Από το Lacan Quotidien 79 – 5.11.2011 – μετάφραση στα αγγλικά Frances Coates-Ruet
 
- ΧΡΟΝΙΚΟ -
Βαλτιμόρη, στις 5 το πρωί
 από τον Pierre-Gilles Guéguen
«H καλύτερη εικόνα του Ασυνειδήτου που θα μπορούσαμε να δώσουμε
 είναι η Βαλτιμόρη τις πρώτες πρωινές ώρες.» Jacques Lacan, 1966.
 
Ο ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΥΠΑΝΘΡΩΠΟΙ
Β’ μέρος
 
 
Ο νομισματικός κυκεώνας που μας πλήττει σήμερα με μεγάλη ένταση ξεκίνησε στις ΗΠΑ με τη λεγόμενη κρίση των «δανείων χαμηλής εξασφάλισης» (subprimes), με άλλα λόγια, με την χρεοκοπία δύο Αμερικανικών ιδιωτικών εταιριών ενυπόθηκων δανείων. Ακολούθησε η πτώχευση της Lehman Brothers Bank το 2008, με άμεσες επιπτώσεις για το ευρώ. Ο επενδυτής Τζορτζ Σόρος είχε ήδη προβλέψει τον Αύγουστο του 2010 ότι ολόκληρη η Ευρωζώνη θα υπέφερε από αυτό[1]. Από αυτή την οπτική κατηγορούσε τη Γερμανική νομισματική πολιτική με την οποία, σήμερα, ο Νικολά Σαρκοζί προτείνει να «συγκλίνουμε». «Δυστυχώς, γράφει ο Σόρος, η Γερμανία δεν αντιλαμβάνεται τι κάνει. Μοναδικό της μέλημα είναι η διατήρηση της ανταγωνιστικότητάς της… Συνεπώς, η Γερμανία προσδιορίζει αντικειμενικά την χρηματοοικονομική της πολιτική εντός της Ευρωζώνης χωρίς να έχει υποκειμενική συνείδηση επ’ αυτού». Και συμπληρώνει: «Η παρούσα κρίση είναι περισσότερο τραπεζική παρά οικονομική, το τραπεζικό σύστημα της Ηπειρωτικής Ευρώπης δεν έχει ξεκαθαρίσει ακόμη μετά την οικονομική κατάρρευση του 2008. Κακής ποιότητας χρηματοοικονομικά προϊόντα δεν έχουν επανεκτιμηθεί στην τρέχουσα αγοραία αξία τους, αλλά διατηρούνται σύμφωνα με την προηγούμενη αξία τους».
Αποτέλεσμα αυτής της επιλογής είναι οι τράπεζες να υπερχειλίζουν από κρατικά ομόλογα τα οποία δεν μπορούν να τα ξεφορτωθούν παρά μόνο με ζημία.
Αυτή η ανάλυση χρονολογείται ήδη περισσότερο από ένα χρόνο και σήμερα βρισκόμαστε στην καρδιά του προβλήματος.
Τίθεται κατά συνέπεια ένα ζήτημα χρηματοοικονομικής τεχνικής: τα «επισφαλή παράγωγα» (subprimes), δηλαδή οι χρηματιστηριακές αξίες που εκδόθηκαν από εταιρίες που εν γνώσει τους δάνειζαν σε «αμφίβολους» πελάτες η πλειοψηφία των οποίων ήταν ανήμπορη να αποπληρώσει. Αυτά ενσωματώθηκαν σε προϊόντα που πουλήθηκαν στη χρηματιστηριακή αγορά με τη μορφή δευτερογενών παραγώγων. Τα δευτερογενή παράγωγα, ένα μείγμα έγκυρων και «τοξικών» επενδύσεων, πουλήθηκαν στην αγορά όχι στην παρούσα  αξία τους, αλλά  στην αξία που θα έπαιρναν με την πάροδο του χρόνου και έτσι όχι μόνο συνέβαλαν  στο να μετατρέψουν τα οικονομικά σε κάτι μη-πραγματικό ή «εικονικοποιημένο» αλλά κινητοποίησαν ταυτόχρονα «μηχανισμούς μόχλευσης» πολλαπλασιάζοντας με τον τρόπο αυτό τα κέρδη.
Ωστόσο, όπως υπέδειξε ο Massimo Amato, Καθηγητής στο Bocconi University στο Μιλάνο, κατά τη διάρκεια της παρέμβασής του στο Φόρουμ της Scuola Lacaniana di Psicoanalisiπου πραγματοποιήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 2011, η χρηματοοικονομική τεχνική, που έχει υπάρξει βασικό αντικείμενο των σχολιασμών που αφορούν τη νομισματική κρίση[2], είναι απλά δευτερευούσης σημασίας. Αυτό που διακυβεύεται είναι κάτι πολύ πιο ουσιαστικό. Η παρούσα κρίση είναι, ουσιαστικά, συνέπεια της τεχνικής και σχετίζεται με αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «οικονομική μεταφυσική».
