ΤΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

από τον Ρεζινάλντ Μπλανσέ

 

ΤΟ ΚΥΡΙΟ ΣΗΜΑΙΝΟΝ ΣΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΤΗΣ ΥΠΕΡ-ΑΠΟΛΑΥΣΗΣ

 
Η άρνηση να είμαστε όλοι μαζί το αντικείμενο υπέρ-απόλαυσης του Άλλου
 
Η πολιτική κρίση που ξέσπασε στην Ελλάδα ως συνέπεια της πρωτοβουλίας του Πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου να υποβάλει σε δημοψήφισμα την απόφαση που λήφθηκε στις 27 Οκτωβρίου από τα ευρωπαϊκά όργανα και το ΔΝΤ, προκειμένου η χώρα να αποφύγει την άμεση στάση πληρωμών, είναι ενδεικτική για δύο λόγους: αναδεικνύει ένα πραγματικό και μαρτυρά μια υποκειμενική θέση ως προς το κύριο-σημαίνον.
Είναι πρώτα απ’ όλα η έκφραση του πραγματικού του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, που δύσκολα ελέγχεται, και που τρέφεται από την ίδια του την ουσία, αυτονομημένη από την παραγωγική οικονομία. Τα χρηματιστηριακά προϊόντα, που τείνουν να διέπουν την κίνηση της παραγωγής, υποκαθιστούν βαθμιαία την ίδια την παραγωγική οικονομία. Μια ολόκληρη χώρα, όπως η Ελλάδα, μέλος της ευρωζώνης, συγκαταλέγεται πλέον στην κατηγορία των χρηματοπιστωτικών παραγώγων. Γνωρίζουμε πως η ένταξη της Ελλάδας στο ενιαίο νόμισμα οφείλεται κατά κύριο λόγο στο χρηματοοικονομικό τέχνασμα που είχε ως αποτέλεσμα να παραποιηθούν οι πραγματικοί ισολογισμοί του Κράτους διαμέσου τραπεζικών συναλλαγών, εντελώς νόμιμων κατά τα άλλα, με την τράπεζα επενδύσεων Goldman Sachs, η οποία επωφελήθηκε εξίσου. Τη συνέχεια την ξέρουμε: μια τραπεζική πολιτική, στο πλαίσιο της οποίας οι ελληνικές τράπεζες μοίραζαν δάνεια αφειδώς, και που, σε συνδυασμό με δομικά ελλείμματα της οικονομίας, οδήγησε στην υπερχρέωση της χώρας. Το δημόσιο χρέος ανέρχεται αυτή τη στιγμή στο 153% του ΑΕΠ και ο δανεισμός των νοικοκυριών στο 50% του ΑΕΠ. Η κατάσταση αυτή είναι η μεγέθυνση της αρχικής συνθήκης: εν κατακλείδι, μια χώρα που δεν αποτελεί πια παρά ένα επικερδές χρηματοπιστωτικό παράγωγο. Ο ξεσηκωμός αυτών που υποβιβάστηκαν σε αντικείμενα χρηματικής επένδυσης εγγράφεται σ’ αυτή τη λογική ως η συνέπειά της. Ξεγελάστηκαν πραγματικά από την χρηματοοικονομική ευφορία, από το φαινόμενο της φούσκας χάριν του οποίου ο καθένας, ανάλογα με την κοινωνική του θέση, μπόρεσε να αντλήσει εφήμερα κέρδη. Η απογοήτευση είναι ανάλογη της αρχικής παρανόησης. Συνειδητοποιούν σήμερα πως πιάστηκαν κορόιδα. Προδομένοι και πουλημένοι στους ξένους από ανάξιους ηγέτες ορμώμενους από τη δίψα για εξουσία και την ύβρη της κομματικής διαμάχης, αναθεματίζουν με οργή.
Το μοτίβο της λαϊκής διαμαρτυρίας δηλώνει εναργώς τη μοίρα εκείνων που υποβιβάστηκαν έτσι σε απλά στηρίγματα της κίνησης πραγματοποίησης της χρηματιστηριακής υπεραξίας, δηλαδή σε αντικείμενα υπέρ-απόλαυσης του Μολώχ της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής τάξης. Από εκεί πηγάζει το μένος της αντίθεσης στα μέτρα λιτότητας που επιβάλλει η τρόικα. Είναι αξιοσημείωτο, πράγματι, ότι η Ευρώπη και το νόμισμά της δεν αμφισβητούνται διόλου, τουλάχιστον προς το παρόν. Ανάμεσα στους Έλληνες, η προσήλωση στην Ευρώπη και το κοινό της νόμισμα υπερισχύει της τάσης απομάκρυνσης από αυτή. Παρομοίως, αυτό που καταγγέλλεται δεν είναι η αναγκαιότητα μέτρων επανόρθωσης. Πολύ σημαντικές θυσίες έχουν ήδη γίνει χωρίς να προκαλέσουν εντούτοις τα κύματα οργής που βλέπουμε να εξαπλώνονται από ’δω και πέρα. Αυτό που καταγγέλλεται είναι ο ακραίος και εν μέρει αδιέξοδος χαρακτήρας των μέτρων ― δεν παράγουν τα προαναγγελθέντα αποτελέσματα, απαιτείται να ενισχύονται όλο και περισσότερο ―, τα οποία επιφέρουν πλέον τη θυσία των ίδιων των ζωών, και όχι μόνο των αγαθών και των περιουσιών. Η πολιτική ανυπακοή στοχεύει αφενός μια λιτότητα που έγινε αφόρητη, και αφετέρου, με ξεκάθαρο τρόπο, την πτώση του βιοτικού επιπέδου που μαστίζει ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Δεν αμφισβητεί την αναγκαιότητα μιας προσπάθειας, την οποία όλοι πρέπει να υποστηρίξουν προκειμένου να βρεθεί λύση σε ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Θέλει μόνο να απαλλαγεί από τον Πίθο των Δαναΐδων, δηλαδή από τις θυσίες που απαιτεί μια οικονομική πολιτική σχεδιασμένη για να έχει διάρκεια, χωρίς όμως να ξέρουμε που πραγματικά οδηγεί.
 
