“ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΣΘΕΝΩΝ”

Παραθέτουμε εδώ χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το άρθρο που έγραψε το 1977 ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ σχετικά με την παρουσίαση ασθενών που έκανε σε τακτική βάση ο Ζακ Λακάν στην πτέρυγα Ανρί Ρουσέλ του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Σεντ Αν στο Παρίσι.

“Δεν υπάρχει πρωί που να πάω στο Ανρί Ρουσέλ για να παρακολουθήσω την παρουσίαση ασθενών του Λακάν χωρίς να φοβάμαι για το τι θα συμβεί. Συγχωρέστε με που θα το πω πολύ απλά: ένας άνθρωπος, ο άρρωστος, ένας δυστυχής, συναντάει εκεί χωρίς να το ξέρει μια φιγούρα του πεπρωμένου του. Για μια-δυο ώρες ο Λακάν θα τον ακούσει, θα τον ρωτήσει, θα τον βολιδοσκοπήσει, θα τον χειριστεί, θα τον αξιολογήσει και, τελικά, θα ξεστομίσει λίγες λέξεις που θα μετρήσουν αποφασιστικά -το νιώθουμε- για το μέλλον του, πόσο μάλλον που τις περισσότερες φορές, όπως είναι ευνόητο, του παρουσιάζουν μια περίπτωση από αυτές που λέμε δύσκολες. […]

Συχνά η τελευταία ερώτηση του Λακάν προς τον ασθενή είναι: “Και πώς βλέπετε το μέλλον;”. Μια νεαρή παρανοϊκή απάντησε πως ήταν σίγουρη τώρα ότι είχε γυρίσει σελίδα, ότι όλα θα πήγαιναν καλύτερα, και ο Λακάν συγκατένευε. Αμέσως μόλις την έβγαλαν από την αίθουσα, είπε: “Άσχημα τα πράγματα, δεν θα συνέλθει”. […]

Οι ερωτήσεις του Λακάν βασίζονται στο ψυχιατρικό corpus και αυτή η αναφορά δίνει νόημα στην υποτιθέμενη διάγνωση που προφέρει. Όμως, κατά περίεργο τρόπο, μόλις το νόημα δένει και αποκρυσταλλώνεται, ταυτόχρονα αναιρείται, γίνεται ερώτημα, επανακάμπτει προς την αναφορά από την οποία εκπορεύεται, τη θέτει σε αμφισβήτηση, την αναιρεί. Όταν το βλέπω να εκτυλίσσεται έτσι, δεν γίνεται να μη σκεφτώ εκείνο που έγραφε κάποτε ο Ρολάν Μπαρτ για τον Μπρεχτ, ότι ήξερε, με την ίδια κίνηση, να δηλώνει και να αναιρεί ένα νόημα, να το προσφέρει και να το ματαιώνει. Έλεγε ότι όλα του τα έργα τελειώνουν απευθύνοντας στους θεατές κάτι σαν: “αναζητείστε τη διέξοδο”.

Όμως την μπρεχτική διέξοδο την ξέρουμε αμέσως, το έργο είναι φτιαγμένο για να σας πείσει ότι είναι παρούσα, υπαρκτή, ενώ εδώ, στην παρουσίαση ασθενών, ποιος δεν πείθεται ότι είναι αλήθεια αυτό που λέει ο Λακάν ότι δεν υπάρχει λόγος να ελπίζουμε; “Η κλινική, λέει, είναι το πραγματικό ως αδύνατο να το αντέξει κανείς”. Έτσι είναι, η κλινική διάσταση είναι τραγική. Είναι τραγική για τον ασθενή, αλλά είναι και για τον θεραπευτή. Μήπως δεν το επιβεβαιώνουμε καθημερινά – ότι αυτό το πραγματικό είναι ανυπόφορο στους θεραπευτές, και μάλιστα όσο περισσότερο θυσιάζονται; “Αναζητείστε τη διέξοδο” … διέξοδο, τη λέμε εμείς. Τη διέξοδό του, ο λεγόμενος ψυχασθενής την έχει ήδη βρει, είναι η αρρώστια του. Και αν ψάχνουμε τη διέξοδο για λογαριασμό του, στη θέση εκείνου, ε τότε, ίσως αυτός να είναι ο δικός μας τρόπος να μην είμαστε καλά. […]

"Όμως, αντιτείνουν κάποιοι, μήπως δεν ξέρετε ότι η παρουσίαση είναι μια από τις πλέον παραδοσιακές ασκήσεις της ιατρικής; Δεν βλέπετε ότι εδώ γίνεται μια δημόσια ανατομική της ψυχονοητικής σφαίρας, ότι ο δάσκαλος επιδεικνύει τη δεξιοτεχνία του προς όφελος των παρευρισκομένων και μόνο, τη συγκατάβαση των οποίων εκπροσωπείτε, και με τίμημα την αντικειμενοποίηση του αρρώστου; Δεν διαισθάνεστε ότι με τον τρόπο αυτό ενθαρρύνετε τον ψυχιατρικό ρατσισμό; Και ότι η επιρροή της ψυχανάλυσης ασκείται κανονικά προς την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση: αποκαθιστώντας τον τρελό ως υποκείμενο, ακούγοντάς τον ως υποκείμενο, κατανοώντας τον; Και όχι, όπως λένε, παρουσιάζοντάς τον".