Η πίστωση έχει όντως ως αποτέλεσμα τη στρέβλωση του χρόνου, «μια μελλοντική ολοκλήρωση η οποία μετατρέπει τον εαυτό της στο αντίθετο και παίρνει τη μορφή τής ακύρωσης ή της απώλειας του νοήματος». Όλα αυτά συμβαίνουν σαν οι αλλεπάλληλες υποτιμήσεις των «χαμηλής εξασφάλισης παραγώγων» να ήταν στην πραγματικότητα μόνο η αποτυχία μιας ευχής, με την έννοια που ο Φρόυντ διακρίνει στην επιθυμία του ονείρου, την ευχή – Wunschαπό την ασυνείδητη αίσθηση (βλ. Η ανάλυση του ονείρου με την ένεση της Ίρμας).
Εκεί όπου οι άνθρωποι ονειρεύονταν την ολοκλήρωση, αποκαλύπτεται το ανέφικτο της ολοκλήρωσης του νοήματος, αυτό που ο Λακάν αποκάλεσε το «πραγματικό». Ο Paul Krugman, Νομπελίστας των Οικονομικών και ανταποκριτής της εφημερίδας New York Times, του δίνει το εξής όνομα: «greed» (λαιμαργία) - στοματική απληστία. Ο Jacques-Alain Miller μας θύμισε σε σωστό χρόνο, σε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο Le Point, ότι η ψυχανάλυση έχει εδραιώσει εδώ και πολύ καιρό ένα σύνδεσμο ανάμεσα στο χρήμα και το πρωκτικό αντικείμενο και είναι αυτό το κατ’ επίφασιν που έχει αγγιχθεί. Τον  περασμένο Ιούλιο ο ίδιος επισήμανε ότι: «δεν είμαστε πια στην εποχή του Χρυσού Κανόνα. Το δολάριο, το χρηματικό απόθεμα, δεν είναι πιο ανθεκτικό από το Όνομα-του-Πατέρα. Ο ίδιος επιβεβαιώνει : υπάρχει μεγάλη διαταραχή στο σημαίνον! Το νομισματικό σύμβολο το έχει βάλει στα πόδια, έχει την δική του λογική, που κανείς δεν μπορεί να τιθασεύσει, με τις ακόλουθες ψυχικές συνέπειες: ταραχή, πανικός, άγχος. Είναι μια υπόθεση της γραφής, εφόσον τα πάντα είναι αριθμοί, αλλά κυρίως μια υπόθεση του λόγου. Αφού τίποτα δεν είναι πια σταθερό, η διαπραγμάτευση μιας συμφωνίας, μιας συναλλαγής, απαιτεί μια μόνιμη συνομιλία[3].
Σύμφωνα με τον Καθηγητή Amato, πρέπει να επικεντρωθούμε στο γράμμα του σημαίνοντος «δάνειο χαμηλής εξασφάλισης» (subprime). To « Prime », η «άριστη ποιότητα» είναι ο ποσοδείκτης (δείκτης) που χρησιμοποιείται για οφειλέτες που είναι πιθανόν να πληρώσουν τα χρέη τους, ενώ το «sub-prime», «χαμηλής εξασφάλισης», είναι αυτοί για τους οποίους είναι αμφίβολο το αν θα τα αποπληρώσουν. Οι ειδήμονες «περί των οικονομικών» θέλησαν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι η αγορά ήταν ικανή να εξαλείψει κάθε διάκριση ανάμεσα στις δύο κατηγορίες. Αυτό θα ήταν η θετική απόδοση των οικονομικών: παντοδυναμία «για όλους». Πουλούσαν όνειρα εξαπατώντας τον ίδιο τους τον εαυτό. «Οι οφειλέτες και οι πιστωτές ήταν παραδοσιακά αντίθετοι ο ένας στον άλλο αλλά δεμένοι μαζί με ένα δεσμό που τους ανάγκαζε να συνεργαστούν, έτσι θα μπορούσαν (με τα subprimes) να έχουν επιτύχει να μετατρέψουν τους εαυτούς τους σε συμμάχους (να βρίσκονται από την ίδια πλευρά του φράχτη) αλλά χωρίς να έχουν κανέναν άλλο μεταξύ τους δεσμό». Έτσι, αυτοί οι «ιδεολογικοί» χρηματοδότες έχουν αγγίξει μια ρίζα του συμβολικού που αφορά έναν κοινωνικό δεσμό που υποχρεώνει αλλά δεν ισχύει για «όλους».
