρωθυπουργός απέκλεισε μέχρι τέλους αυτό το ενδεχόμενο αποφασισμένος να μην επιτρέψει στη Νέα Δημοκρατία του Αντώνη Σαμαρά να αποκομίσει πολιτικά οφέλη από τη λαϊκή οργή αφού, καθώς δεν ήταν στις επιλογές της να εγκαταλείψει την Ευρωζώνη, επρόκειτο να συνεχίσει την ίδια ακριβώς πολιτική μη έχοντας άλλη πραγματική επιλογή από την εφαρμογή των μέτρων που είχαν ορίσει τα ευρωπαϊκά όργανα. Η ανακοίνωση του δημοψηφίσματος σ΄ αυτή τη συγκυρία έφερε επομένως όλα τα χαρακτηριστικά μιας κίνησης πόκερ. Ήταν κατά κάποιον τρόπο μια έμπρακτη ερμηνεία με σκοπό να θέσει τον καθέναν ενώπιον των ευθυνών του. Ο λαός καλούταν να αποφανθεί αν ήθελε να παραμείνει στο ευρώ ή να γυρίσει στη δραχμή. Οι Ευρωπαίοι αρμόδιοι καλούνταν να διακινδυνεύσουν ή μη μια απόσχιση της Ελλάδας που θα ήταν ικανή να αναζωπυρώσει τις επιθέσεις των αγορών κατά των αδύναμων κρίκων της Ευρωζώνης.
Όλα έγιναν σαν ο Γιώργος Παπανδρέου να μην είχε προβλέψει πως οι Ευρωπαίοι ηγέτες, με επικεφαλής την Άνγκελα Μέρκελ και τον Νικολά Σαρκοζί, θα παράκαμπταν την παγίδα και θα ματαίωναν την κίνηση. Έσπρωξαν ακόμα πιο βαθιά το μαχαίρι στην πληγήκαι του επέβαλαν να θέσει σε δημοψήφισμα την ίδια την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και όχι μόνο την αποδοχή ή μη των απεχθών μέτρων λιτότητας. Η ευρωπαϊκή χρηματική βοήθεια θα εξαρτιόταν από την απάντηση της κάλπης. Η κίνηση πόκερ του Γιώργου Παπανδρέου αποκαλύφθηκε σαν αυτό που ήταν. Ήταν καταρχάς μια άστοχη κίνηση. Με άλλα λόγια μια παραπραξία. Υποτιμώντας σε τέτοιο βαθμό την αποφασιστικότητα των δανειστών ο ελιγμός ήταν εξαρχής καταδικασμένος να αποτύχει οικτρά. Ήταν όμως παράλληλα και μια πετυχημένη κίνηση, εφόσον η πραγματική της εγγραφή υπήρξε ένα πέρασμα στην πράξη, η παραίτηση δηλαδή του Γιώργου Παπανδρέου από την πρωθυπουργία. Η παράδοση της σκυτάλης στην λαϊκή κρίση, που δεν μπορούσε παρά να είναι αρνητική δεδομένων των συνθηκών που περιέβαλαν το δημοψήφισμα, σήμαινε την άμεση παραίτησή του.