Το αίτημα της υπέρ-απόλαυσης, ο καθένας για τον εαυτό του
 
Η πολιτική ανυπακοή, όμως, είτε κρυφή είτε δηλωμένη, δεν είναι απλά συγκυριακή. Οι ρίζες της βρίσκονται στην αιωνόβια κουλτούρα της ανομίας, που χαρακτηρίζει το ελληνικό ήθος. Συνδέεται άρρηκτα μ’ ένα υποκειμενικό καθεστώς της σχέσης προς τη νομιμότητα, σχέση η οποία βασίζεται στην αμφισβήτηση της αρχής του κύριου σημαίνοντος ως τέτοιου, στην άρνηση της υποταγής στο νόμο του. Εδώ αποκαλύπτεται η δεύτερη πτυχή της πολιτικής κρίσης. Είναι η κρίση του υποκειμενικού καθεστώτος της σχέσης προς το κύριο σημαίνον, η οποία, εάν έμελλε να κρατήσει περισσότερο, δε θα μπορούσε παρά να αποβεί μοιραία για την εθνική ενότητα και την κοινωνική συνοχή, αν και δεν έχουν ακόμα πειστεί όλοι γι’ αυτό. Ιδού το νόημα που πρέπει να δοθεί στη στασιαστική κίνηση του οργισμένου πλήθους, που, την 28η Οκτωβρίου, υποχρέωσε τον επικεφαλής του Κράτους - ο οποίος είθισται να προΐσταται του εορτασμού της εθνικής επετείου στη Θεσσαλονίκη -, να φύγει ταπεινωμένος και να βάλει βιαστικά τέρμα στην παρέλαση μέσα σε μια ατμόσφαιρα γενικευμένης σύγχυσης. Ίσως δεν έχουμε εκτιμήσει επαρκώς τις πραγματικές διαστάσεις αυτού του γεγονότος. Ξεπεράστηκε κάποιο όριο ˙  δεν χωράει αμφιβολία πως αποτελεί κακό οιωνό.
Είναι όμως γεγονός ότι το Κράτος, πρώτος καταφρονητής του δημοκρατικού θεσμού, είναι το ίδιο υπαίτιο της αφερεγγυότητάς του. Διότι ο νόμος που ψηφίζεται δεν εφαρμόζεται. Αντίθετα, παρακάμπτεται : ο καθένας θεωρεί πως έχει κάθε λόγο να εξαιρείται απ’ αυτόν με τη συνενοχή ενός πελατειακού Κράτους του οποίου τα στελέχη δε διστάζουν να εμπορεύονται τις αρμοδιότητές τους. Αποτέλεσμα αυτής της στάσης είναι τα κοινά, δημόσια πράγματα να μη θεωρούνται πια παρά ως άρθρωση ιδιωτικών συμφερόντων που ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Κατά συνέπεια, η αρχή ενός ανώτερου συμφέροντος που καλείται να υπερβεί τα εν λόγω συμφέροντα παραμένει προβληματική. Ο χώρος αυτής της ανώτερης θεμελιακής νομιμοποίησης δεν είναι εξασφαλισμένος. Είναι εξαιρετικά επισφαλής. Έτσι γίνεται συνεχώς και από παντού λόγος – αποτελεί την επωδό των ημερών - για τη δράση «συμφερόντων» που εξυπηρετούν την παραβατική απόλαυση μερικών, κάτω από το τραπέζι. Πολύ κουτός, λοιπόν, όποιος εμπιστεύεται τη νομιμότητα. Το κύριο σημαίνον που ενσαρκώνεται στο Κράτος και στα όργανά του δεν είναι αξιόπιστο.
Επίσης, η κοινωνική συναλλαγή φέρει το χαρακτηριστικό του «καθένας για την πάρτη του», που επιτρέπει στον οποιονδήποτε να κάνει του κεφαλιού του. Δεν αποτελεί μόνο το αποτέλεσμα της κυριαρχίας, στην κοινωνία των πολιτών, του ατομικισμού και της νοοτροπίας της κλίκας, όπου ο καθένας διατηρεί το δικό του δίκτυο σχέσεων. Πρόκειται, ακόμα πιο καίρια, για την εκδήλωση της άρνησης του κανόνα ως τέτοιου. Ο κανόνας αντιμετωπίζεται αναπόφευκτα ως νόμος του Άλλου, ως εκ τούτου αυθαίρετος. Η απάντηση έρχεται αβίαστα και προφέρεται σε όλους τους τόνους στην παραμικρή ανάκληση στην τάξη: « Δε θα μου πεις εσύ τι πρέπει να κάνω. ». Βρισιές εκστομίζονται με ευκολία και προσβολές δίνουν και παίρνουν, έχοντας ως στόχο το είναι της απόλαυσης του άλλου, προκειμένου να τον περιορίσουν σ’ αυτό. Ο καθένας τείνει να εξασφαλίσει για τον εαυτό του, εις βάρος του άλλου, μια κάποια ανάκτηση απόλαυσης, από την οποία η ρυθμισμένη ευπρέπεια θα απαιτούσε να παραιτηθούμε. Είναι ο νόμος των α-υποκείμενων, υποταγμένων στο αντικείμενο υπέρ-απόλαυσης, από το οποίο, είναι αλήθεια, δεν παίρνουν παρά μόνο ψίχουλα, κατά την έκφραση του Lacan.[1]
 