Οι χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν γίνει, κάτω από τη σημαία ενός δήθεν «εκδημοκρατισμού της χρηματοδότησης», φορείς μιας ουτοπικής άνευ όρων πρόσβασης στην πίστωση για όλους, σε βαθμό που αυτό αποτέλεσε το Α και το Ω για την «κοινωνική πολιτική» της κυβέρνησης Μπους.
Είναι το δόγμα σύμφωνα με το οποίο «η πρόσβαση στην πίστωση σημαίνει ελευθερία» και το οποίο έχει επικρατήσει. Πρόκειται για ένα δόγμα που επιδιώκει να εξαλείψει την ανισότητα στο όνομα της ανάγκης και, ακόμα περισσότερο, να εξαλείψει την ενοχή που προκύπτει από τη θεμελιώδη αδικία η οποία συνδέεται με την ανθρώπινη κατάσταση. Αυτή η διάσταση της ισονομίας είναι ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο σημείο της αμερικάνικης κουλτούρας. Βρίσκουμε ίχνη αυτού στην πολιτική φιλοσοφία του John Rawls που διαπερνά το σύνολο της κοινωνίας.
Στο τέλος του βιβλίου «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας», ο Φρόυντ επικαλείται το αίσθημα της ασυνείδητης ενοχής ως αδιαμφισβήτητα συνδεδεμένης με την εξέλιξη των κοινωνικών δεσμών: «Επειδή ο πολιτισμός υπακούει σε ένα εσωτερικό ερωτικό κίνητρο, που υπαγορεύει στους ανθρώπους να ενώνονται σε μια στενά συνδεδεμένη μάζα, μπορεί να πετύχει αυτόν τον σκοπό μόνο με μια διαρκή ενίσχυση του αισθήματος ενοχής. Αυτό που άρχισε σε σχέση με τον πατέρα, ολοκληρώνεται σε σχέση με την μάζα»[4].
Με την πρόθεση άρνησης αυτής της ενοχής δημιουργούμε καταστροφές. Δεν είναι όλα τα προσποιητά [semblants] ίσα. Οι κληρονόμοι των «χαμηλής εξασφάλισης δανείων» του χτες, των οικονομικών προϊόντων που απερίσκεπτα διατίθενται στην αγορά από οικονομικούς υπερανθρώπους, θα μπορούσαν εύκολα να γίνουν οι υπάνθρωποι του αύριο, θύματα αυτού που οι Αμερικανοί αποκαλούν «κατάσχεση εξ’ υποθήκης», που θα πει, κατάσχεση και πώληση του εμβλήματος του αμερικανικού ονείρου: της οικογενειακής οικίας.
Ο ψυχαναλυτικός λόγος μάχεται ενάντια στην μαζικοποίηση, μάχεται ενάντια στο όνειρο που διακινούν τα προϊόντα κατανάλωσης όσο εξελιγμένα κι αν είναι. Πέρα από τα «γλωσσικά στοιχεία», μας προειδοποιεί ότι έχουμε να αντιμετωπίσουμε το αδύνατο δηλαδή το πραγματικό. Οι αναδιαμορφώσεις του συμβολικού είναι πανταχού παρούσες στην εποχή μας. Η οικονομία δεν ξεφεύγει από αυτό. Υπό αυτή την έννοια φανερώνεται η φύση της ως προσποιητού, ως ρυθμιστικής μυθοπλασίας που πρέπει να δέσει το συμβολικό και το φαντασιακό για να παράγει πραγματικά αποτελέσματα.
 
Μετάφραση από τα αγγλικά: Γιάννης Δημητράκος & Στέλλα Νούτσου
Επιμέλεια με βάση το γαλλικό κείμενο: Ελένη Κουκούλη
 


[1] Soros, G., “The Euro and the Crisis”, in New York Review of Books. Αύγουστος, 2010.
[2] Das, S., “Traders Guns and Money: Knowns and unknowns in the dazzling world of derivatives”, Prentice Hall, 2010.
[3] Miller, J.-A., « Les prophéties de Lacan », στο Le Point, 8 Αυγούστου 2011.
[4] Φρόιντ, Σ., Ο πολιτισμός πηγής δυστυχίας, εκδόσεις Επίκουρος, Αθήνα, 2005, σ. 104.

 

ΑΡΘΡΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΑΙΡOΤΗΤΑ

Νέο Βιβλίο

Σινεμά και ψυχανάλυση 25/11/2018