Στο κυριακάτικο φύλλο της εφημερίδας Καθημερινή με ημερομηνία 27 Νοεμβρίου 2011, ο Θεόδωρος Πάγκαλος, αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και πεπειραμένος συνεργάτης του Πρωθυπουργού εξομολογείται πως είχε με έντονο τρόπο προσπαθήσει να αποτρέψει τον Γ. Παπανδρέου να προσφύγει σε δημοψήφισμα. Έχοντας όμως φθάσει σ΄ αυτό το σημείο ο τελευταίος δεν ήθελε πια ν’ ακούσει τίποτε και ούτε μπορούσε να απαντήσει στις ενστάσεις που του εξέθεταν. Δεν μπορούσε πια να πει, και μάλλον ούτε να σκεφτεί, τίποτε γι΄ αυτό. Είχε γίνει για κείνον, όπως δηλώνει σήμερα ο συνομιλητής του, μια «έμμονη ιδέα». Πράγμα που, όπως όλα δείχνουν, πάει να πει πως η ιδέα είχε αποσπαστεί από την αρχή της πραγματικότητας. Έχοντας τεθεί εκτός διαλεκτικής δεν ήταν πια σε θέση να επεξεργαστεί την αντιφατική πραγματικότητα. Αντιπροσώπευε πολύ περισσότερο ένα σημείο υποκειμενικής αποκρυστάλλωσης που επιβαλλόταν με την δική της ιδιαίτερη λογική, αυτονομημένη από την σκεπτόμενη πολιτική δράση. Σ’ αυτό το ολομόναχο σημαίνον αποκομμένο από τον Άλλον που είναι η παγιωμένη ιδέα, μπορούμε να διαβάσουμε την υποκειμενική λογική που τη διέπει: Έχοντας καταλήξει ένας άνθρωπος μόνος του ο Γ. Παπανδρέου ήταν επίσης μόνος και με την ιδέα του και δεν είχε τελικά παρά μια μοναδική ιδέα. Εκείνη τον αντιπροσώπευε απόλυτα, θα λέγαμε. Πόσο μάλλον επειδή αυτό που συνιστά τη δύναμη της παγιωμένης ιδέας δεν είναι τόσο το ιδεϊκό της περιεχόμενο όσο η λιβιδινική της θεμελίωση στον καταναγκασμό και την παρόρμηση που ενεργούν ως τέτοια. Ο Γ. Παπανδρέου έχοντας φτάσει στο απροχώρητο δεν λαχταρούσε πια τίποτε άλλο παρά να φύγει. Μη μπορώντας, μη θέλοντας να αναλάβει την ευθύνη της παραίτησής του, δεν μπόρεσε παρά να την πράξει «στη ζούλα»: επρόκειτο ταυτόχρονα για κίνηση πολιτικού πόκερ όπου τα έπαιξε όλα για όλα, για τιμωρητική ενέργεια που στόχευε να σωφρονίσει το λαό που είχε καταστεί ακυβέρνητος, και τέλος για χτύπημα κάτω από τη ζώνη με το οποίο προσπαθούσε να θίξει την υπεροψία των Ευρωπαίων ηγετών που επέβαλαν τις διαταγές τους χωρίς περιστροφές. Άστοχη κίνηση σε κάθε περίπτωση ενός υποκειμένου που εκδήλωνε έτσι το μπέρδεμά του στο πολιτικό πεδίο και η οποία δεν  είχε πλέον να κάνει με μια καθαρά πολιτική πράξη.
Αυτό δεν είναι άραγε που άφησε σύξυλο ολόκληρο τον κόσμο; Ακόμα και στην Κίνα οι εφημερίδες αφιέρωσαν τα πρωτοσέλιδά τους στο ελληνικό συμβάν. Στις τέσσερις γωνιές του κόσμου γινόμασταν άπαντες έκπληκτοι μάρτυρες μιας στιγμής υποκειμενικής απόσπασης με ανυπολόγιστες συνέπειες. Η αποχαλίνωση του πραγματικού και οι πιθανές συνέπειες κατάρρευσης του ευρωπαϊκού οικοδομήματος έμοιαζαν ξαφνικά στο έλεος της υποκειμενικής κατάστασης ενός πολιτικού ηγέτη. Δεν επρόκειτο τόσο, όπως θέλησε να του το καταλογίσει ο Νικολά Σαρκοζί, για μηχανορραφία ενός επιτήδειου πολιτικού που δεν διστάζει να φανεί διπρόσωπος και κυνικός καταπατώντας την αμέσως επόμενη στιγμή το λόγο που μόλις είχε δώσει. Το αγχωτικό ήταν μάλλον να παρακολουθούμε ανήμποροι το θέαμα του κυρίου που τον ρουφάει, σαν να ήταν κατάπληκτος, το χάσμα του υποκειμένου, και να βρισκόμαστε  απροστάτευτοι στον άδειο τόπο της εξουσίας και ακόμη παραπέρα αντιμέτωποι με την ουσιαστική του κενότητα.Πράγματι, εν ριπή οφθαλμού ο κύριος βρέθηκε υποβιβασμένος εκεί όπου ένα υποκείμενο εξαφανίζεται απουσιάζοντας από την πράξη του, γεγονός που χαρακτηρίστηκε ανευθυνότητα, και ενδεχομένως παραλογισμός, του Γ. Παπανδρέου. Η τάξη του λόγου του κυρίου έχει ωστόσο αποθέματα. Όταν αυτός που επέχει θέση κυρίου κλονίζεται μέσα στον υποκειμενικό του διχασμό, η κύρια διαχείριση προσμετρά στους υπολογισμούς της τα κέρδη και τις ζημίες του. Υποβιβάζεται τότε στο υπόλοιπο, αζήτητο εμπόρευμα της διαδικασίας αποκατάστασης του ελέγχου, όπως μας εμφανίζεται σήμερα ο Γ. Παπανδρέου: αζήτητο υπόλοιπο της τεράστιας χρηματοπιστωτικής επιχείρησης που διενεργείται στην Ελλάδα κάτω από το κύριο σημαίνον του ευρώ, το οποίο έπρεπε να διασωθεί πάση θυσία.