Δεν υπερασπίζομαι την παρουσίαση ασθενών, περιγράφω την παρουσίαση του Λακάν. Καταθέτω ότι ενέχει κάτι το επώδυνο. Η ψυχιατρική πτέρυγα στους κόλπους της οποίας διεξάγεται θα μπορούσε να επιβεβαιώσει πόσο ωφέλιμη είναι για τον ασθενή, τόσο με το να του εξασφαλίζει πρόσβαση στην ομιλία όσο και με το να επιτρέπει μια ορθότερη εκτίμηση της περίπτωσής του. Ότι η παρουσίαση εμπίπτει κατά βάση στον πανεπιστημιακό λόγο είναι βέβαιο, και τούτο αποδεικνύει ότι δεν αρκεί κανείς να σωπαίνει και να ακούει για να βρίσκεται αυτομάτως στον ψυχαναλυτικό λόγο. Όμως, πώς να μη μεταμορφωθεί βαθύτατα η συνέντευξη – την εφαρμογή της οποίας δεν διανοείστε βέβαια να καταργήσετε, πόσο μάλλον που θεωρείται πως είναι θεραπευτική από μόνη της – από την αλήθεια που η φροϊδική αντίληψη επιβάλλει, ότι η παρεξήγηση είναι η ουσία της επικοινωνίας; Όμως, διαπιστώνω ότι εσείς είστε πεπεισμένοι για το αντίθετο, ότι δηλαδή μιλάω σημαίνει με καταλαβαίνουν. […]

Θα αναφερθώ σ’ εκείνη την ασθενή που παρουσιάστηκε πέρυσι, και που ο Λακάν τη συμπεριέλαβε “σ’ αυτούς τους φυσιολογικούς τρελούς που μας περιβάλλουν”. “Θέλουν να μου δώσουν αξία”, λέει με την πρώτη, και δεν ήταν άστοχο αφού το κοινό ήταν όντως πολυπληθές, “έχω πάντα προβλήματα με τους εργοδότες μου, δεν δέχομαι να μου δίνουν διαταγές όταν πρέπει να κάνω μια δουλειά, να μου επιβάλλουν ωράρια, μου αρέσει να κάνω ό,τι θέλω, σχίζω τις αποδείξεις μισθοδοσίας, δεν έχω κανένα σημείο αναφοράς, γυρεύω μια θέση στην κοινωνία, δεν έχω πια θέση, δεν είμαι ούτε αληθινή ούτε ψεύτικη άρρωστη, είχα ταυτισεί με πολλά άτομα που δεν μου έμοιαζαν, θα ήθελα να ζήσω σαν ένα ρούχο”… Σίγουρα θα μπορούσε κανείς να σημειώσει κάποιες απόπειρες για γλωσσικά δημιουργήματα, της περνούσε φευγαλέα από το μυαλό η ιδέα ότι την υπνωτίζουν και ότι θέλουν να την κατευθύνουν, αλλά τίποτε απ’ όλα αυτά δεν αποκτούσε συνεκτικότητα. Βρισκόταν σε μια διαρκή αστάθεια, που η ίδια την εξέφραζε με διαύγεια και ευθυβολία: "Είμαι προσωρινή του εαυτού μου". Ως μητέρα ήθελε "να μοιάζει με μητέρα", και η αναφορά στο παιδί της, που ζούσε μακριά της, η φωτογραφία του, καθόλου δεν φαίνεται να την ενδιαφέρουν.

Ο Λακάν λέει το εξής, που σας παραθέτω: "Είναι πολύ δύσκολο να στοχαστούμε τα όρια της ψυχονοητικής νόσου. Αυτή η γυναίκα δεν έχει την παραμικρή ιδέα για το σώμα που πρέπει να ντύσει με το φουστάνι της, δεν υπάρχει κανείς να κατοικήσει το ρούχο. Απεικονίζει αυτό που αποκαλώ το προσποιητό. Κανένα άτομο δεν κατάφερε να την κάνει να αποκρυσταλλωθεί. Δεν πρόκειται για μια σοβαρή ψυχική ασθένεια, για μια από τις χαρακτηριστικές μορφές που συναντάμε. Αυτά που λέει δεν έχουν βάρος ούτε άρθρωση, το να επιδιώξουμε την προσαρμογή της μου φαίνεται ουτοπικό και μάταιο". […] Και προσθέτει: "Πρόκειται για την ψυχονοητική νόσο ως παράδειγμα, για την κατ’ εξοχήν ψυχονοητική νόσο". Δίδαγμα μάλλον αινιγματικό, το οποίο μας βοηθάει όμως να συλλάβουμε τι θα πει υποφέρω που έχω μια νοητικότητα. Κάθε ομιλ-όν που κατατρώει η γλώσσα, έχει μια νοητικότητα. […] Και [η ασθενής] ήταν εκεί υπομανιακή, αλλοπαρμένο φαντασιακό χωρίς εγώ, καθρέφτης που περιφέρεται παντού αλλά δεν τον αιχμαλωτίζει τίποτε, καθαρή νοητικότητα αδιάντροπη και ασύστολη. […]