Το πρόβλημα, ωστόσο, παραμένει. Το ζήτημα είναι το γενικό καθεστώς του κύριου σημαίνοντος στην πολιτεία. Ένα από τα βασικά διακυβεύματα της σημερινής κρίσης έγκειται σ’ αυτό. Ηττημένο από μια αποδεσμευμένη υπέρ-απόλαυση, θα μπορέσει, άραγε, το κύριο σημαίνον να καταστεί αρκετά αξιόπιστο ώστε να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση των πάντων και του καθενός ξεχωριστά στην αναγκαία υποταγή στον πολιτικό και κοινωνικό δεσμό; Εάν συνεχίσει να αποτελεί στην πράξη το σημαίνον της αδικίας που συνιστά σήμερα, θα καταλήξει να οδηγήσει στον παροξυσμό τους «τις ολέθριες συνέπειες της υπεραξίας» που καταγγέλλει ο Lacan[2], δηλαδή στο ξέσπασμα μέσα στο κοινωνικό σώμα μιας υπέρ-απόλαυσης που δε θα είναι καθόλου πλαστή. Ο Μολώχ θα απαιτήσει αίμα. Θα εκδηλωθεί τότε την ίδια στιγμή το απεχθές πρόσωπο της φαντασίωσης μιας ελευθερίας αποδεσμευμένης από κάθε υποταγή σ’ ένα κοινό νόμο. Το άγχος που διαπερνά σήμερα την ελληνική κοινωνία, σε όλες τις συνιστώσες και τις βαθμίδες της, μπροστά στην ανικανότητα ενός Κυρίου σε απόγνωση ενώπιον των όλο και πιο απειλητικών φαινομένων κοινωνικής αποσάθρωσης, θα μπορέσει άραγε να δώσει το έναυσμα, εάν όχι για τη δημιουργία ενός νέου υποκειμένου του δημοκρατικού πολιτικού δεσμού, τουλάχιστον των βημάτων που πρέπει να γίνουν προς μια λιγότερο ολέθρια πολιτική υποκειμενικότητα; Σε κάθε περίπτωση, η ηθική της ψυχαναλυτικής γνώσης δε δύναται να απαλλάξει τους θιασώτες της από την υποχρέωση ν’ αρθρώσουν πάνω σ’ αυτό το δικό τους λόγο.


[1]« L’envers de la psychanalyse », Le Séminaire, Livre XVII, Paris, εκδόσεις Le Seuil, 1991, σελίδα 124.
[2] Στο ίδιο, σελ. 123.
                                         
Μετάφραση: Δημήτρης Αλεξάκης, Ελένη Μόλαρη
 
Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στα γαλλικά στο τεύχος 90 της ψηφιακής εφημερίδας Lacan Quotidien στις 17 Νοεμβρίου 2011.
 

 

ΑΡΘΡΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΑΙΡOΤΗΤΑ

Νέο Βιβλίο

Σινεμά και ψυχανάλυση 25/11/2018