 
Η εμμονή με το δεύτερο θάνατο του Αντώνη Σαμαρά
Η ταραχή που κατέλαβε μ’ αυτή την αφορμή την χώρα και ταυτόχρονα το σύνολο της Ευρώπης είχε και μια θετική συνέπεια. Επέβαλε στα δύο κύρια πολιτικά κόμματα της χώρας το σχηματισμό μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας υπό την ηγεσία ενός τεχνοκράτη μεγάλου βεληνεκούς. Ο διαχειριστής αντικατέστησε, σύμφωνα με τη λογική των καιρών, τους ελαττωματικούς πολιτικούς. Το πραγματικό έκανε έτσι αυτοπροσώπως, θα λέγαμε, την είσοδό του στην πολιτική σκηνή συνδεόμενο με  το στοιχείο της ακυβερνησίας επειδή δεν δέχεται παρά πρόχειρες λύσεις σε αντίθεση με τις πολιτικές ταχυδακτυλουργίες που επιχειρούν να μας κάνουν να πιστέψουμε το αντίθετο. Η προοπτική της εθνικής κατάρρευσης λόγω της στάσης πληρωμών της Ελλάδας στις 15 Δεκεμβρίου του 2011 δεν απομακρύνθηκε ωστόσο με τη δημιουργία αυτού του πολιτικού συμβιβασμού. Τα ευρωπαϊκά όργανα, που είχαν πληγεί από την αθέτηση του Παπανδρέου και ήθελαν να εξασφαλίσουν την όσο το δυνατόν πιο ευρεία στήριξη στην πολιτική λιτότητας που ήταν σε εξέλιξη, απαιτούσαν από τον Αντώνη Σαμαρά, ηγέτη του κόμματος της δεξιάς, μια γραπτή δέσμευση στην οποία θα υποστήριζε την εφαρμογή του πρωτοκόλλου της 27ης Οκτωβρίου που είχε εγκρίνει προφορικά. Η Τρόικα εννοούσε έτσι να άρει την υποθήκη της λαϊκιστικής πολιτικής του δεξιού ηγέτη, ή τουλάχιστον της ρητορικής του, μιας ρητορικής που σκόπευε να εκβιάζει την Ευρώπη με την απειλή της συλλογικής αυτοκτονίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο καθιστούσε σαφές πως ήταν έτοιμος για το χειρότερο προκειμένου να τύχει καλύτερης μεταχείρισης από την Ευρώπη, μια Ευρώπη που ήθελε να προφυλαχθεί από τον μοιραίο αντίκτυπο που θα είχε για την επιβίωσή της η μονομερής απόφαση της Ελλάδας να πτωχεύσει με τίμημα την καταστροφή της.
Κανείς δεν κατάλαβε για ποιο λόγο η τυπική υπογραφή της δέσμευσής του, την οποία εντούτοις είχε αναδιατυπώσει και υλοποιήσει με τη συμμετοχή του κόμματός του στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό την καθοδήγηση του Λουκά Παπαδήμου, φάνηκε ξαφνικά απαράδεκτη στον Αντώνη Σαμαρά. Ήταν άραγε η κίνηση ενός άπορου οφειλέτη που ορθώνει το ανάστημά του για να δηλώσει στον δανειστή του πως δικαιούται ακόμα μερικά ψίχουλα σεβασμού; Μάλλον. Πολύ περισσότερο, όμως, δήλωνε μ’ αυτόν τον τρόπο πως είχε ένα όνομα πάνω στο οποίο εννοούσε να προβάλει το κυριαρχικό του δικαίωμα. Καλύτερα λοιπόν να διακινδυνεύσει το εθνικό ναυάγιο παρά να δώσει την εντύπωση πως παραιτούνταν από την άσκηση του αποκλειστικού προνομίου πάνω στην υπογραφή του.