Θα έλεγα, υπερθεματίζοντας πάνω σε κάποιες φευγαλέες υποδείξεις του Λακάν, ότι η κλινική μας μάς επιβάλλει να διακρίνουμε τις ασθένειες της νοητικότητας και τις ασθένειες του Άλλου. Οι πρώτες έχουν να κάνουν με τη χειραφέτηση της φαντασιακής σχέσης, με την αναστρεψιμότητα α-α’, που μένει αδέσποτη καθώς δεν υποτάσσεται στον συμβολικό επιτονισμό. Είναι οι ασθένειες των πλασμάτων εκείνων που εξομοιώνονται με το προσποιητό.

Για να απεικονίσω τις δεύτερες, θα αναφέρω μια άλλη περίπτωση, την περίπτωση ενός εγκληματία (είκοσι χρόνια φυλακή) ο οποίος εδώ και τρία χρόνια ακούει τον εαυτό του να σκέφτεται, και όταν σκέφτεται έχει την εντύπωση ότι ο κόσμος τον ακούει, και ο οποίος ακούει βρισιές. Το αξιοσημείωτο είναι ότι μιλάει μια εντελώς συμβατική γλώσσα: "από την πιο τρυφερή παιδική μου ηλικία", λέει μιλώντας με συγκίνηση για τον εαυτό του. Για τον εαυτό του – είναι 52 ετών, δεν έχει το όνομα του πατέρα του τον οποίο δεν γνώρισε – επαναλαμβάνει: "Είμαι ένας παλιοκατεργάρης". Αυτή ακριβώς είναι η πεποίθησή του: δεν χάνεται από δω κι από κει, ξέρει τι είναι, ότι δεν αξίζει τίποτα, ότι είναι "ένα κάθαρμα", αποπειράθηκε ήδη να αυτοκτονήσει. Με τούτο το απλό γράμμα, Α, μπορούμε να βάλουμε στη σειρά τις φιγούρες της ιστορίας του, αρχίζοντας από την υψηλή προσωπικότητα που του απένειμε χάρη, τον περίφημο ψυχίατρο που τον εξέτασε, την τέλεια γυναίκα του, στην οποία δεν έχει τίποτα να προσάψει. Η γυναίκα του αντικαθιστά τη μητέρα του, όπως λέει καθαρά.

Αποδεικνύει ότι σε όλη του τη ζωή είχε να κάνει με έναν Άλλο τέλειο, που δεν είχε θέση για εκείνον, και αυτός είναι ο λόγος που η ζωή του δεν μοιάζει καθόλου με περιπλάνηση: είναι αταλάντευτα ταυτισμένος με το απόρριμμα, είναι ένα κάθαρμα και οπωσδήποτε αποκτά υποκειμενική συνεκτικότητα μέσα από αυτή την αναπόδραστη βεβαιότητα. Έτσι γίνεται κατανοητό αυτό που λέει ο Λακάν στο τέλος της παρουσίασης: "Δεν κλονίζεται με τίποτε". Και προσθέτει: "Πιστεύει στη γυναίκα του, όπως θα πίστευε σε μια οπτασία από το υπερπέραν, την πιστεύει σαν έναν πλήρη Άλλο που δεν του λείπει τίποτε, που, αν μη τι άλλο, δεν του λείπει ο ίδιος. Οπότε αποκτά επίγνωση της δικής του αλήθειας. Η βεβαιότητα ότι είναι ένα σκατό και η πίστη στη γυναίκα του είναι ένα και το αυτό με το γεγονός ότι μαντεύουν τη σκέψη του και ότι εισβάλλει η χυδαία φωνή του Άλλου που τον βρίζει.

Στο τέλος, ο γιατρός κάνει την ερώτηση που του υπαγορεύουν ο νόμος και η ανθρωπιά: "Μήπως είναι επικίνδυνος για τη γυναίκα του; Το φοβάμαι. Το πιστεύω…" "Όχι", απαντάει ο Λακάν, σίγουρος για τη δομή, "είναι επικίνδυνος για τον εαυτό του. Φοβάμαι ότι μπορεί να αποπειραθεί και πάλι να αυτοκτονήσει".

Εάν υπάρχει ένα δίδαγμα από την παρουσίαση ασθενών είναι τούτο: αναζητείστε τη βεβαιότητα. […]

Η ψυχονοητική ασθένεια είναι σοβαρή όταν το υποκείμενο έχει μια βεβαιότητα: είναι η ασθένεια του Άλλου ως μη διαγραμμένου. […]


Jacques-Alain Miller, “ Enseignements de la presentation de malades ”, δημοσιευμένο στο περιοδικό Ornicar?, τεύχος 10, Ιούλιος 1977. (Αποσπάσματα).

 

ΑΡΘΡΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΑΙΡOΤΗΤΑ

Νέο Βιβλίο

Σινεμά και ψυχανάλυση 25/11/2018