Φυσικά, όπως το έδειξε η άνευ όρων συνθηκολόγηση με την οποία ολοκληρώθηκε η υπόθεση, όλα αυτά, που κράτησαν ωστόσο μερικές μέρες και μπλόκαραν τη διαδικασία δέσμευσης των απαραίτητων κονδυλίων για την επιβίωση της χώρας, ήταν για το θεαθήναι. Ήταν ένας τρόπος να προσφέρει στους ψηφοφόρους του και στον εαυτό του το υποδειγματικό θέαμα του Δαυίδ που, με μοναδικό όπλο την τόλμη του, παλεύει με τον διεθνή Γολιάθ. Θύμιζε εν μέρει την αλλόκοτη στάση του Δον Κιχώτη που πολεμά τους ανεμόμυλους της φαντασίας του. Ο καθένας μπροστά σ’ αυτό το θέαμα μπορούσε ασφαλώς να σφυρίξει αδιάφορα.Ωστόσο, οι ασυναρτησίες αυτές δεν προκαλούσαν μόνο το γέλιο σε όποιον δικαίως τις παραλλήλιζε μ’ ένα προηγούμενο πρώτου μεγέθους του οποίου οι συνέπειες βαραίνουν ακόμα τη χώρα. Ο Αντώνης Σαμαράς, υπουργός Εξωτερικών της Κυβέρνησης Μητσοτάκη το 1992, είχε ήδη διαπρέψει με αφορμή μια αντιδικία πάνω στο θέμα του ονόματος. Είχε εναντιωθεί εκείνη την εποχή με τη μεγαλύτερη αυστηρότητα στην ευθεία αξίωση της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας να ιδιοποιηθεί το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Αποτελούσε σφετερισμό, που δεν μπορούσε επ’ ουδενί να γίνει ανεκτός. Το όνομα Μακεδονία ήταν η αποκλειστική ιδιοκτησία της ελληνικής κληρονομιάς και δεν μπορούσε με καμία δύναμη να εκχωρηθεί, πόσο μάλλον να αποσπαστεί διά της βίας.
Η αδιαλλαξία του υπουργού Εξωτερικών ήταν τέτοια που προτίμησε να προκαλέσει την πτώση της Κυβέρνησης παρά να δεχτεί το συμβιβασμό που όλα τα εμπλεκόμενα μέρη υποστήριζαν για ένα σύνθετο όνομα που θα περιλάμβανε το όνομα «Μακεδονία». Ο συμβιβασμός αυτός ανήκει πλέον στην ιστορία, εφόσον η ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας» χρησιμοποιείται πλέον ευρέως. Συν τοις άλλοις η ένσταση που κατέθεσε η Ελλάδα ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης πρόκειται ν’ απορριφθεί. Εν ολίγοις, η πολιτική απόλυτης αδιαλλαξίας πάνω στο όνομα υπήρξε μια οικτρή αποτυχία. Πρέπει να καταλογιστεί στον Αντώνη Σαμαρά και να μας βάλει σε σκέψεις. Φαίνεται ότι αυτός ο πολιτικός διατηρεί με το κύριο όνομα μια σχέση που γεννάει απορίες. Το σημαίνον είναι η δολοφονία του πράγματος, και το κύριο-σημαίνον η δολοφονία του νεκρού κυρίου. Ο Αντ. Σαμαράς φαίνεται να του αποδίδει μια μονοδιάστατη λατρεία. Θέλοντας να είναι κύριος του ονόματος, το υποκείμενο χάνει τη μάχη των πραγμάτων, προτιμώντας, αντί της πραγματικής ζωής, την αιώνια ζωή του ονόματος. Διότι αυτό είναι το πιο πολύτιμο αγαθό του, που δεν δύναται να παραχωρήσει ούτε στα Σκόπια ούτε στην Τρόικα, όποιο και να είναι το τίμημα για τους ζωντανούς.
Θα ήταν φρόνιμο η ελληνική κοινωνία να το προσέχει. Διότι η εκφορά του υποκειμένου πάνω σ’ αυτό δεν αφήνει σχεδόν καμία αμφιβολία όσον αφορά τη διάσταση που εμπεριέχει, και που κατευθύνεται πέραν κάθε λογικής. Το στοιχείο αυτό διακρίνεται ξεκάθαρα στην αλληλογραφία που αντάλλαξε στις 13 Μαρτίου του 1992, με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή τον πρεσβύτερο. Σ’ αυτή την απρεπή επιστολή, δεδομένου του παραλήπτη της που δεν ήταν άλλος από τον άνθρωπο που συμβολίζει την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα μετά από την πτώση των Συνταγματαρχών, ο Σαμαράς αντιτάσσει με οργή την κατηγορηματική του άρνηση να συμπεριληφθεί με οποιονδήποτε τρόπο το όνομα «Μακεδονία» στην ονομασία της πρώην σοσιαλιστικής δημοκρατίας. «Αποκλείεται, γράφει, να προβώ ποτέ σε μια τέτοια εκχώρηση δικαιωμάτωνστο όνομα οποιασδήποτε λογικής » – η υπογράμμιση δική μου. Μπορούσε άραγε να είναι πιο σαφής; Είναι αξιοπρόσεκτη η τελείως προσωπική κλίση του Αντώνη Σαμαρά, ας πούμε της φαντασίωσής του, γι’ αυτή τη ζώνη μεταξύ-δύο-θανάτων όπου στην αιωνιότητα της ζωής που χάνεται αυτός είναι ο «πρώτος θάνατος» επιβιώνει το όνομα εκείνου που υπήρξε εν ζωή, σώζοντάς τον έτσι από τον «δεύτερο θάνατο», από το σβήσιμο δηλαδή του ίδιου του ονόματός του. Δεν σημαίνει πως η παράφορα εθνικιστική πολιτική που υποστήριζε τότε βρίσκει εκεί τους βαθύτερούς της λόγους. Σημαίνει όμως χωρίς αμφιβολία, και αυτό αρκεί, πως την πολιτική αυτή, που είχε αλλού τα αίτια και τις συνέπειές της, ο Αντώνης Σαμαράς την υποστήριζε πολύ προσωπικά με αφετηρία αυτό το υποκειμενικό σημείο του φόβου του δεύτερου θανάτου που έπρεπε πάση θυσία να εξορκίζει. Δεν είναι αδιάφορο. Βλέπουμε τις συνέπειες: η περιφρόνηση της αρχής της πραγματικότητας θα αποτελούσε έτσι το σημάδι καταγωγής αυτής της πολιτικής και η αποτυχία την τελική της μοίρα. Πρέπει άραγε να μας εκπλήσσει; Ας θυμηθούμε πως η Αντιγόνη περιφρόνησε το θάνατο από τη στιγμή που ο αδερφός της έπρεπε να προφυλαχθεί από το διά παντός σβήσιμο του ονόματός του. Και είναι άραγε τόσο αλλόκοτο να σκέφτεται κανείς πως αυτή η λατρεία του συμβολικού στο ύστατό του όριο θα μπορούσε πάλι, αύριο, να μεταμορφωθεί σε υλική δύναμη του ακραίου για το ακραίο;
 
 
Μετάφραση : Δημήτρης Αλεξάκης, Ελένη Μόλαρη
με επιμέλεια της Νασίας Λινάρδου
 
 
 
 
 


[1] Πρωτοδημοσιεύτηκε στα γαλλικά στο τεύχος 111 της ψηφιακής εφημερίδας LacanQuotidien (www.LACANQUOTIDIEN.FR), με τίτλο : « L’imbroglio du sujet dans la chose publique ».
 

ΑΡΘΡΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΑΙΡOΤΗΤΑ

Νέο Βιβλίο

Σινεμά και ψυχανάλυση 25/11/2018